You are currently browsing the daily archive for 8 Ιανουαρίου, 2024.
Επειδη διαχρονικα οι αστικες πολιτικες ηγεσιες της χωρας , μας κανουν εργαλεια στα χερια των μεγαλων δυναμεων (Κορεα , Αφγανισταν , Σομαλια)και επειδη ο σημερινος πρωθυπουργος ( εκλεγμενος απο το 41% οσων πηγαν να ψηφισουν) στελνει Ελληνες επαγγελματιες στρατιωτες και οπλα πληρωμενα με το αιμα μας στους ιμπεριαλιστικους πολεμους των ΗΠΑ (Ουκρανια , Παλαιστινη , Ερυθραια)καλο θα ηταν να θυμηθουμε την Ελληνικη εκστρατεια στην Ουκρανια πριν απο 105 χρονια τι μας οδηγησε εκει και τα αποτελεσματα της. Μηπως και τα παθηματα καποτε μας γινουν μαθηματα και προσεχουμε τι θα ψηφισουμε την επομενη φορα.Οσο και οσοι ψηφιζουμε ακομα.


Σημερα στελνουμε Ελληνικα πολεμικα πλοια εξω απο την Παλαιστινη και την Ερυθραια για να υποστηριξουν το Ισραηλ και την γενοκτονια των Παλαιστινιων . Την στιγμη που θεωρουμε εθνικη επιτυχια το να αγορασουμε τα πανακριβα F35 Λοκχιντ (η εκσυγχρονισμένη έκδοση «Block 4» για το F-35 θα περιλαμβάνει πάνω από 50 βελτιώσεις, που θα επιτρέπουν στο stealth μαχητικό αεροσκάφος να αντιμετωπίζει χερσαίες και εναέριες απειλές που προέρχονται από την Κίνα και από τη Ρωσία) αεροπλανα των ΗΠΑ που θα φερουν πυρηνικες κεφαλες προσφεροντας κερδη 30 δις δολαρια στην Αμερικανικη πολεμικη βιομηχανια και στελνουμε οπλα στην Ουκρανια και την (παμπλουτη )Σαουδικη Αραβια οπλα που αγοραστηκαν με δανεια και περικοπες απο τις συνταξεις και τα νοσοκομεια μας.
Η Ερμιονιδα μεσω του τοτε υπουργου εσωτερικων Εμμανουηλ Ρεπουλη και του αντι κομμουνιστη Παντελεημονα Φωστινη συνδεεται με αυτην την εκστρατεια.Αλλα η Ερμιονιδα εχει να καταγραψει τουλαχιστον και ενα βεβαιωμενο στρατιωτη νεκρο απο το Καρακασι (τον Δημητριο Καραχρηστο)αναμεσα στις εκατονταδες που σκοτωθηκαν τραυματιστηκαν η εμειναν αναπηροι.Τρεις μήνες μετά την αποβίβαση του πρώτου Ελληνα φαντάρου στην Οδησσό (7/1/1919), τα τελευταία υπολείμματα του εκστρατευτικού σώματος εγκατέλειψαν έτσι στις 15/4/1919 άρον άρον τη Σεβαστούπολη, αφήνοντας πίσω 225 νεκρούς και 173 αγνοούμενους (με 657 τραυματίες και 1.373 αρρώστους επίσης εκτός μάχης).

Χωρια τους Ελληνοφωνους της Κριμαιας που γνωρισαν μετα την αποτυχημενη επεμβαση του Ελλαδικου κρατους την οργη των αλλων πληθυσμων της Κριμαιας.Μόνο στο πρώτο δίμηνο που ακολούθησε μετά την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων 103 Έλληνες, ρωσικής υπηκοότητας, τουφεκίστηκαν! Στις ελληνικές παροικίες του Κιέβου, της Χερσώνας και του Νικολάιεφ, όπου ήταν η έδρα του ελληνικού προξενείου σημειώθηκαν μεγάλες διαρπαγές. Τα δε οικήματα και εμπορεύματα επιφανών Ελλήνων που αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς Αλλα ολα αυτα ηταν ο προαγγελος οσων εγιναν λιγο μετα στην Μ Ασια παντα με την Μεγαλη Ιδεα της Ελληνικης αστικης ταξης και την καθοδηγηση των Μεγαλων Δυναμεων.
Οπως πληροφορούμαστε στην ουσιώδη εισαγωγή της Ιωάννας Παπαθανασίου, η Ελλάδα βρίσκεται να πολεμά τους Μπολσεβίκους στο πλευρό των Γάλλων, με έδρα των επιχειρήσεων την Οδησσό. Οπως υποστηρίζει η ιστορικός, η γαλλική εκστρατεία κατά των Μπολσεβίκων αποτέλεσε βέβαια μέρος μιας γενικευμένης «σταυροφορίας εναντίον των “κόκκινων”» στην οποία «έλαβαν συνολικά μέρος στρατιωτικά τμήματα από 15 χώρες», ανάμεσά τους οι Βρετανοί, οι Ιάπωνες, οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι. Υπήρξε, μολαταύτα, «ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα» των Γάλλων, μέσω του οποίου σχεδίαζαν «να εδραιωθούν στα μεγάλα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και, στη συνέχεια, να διεισδύσουν στο εσωτερικό της Ουκρανίας με στόχο να καταλάβουν το λεκανοπέδιο του Ντονέτσκ, γνωστού για τα πλούσια κοιτάσματα άνθρακα».

Παντελεήμων Φωστίνης, Ο ελληνικός στρατός στη Ρωσσία (Πειραιάς 1988, εκδ. Αθως). Αναμνήσεις του στρατιωτικού ιερέα του 34ου Συντάγματος, μετέπειτα μητροπολίτη Ενόπλων Δυνάμεων. Πρωτοεκδόθηκαν το 1955 και φέρεται να έχουν γραφτεί το 1920· ευδιάκριτα είναι ωστόσο τα ίχνη τόσο της νεότερης βιβλιογραφίας όσο και των κατοπινών εξελίξεων.Ο στρατιωτικός ιερέας του 34ου Συντάγματος διαβεβαιώνει αντίθετα ότι «κανείς απ’ όσους ελάβαμεν μέρος εις την εκστρατείαν αυτήν δεν κατόρθωσε να καταλάβη γιατί επήγαμε στη Ρωσία» (Φωστίνης, σ. 7). Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι «προς τιμήν του Ελληνος, δεν επιχειρήσαμε καν να το εξετάσουμε» −και ικανοποιείται με την ιδέα πως η δράση του σώματος «έκαμε τους ξένους όλους να ομολογήσουν: “Τέτοιον στρατόν έχει η Ελλάς; Της αξίει να γίνη μεγάλο Βασίλειο”» (σ. 270).Διαφωτιστικότερος αποδεικνύεται ο ιεροκήρυκας Φωστίνης για την μαχη της Χερσωνας : «Από παντού έχουν επιτεθή [κατά] των στρατιωτών μας, από τους δρόμους, από τις θύρες των σπιτιών, από τα υπερώα, από τα παράθυρα, από τους εξώστας, με όπλα, με πιστόλια, με πολυβόλα, με χειροβομβίδες, ακόμη και με παλαιά σίδερα και με πέτρες και με ό,τι άλλον ετύχαινε μπροστά των· όλος ο κόσμος και οι πόρνες ακόμη από τους οίκους ανοχής πυροβολούν εναντίον των στρατιωτών μας» (σ. 226-7).

Ο Βενιζελος επιθεωρει στρατιωτες του Α’ Σώματος Στρατού υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ, Η μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων άρχισε με τις 2η και 13η Μεραρχία, ενώ η 1η Μεραρχία παρέμεινε στην Καβάλα αναμένοντας διαταγές.Οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Οδησσό στις 20 Ιανουαρίου και στο επόμενο διάστημα το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσαν 23.551 άνδρες.
Στις παραμονές της επέμβασης (15/12/1918), ο κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» Ιωάννης Γιαννηκώστας περιγράφει πάλι ως εξής στη γυναίκα του την πολιτική κατάσταση στη Σεβαστούπολη: «Εννοείς ότι ο κόσμος είναι μάλλον Μπολσεβίκοι, δηλαδή εις άκρον δημοκρατικοί μεταπίπτοντες εις αναρχίαν» (Χαρατσής, σ. 200).Κυρίαρχο αίσθημα που διαπερνά όλες τις αφηγήσεις είναι η περικύκλωση από έναν πληθυσμό σε τελική ανάλυση εχθρικό. «Εχω την αίσθηση ότι ζω επάνω σε ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί από τη μια στιγμή στην άλλη», θυμάται για την Οδησσό ο ανθυπολοχαγός Γιάγκος Δραγούμης (σ. 40).«Ολη η πόλη είναι Μπολσεβίκοι, ώς κι οι γυναίκες, ακόμη πιο επίφοβες. Μπορεί να σας παρασύρουν και να σας δολοφονήσουν», προειδοποιούνται οι νεοαφιχθέντες φαντάροι (Καραγιάννης, σ. 60).
Ο Φωστίνης αποφαίνεται πως «τα δύο τρίτα των κατοίκων είναι μπολσεβίκοι» (σ. 258) και αντιπαραβάλλει με θλίψη την αδιαφορία του κοινού για την πομπώδη κηδεία 32 αξιωματικών, σκοτωμένων από Ουκρανούς εθνικιστές, στα πλήθη που συνόδευσαν μια δημοφιλή ηθοποιό στην τελευταία της κατοικία (σ. 79).Ο Κόκκινος Στρατός, «ευρισκόμενος εις την χώραν του κατέφευγεν κατά τας ψυχράς νύκτας εις τα πλησιέστερα χωρία προς διανυκτέρευσιν», ενώ ο ελληνικός ξεπάγιαζε στο ύπαιθρο, επισημαίνει ο Πλαστήρας (σ. 30)· ο ίδιος διευκρινίζει ότι, κατά την αναδίπλωση στη Βεσσαραβία, είχαν εντολή «να μην περάσωμεν από μέσα από την Οδησσό διότι υπήρχε κίνδυνος να εξεγερθούν οι εργάται της πόλεως και να μας κτυπήσουν από τα σπίτια» (σ. 42).Σ’ αυτές τις συνθήκες, «καλλίτερη προστατευτική ασπίδα» θεωρείται η ωμή τρομοκρατία: ο ελληνικός στρατός, εξηγεί ο Γρηγοριάδης, «επιβάλλει τέτοιο σωτήριο φόβο και σεβασμό στον όχλο, που του κόβει κάθε όρεξι για στάσεις» (σ. 24).
Αυτή είναι άλλωστε η δουλειά του: «Μέσα στην πόλι στέλλουμε τμήματα κάτω στο λιμάνι στα εργατικά κέντρα και πιάνουμε επικινδύνους Μπολσεβίκους» θυμάται χαρακτηριστικά ο Δραγούμης (σ. 41).Αμέσως μετά την άφιξή του στο Τζάνκιοϊ, ο ελληνικός λόχος κατοχής δέχτηκε πάλι επίθεση με πιστόλι και χειροβομβίδα από δύο δεκαπεντάχρονους μαθητές· «οι δράσται συλληφθέντες ετιμωρήθησαν παραδειγματικώς», βεβαιώνει ο Καρακασσώνης, δίχως ενοχλητικές λεπτομέρειες (σ. 234).Αποκαλυπτική είναι επίσης η διαδικασία αφοπλισμού των κατοίκων, όπως περιγράφεται από έναν τσολιά: «Πιάνομιν 15 από να χωργίον πολίτες κι στον λόχον τους πιγέναμι. Τους δέρνομι! Ξύλο πολύ τους ρίχνομι για να μαρτιρίσουνε εάν υπάρχων μπολσοβίκι μέσα σ’ ικίνα τα χωργιά. Κανής δεν μαρτίραγι! Τους γδέναμι, τους δέναμι καλά τα χέρια τους κι τους βγέναμι κι τους ντοφικέγαμι έναν-έναν στον αγέραν, για να μαρτηρίσουν! Αφόσον όσα ξέραμι τους κάναμι κανές δεν μαρτυρούσε, τους πέρναμι στην φιλακίν, τους στήλαμι στων Οδισόν» («Το ημερολόγιο του εύζωνα Χρήστου Αλεξόπουλου», Ο ίδιος μας πληροφορεί ότι στη Λιζίνκα, κωμόπολη που είχε αντισταθεί στους Γάλλους, ο ταγματάρχης Λεωνίδας Σπαής (υφυπουργός των Στρατιωτικών.στα Δεκεμβριανα 1944 )έδωσε στους άντρες του «το ελέφτερο να κάνουν ό,τι μπορέσουν»· ακολούθησε άγρια λεηλασία, διανθισμένη με βιασμούς: «Οτη τον κοστάριζι [=γουστάριζε] τον κάθη εύζωναν έπιρνεν. […] Οτη βρίσκαν τα τρόγαν! Ρούβλια κιρίος μαζέβαν υ ευζώνη, μικρά πράγματα. Αλι τες δεσπινήδες παλέβαν, τες πιάναν από τα βζιά! Εγινε τέλος μέσα σι κίνην την πόλιν μιγάλιν παραλυσίαν» (σ. 55-7).
Ομως οι στρατιωτες που μπορουσαν να φερονται με αυτο τον τροπο στον γυνακειο πληθυσμο (αλλα και τους εξεγερμενους πολιτες και Γαλλους ναυτες οπως θα διαβαστε πιο κατω)οταν κατακτουσαν μια πολη επρεπε την ιδια στιγμη να «προσεχουν την διαφθορα της Οδησσου» κατα τον Παντελεημονα Φωστινη.
«Το μόνο που εφοβήθηκα», σημειώνει στις δικές του αναμνήσεις ο αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Φωστίνης, «ήταν η διαφθορά της Οδησσού. Οι διεφθαρμένες γυναίκες, φορτωμένες απαίσιες αρρώστειες κυνηγούσαν στους δρόμους τους στρατιώτες μας. Αλλοίμονο, αν πάθουν τα παιδιά μου καμμιά συμφορά». Πόσο μάλλον αφού, όπως ο ίδιος πληροφορήθηκε καταλεπτώς, «όλα τα στρώματα της Ρωσσικής κοινωνίας , εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, είνε εκφυλισμένα ως προς το ζήτημα τούτο» (σ. 71-2 & 74).Για την αποτροπή του κακού ο αρχιμανδρίτης θα κάνει ειδική ομιλία στους στρατιώτες, επικεντρώνοντας την επιχειρηματολογία του στην απειλή των αφροδίσιων νοσημάτων: «Φανταστήτε να γεμίσετε παλιοαρρώστειες και να γυρίσετε στα σπίτια σας σε αξιοθρήνητη κατάσταση, σάπιοι, για να καταντήσετε τέλος παράλυτοι ή τρελλοί». Ισχυρίζεται δε ότι τους έπεισε: με μόνη εξαίρεση 5-6 απόντες λόγω υπηρεσίας, γράφει, «κανείς άλλος δεν έπαθε τίποτε. Εκράτησαν δυνατά την αυστηρότητα των ηθών την πατροπαράδοτη, το ωραιότερο χάρισμα της φυλής μας, αν και ευρίσκοντο ανάμεσα σε ωκεανό διαφθοράς» (σ. 72).
Ματαια προειδοποιουσε ο ιερεας .Δυόμισι μήνες μετά την άφιξη του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» στη Σεβαστούπολη (21/11/1918), ο κυβερνήτης του απευθύνει έτσι παράκληση προς τους προϊσταμένους του (7/2/1919) για άμεση αποστολή αφροδισιολόγου, «καθόσον πολλοί άνδρες του πληρώματος προσεβλήθησαν υπό τοιούτων ασθενειών, ουδεμία δε συμμαχική υπηρεσία τοιαύτη υφίσταται» (Χαρατσής 1997, σ. 231-2).
Στις γραμμές των Ελληνων αξιωματικών, οι οποίοι (σε αντίθεση με τους φαντάρους) ήταν όλοι εθελοντές, συναντάμε φιλόδοξα στελέχη που έγραψαν αργότερα ιστορία ως πραξικοπηματίες, πολιτικοί, στελέχη της Αντίστασης αλλά και του ένοπλου δωσιλογισμού: Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Κονδύλης, Στυλιανός Γονατάς, Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, Λεωνίδας Σπαής, (Τον Οκτώβριο του 1944 έλαβε μέρος στη πρώτη κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου αναλαμβάνοντας υφυπουργός των Στρατιωτικών. Από τη θέση δε αυτή ενεπλάκη στα Δεκεμβριανά. )Γεώργιος Τσολάκογλου, Παναγιώτης Δεμέστιχας, Διονύσιος Παπαδόγκωνας, Χαράλαμπος Παπαθανασόπουλος, Ευάγγελος Καλαμπαλίκης κ.ά.Οι εθελοντές βαθμοφόροι -σε αντίθεση με τους στρατιωτες – έπαιρναν μπόνους 1.000 δραχμών τον μήνα για τη συμμετοχή τους,
Στην φωτογραφια που ακολουθει ειναι εμφανες το φωτο μονταζ με τον αξιωματικο φυτεμενο μπρος απο τους στρατιωτες (εκθεσις της πολεμικης ιστοριας των Ελληνων 1970)
![]()
Έλληνες στην Κριμαία του ρωσικού εμφυλίου πολέμου (1918-1921) Δημήτρης Καταϊφτσής
Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, Τεύχος 105, Αύγουστος 2011
Αναφορικά με τους Ελληνες, η άφιξη του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος τον Νοέμβριο του 1918 αποδείχθηκε καταστροφική. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στην ολιγομελή ελληνική αστική τάξη, αλλά στην κύρια μάζα των φτωχών Ελλήνων εργαζομένων.
Ενα τμήμα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος εγκαταστάθηκε στη Σεβαστούπολη, όπου ανέλαβε την περιφρούρηση και ασφάλεια της πόλης. Στην αρχή, ο ενθουσιασμός για την άφιξη των συμμαχικών δυνάμεων ήταν αισθητός, καθώς αρκετοί ήταν αυτοί που έβλεπαν στους Συμμάχους τους εγγυητές της ασφάλειας της περιοχής. Αυτό, όμως, δεν ήταν παρά μόνο η βιτρίνα. Ο
ενθουσιασμός παρέμεινε μόνο στην πλευρά της αστικής τάξης και της διανόησης.
Στις εργαζόμενες μάζες η αντίδραση άρχισε να εκδηλώνεται έμπρακτα, υπερβαίνοντας τα όρια της απλής δυσαρέσκειας. Τον Δεκέμβριο του 1918 προχώρησαν σε απεργία στη Σεβαστούπολη οι αχθοφόροι, οι οποίοι αρνήθηκαν να εργαστούν με τους Συμμάχους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αναστάτωση στην πόλη και δημιούργησε ένα κύμα καταστολής με φυλακίσεις, με αποτέλεσμα να εξαγριώσει εκτός από τους αριστερούς-επαναστάτες, ακόμη και τους σοσιαλδημοκράτες. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα διαφορετικά περιστατικά κατά τη διάρκεια των οποίων ελληνικές μονάδες ήρθαν αντιμέτωπες με
τη χλεύη των ντόπιων.
Στις αρχές του Ιανουαρίου 1919, η οργάνωση των μπολσεβίκων της Σεβαστούπολης ζήτησε και έλαβε από την αντίστοιχη της Οδησσού προπαγανδιστικό υλικό, μεταξύ άλλων και στην ελληνική γλώσσα, προοριζόμενο για τους συμμαχικούς στρατιώτες.
Δύο Ελληνες μπολσεβίκοι, οι Βάσια Πασσάς και Φέντια Αλούρδος, ανέλαβαν να κοινωνήσουν στους συμπατριώτες τους του εκστρατευτικού σώματος επαναστατικές ιδέες μέσω προκηρύξεων. Επιπλέον, αρκετοί απλοί κάτοικοι ήρθαν σε επικοινωνία με τις ελληνικές μονάδες και κατάφεραν να τους πείσουν να αλλάξουν στρατόπεδο.
Τα παραπάνω εξηγούν, επίσης, τα διάφορα περιστατικά αυτομόλησης των Ελλήνων στρατιωτών ή άρνησης εκτέλεσης διαταγών, περιστατικά τα οποία κορυφώθηκαν στα τέλη Απριλίου, όταν εμφανίστηκαν μπροστά στην επαναστατική επιτροπή της
Σεβαστούπολης πενήντα Ελληνες του εκστρατευτικού σώματος οι οποίοι εξέφρασαν την επιθυμία τους να προσχωρήσουν στον Κόκκινο Στρατό. Αυτή όμως δεν ήταν παρά η μία πλευρά του νομίσματος. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατεύματος πίστευε στην «ιερότητα» της αποστολής του
Στις 20 Απριλίου 1919, 350 Γάλλοι ναύτες αποβιβάστηκαν από τα πλοία «Φρανς»,«Ζαν Μπάρ» και «Μιραμπό» και, τραγουδώντας τη Μασσαλιώτιδα, ύψωσαν κόκκινα λάβαρα ξεκινώντας διαδήλωση στο κέντρο της Σεβαστούπολης. Την επιχείρηση καταστολής ανέλαβαν κυρίως Ελληνες στρατιώτες, οι οποίοι άνοιξαν πυρ τραυματίζοντας και σκοτώνοντας διαδηλωτές. Επιπρόσθετα, οι Ελληνες στρατιώτες, λίγο πριν την αποχώρησή τους στα τέλη του ίδιου μήνα, λεηλάτησαν διάφορα μνημεία στην «Ιστορική Λεωφόρο» της Σεβαστούπολης και απέσπασαν αντικείμενα αξίας περίπου 30.000 ρουβλίων. Σύμφωνα με μαρτυρίες, Ελληνες και Γάλλοι στρατιώτες λεηλατούσαν ό,τι συναντούσαν στον δρόμο τους, ακόμη και αρτοποιεία.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα γεγονότα, το εκστρατευτικό σώμα ήρθε σε επαφή με τους ντόπιους Ελληνες και τους παρακίνησε, διασπείροντας τον πανικό, να εγκαταλείψουν την Κριμαία, επικαλούμενο πιθανή επέλαση των μπολσεβίκων. Το χειρότερο είναι ότι στρατολόγησε στις μονάδες του μέλη μεταξύ των διάφορων ελληνικών κοινοτήτων, θέτοντας έτσι το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού σε κίνδυνο για αντίποινα από τους μπολσεβίκους

Εξεγερμενοι Γαλλοι ναυτες του στολου της Μαυρης Θαλασσας 1919
Η ιστορία μιας ναυτικής ανταρσίας του 1919 των γαλλικών στρατευμάτων που στάλθηκαν για να επέμβουν στη Ρωσία κατά της επανάστασης. Με πρωτοβουλία μιας ομάδας αναρχικών ναυτικών, η εξέγερση εξαπλώθηκε και σε άλλα πλοία – αποτρέποντας έτσι τη ναυτική επέμβαση κατά της Σοβιετικής Ρωσίας και επιτυγχάνοντας την επιδιωκόμενη αποστράτευση των στασιαστών.
Η εξεγερση ξεκίνησε στο εξωτερικό λιμάνι της Σεβαστούπολης, στο θωρηκτό France. Το πλοίο δεν είχε εισέλθει σε γαλλικό λιμάνι από την αναχώρησή του από την Τουλόν στις 9 Οκτωβρίου 1916 και οι ναύτες, θύματα μιας ανελέητης πειθαρχίας, λαχταρούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να αποστρατευθούν.
Εδώ και χρόνια είχε σχηματιστεί στο πλοίο μια ομάδα επαναστατών, 20 ή 30 μέλη διαφόρων τάσεων αναρχικού χαρακτήρα. Υπενθύμιζαν στους ναύτες ότι τον Ιούλιο του 1914 ήταν το France που είχε φέρει τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Ρεϊμόν Πουανκαρέ, σε επίσημη επίσκεψη στην Αγία Πετρούπολη με ένα πολεμικό μήνυμα∙ έλεγαν ότι τώρα ήταν καθήκον του θωρηκτού να στείλει ένα μήνυμα ειρήνης. Με πρωτοβουλία ενός μηχανολόγου μηχανικού ονόματι Βινσιγγερά, διέθεταν μια μυστική βιβλιοθήκη με βιβλία και φυλλάδια και λάμβαναν αντιπολεμικά και ελευθεριακά έντυπα από τη Γαλλία. Είχαν καταφέρει να επηρεάσουν την πλειονότητα του πληρώματος των 1.200 ατόμων.

Οι εξεγερμένοι ναύτες καταλαμβάνουν το θωρηκτό France .Η σφαγη της Σεβαστουπολης
Την επόμενη ημέρα, στις 20 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, σχεδόν όλοι οι ναύτες του France και του Jean-Bart, αντί να χαιρετήσουν την τρίχρωμη σημαία που είχε υψωθεί στην πρύμνη, στάθηκαν απέναντι από την πλώρη και τραγούδησαν τη Διεθνή, ενώ η κόκκινη σημαία υψώθηκε ταυτόχρονα στον ιστό της πλώρης και στα δύο σκάφη.
Ένας υποπλοίαρχος, κουνώντας τη γροθιά του στην κόκκινη σημαία, φώναξε: «Δεν ξέρετε τι σημαίνει αυτό το κουρέλι, σημαίνει εμφύλιος πόλεμος!». Διακόσιοι ναύτες παρατάχθηκαν σε μέτωπο μπροστά από το επαναστατικό λάβαρο. Ο αντιναύαρχος ανέβηκε στο πλοίο. Όταν πλησίασε την πρώτη σειρά των ανδρών που προστάτευαν την κόκκινη σημαία, τον προειδοποίησαν ότι αν έκανε ακόμη ένα βήμα μπροστά, θα τον έριχναν στη θάλασσα. Ακούστηκαν φωνές όπως «Σκοτώστε τον! Πετάξτε τον στο νερό!»
Στη συνέχεια ο ναύαρχος έδωσε στα πληρώματα την άδεια να βγουν στην ξηρά. Αλλά ήταν μια προγραμματισμένη ενέδρα. Μια ομάδα ναυτών σχημάτισε πομπή τραγουδώντας τη Διεθνή στους δρόμους της Σεβαστούπολης και έτυχε θερμής υποδοχής από τον πληθυσμό. Μπροστά στο δημαρχείο, ο πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής των μπολσεβίκων χαιρέτησε τους διαδηλωτές. Όμως ένας πλωτάρχης προσπάθησε να αρπάξει την κόκκινη σημαία και δέχτηκε μερικές σφαλιάρες στο πρόσωπο. Σε απάντηση, χωρίς προειδοποίηση, ομοβροντίες από σφαίρες σάρωσαν τον δρόμο: το πυρ είχε εξαπολυθεί από Έλληνες στρατιώτες και τον πλωτάρχη, συνοδευόμενους από δύο υπαξιωματικούς ενός τμήματος του αποβατικού από το Jean-Bart, ενώ από την πλευρά τους οι άνδρες πυροβολούσαν στον αέρα. Ήταν μια σφαγή. Υπήρξε πολύ μεγάλος αριθμός νεκρών και τραυματιών μεταξύ των ναυτικών και του σοβιετικού εργατικού πληθυσμού.

Το θωρηκτό «Βαλντέκ-Ρουσώ» (πρωθυπουργος της Γαλλιας 1899-1902)στα χέρια του εφήμερου «σοβιέτ» των ναυτών του στο λιμάνι της Οδησσού
Οι ναύτες του Waldeck-Rousseau προσποιούνταν ότι ετοίμαζαν δείπνο
Ας έρθουμε τώρα στην ανταρσία που ξέσπασε μερικές ημέρες αργότερα, από τις 27 έως τις 29 Απριλίου, στο καταδρομικό Waldeck-Rousseau. Φαίνεται ότι απέκτησε σχετικά πιο επαναστατικό χαρακτήρα, καθώς, σε κάποιο σημείο, οι ναύτες έφτασαν στο σημείο να συζητήσουν την παράδοση του πλοίου στις σοβιετικές αρχές της Οδησσού.
Το Waldeck-Rousseau, σε αντίθεση με το France, το οποίο δεν είχε αγκυροβολήσει στην Τουλόν από τον Οκτώβριο του 1916, είχε μόλις αγκυροβολήσει εκεί για δύο μήνες. Οι νεαροί ναύτες βρίσκονταν επομένως σε άδεια, χάρη στην οποία είχαν έρθει σε επαφή με την εργατική τάξη, η οποία τότε συμμετείχε σε ένα ισχυρό ταξικό κίνημα.
Στο πλοίο, μια επιτροπή επαναστατικής δράσης από περίπου 10 μέλη είχε σχηματιστεί πριν από πολύ καιρό, επίσης με πρωτοβουλία ενός μηχανικού ονόματι Ζεντίλ. Δύο ναύτες, ο πυροβολητής Λαβιέ και ο ηλεκτρολόγος Σιμό, ειδικεύονταν στην προπαγάνδα. Διένειμαν τη La Vague και φυλλάδια.
Η επιτροπή συνεδρίαζε συχνά. Προκειμένου να αποκρύψει αποτελεσματικότερα τη μυστική της δραστηριότητα, καλύφθηκε πίσω από το προσωπείο μιας φαινομενικά ακίνδυνης οργάνωσης, ενός «Αδελφικού Συλλόγου Εργαζομένων», αποτελούμενου από περίπου εκατό ναύτες και υπαξιοματικούς. Είχε συσταθεί τον Δεκέμβριο του 1918, καθ’ οδόν προς τη γαλλική ναυτική βάση στο Κάτταρο (στην ακτή της Δαλματίας), από ναύτες από το Λανγκεντόκ. Φαινομενικά σκόπευε να ετοιμάσει ένα τεράστιο συμπόσιο την παραμονή της αποστράτευσης και στη συνέχεια να τιμήσει αυτή την αξέχαστη περίσταση, όπως κάνουν κατά καιρούς οι ενώσεις πρώην στρατιωτών.
Στην Τουλόν είχαν εκτυπωθεί οι κάρτες μελών της ένωσης. Ο υποτιθέμενος τόπος του προτεινόμενου συμποσίου είχε βαφτιστεί «Lucullus», και η λέξη εμφανιζόταν σε περίοπτη θέση στην κάρτα. Ο αρχικός πρόεδρος είχε αποβιβαστεί στην Τουλόν επειδή ήταν έφεδρος. Παρέμενε ο αντιπρόεδρος, ο Φρανσουά Περόν, υπομάγειρας στο μαγειρείο των υπαξιωματικών και υπεύθυνος για τη στρατολόγηση στον σύλλογο, καθώς η δουλειά του τον έφερνε σε επαφή με όλο το πλήρωμα.
Οι «Lucullus» συναντιούταν ανοιχτά το σούρουπο στις κουκέτες στο μπροστά μέρος του πλοίου. Οι ναύτες τραγουδούσαν και έκαναν σχέδια, ενώ η επιτροπή δράσης εργαζόταν στο εσωτερικό της και μετέφερε στο πλήρωμα έναν επαναστατικό προσανατολισμό, άγνωστο στη διοίκηση.

* * *
Στις 11 Μαρτίου, το καταδρομικό, αφού για δεύτερη φορά πήρε πίσω στο πλοίο μια φρουρά που είχε πάρει άδεια, κατευθύνθηκε προς τη Βηρυτό. Το πλήρωμα ήταν πολύ νέο και καταλάβαινε σαφώς γιατί ο γαλλικός ιμπεριαλισμός επιτίθετο στη Σοβιετική Ρωσία. Από τη Βηρυτό, το Waldeck-Rousseau απέπλευσε για την Ισταμπούλ (Κωνσταντινούπολη) και, το βράδυ της 3ης Απριλίου, εισήλθε στα στενά του Βοσπόρου, καθ’ οδόν προς τη Μαύρη Θάλασσα. Το πλήρωμα είχε αρχίσει να θυμώνει. Στις 6 Απριλίου, αγκυροβόλησαν στην Οδησσό, όχι μακριά από τις προκυμαίες. Η επιτροπή δράσης είχε κάνει τη δουλειά της: οι πυροβολητές σε αρκετούς πυργίσκους αρνήθηκαν να στοχεύσουν με τα όπλα τους το μεγάλο ρωσικό λιμάνι.
Στο πλοίο, τραγούδησαν το τραγούδι των ναυτών των πειθαρχικών λόχων:J’ai réfléchi, je ne tirerai pas,Το σκέφτηκα, δεν πρόκειται να πυροβολήσω,/Je suis marin, je refuse quand même,Εγώ είμαι ναύτης, θα αρνηθώ έτσι κι αλλιώς/Car sur mes frères révoltés la-bàs Γιατί τα αδέλφια μου που ξεσηκώθηκαν εκεί…/Je ne tirerai pas, c’est indigne de moi-même.Δεν θα πυροβολήσω, είναι ανάξιο για μένα.
«Είναι ολοφάνερο: ήρθαμε να κάνουμε πόλεμο»· αυτό έλεγαν μεταξύ τους οι ναύτες με τις κόκκινες φούντες. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι το καταδρομικό θα βρισκόταν στη Μαύρη Θάλασσα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, δεν είχε γίνει ούτε μία παράδοση αλληλογραφίας μετά την αναχώρηση από την Τουλόν, και τα μηνύματα που ελήφθησαν μέσω ασυρμάτου δεν εμφανίζονταν πλέον. Η πειθαρχία ήταν αυστηρότερη, οι επιθεωρήσεις ήταν συχνότερες και το φαγητό ήταν απαίσιο.
Στις 19 Απριλίου, το Waldeck-Rousseau, το οποίο είχε ρυμουλκήσει μερικές φορτηγίδες με στρατιώτες μέχρι τις εκβολές του Δνείστρου, επέστρεψε για να αγκυροβολήσει στα ανοικτά της Οδησσού, όπου κυμάτιζαν οι κόκκινες σημαίες των Μπολσεβίκων. Είχαν σκοπό να εκφοβίσουν τη σοβιετική εξουσία;
Όταν το πλήρωμα έμαθε ότι ένας κρατούμενος από άλλο πλοίο είχε έρθει στο σκάφος –ήταν ο αρχιμηχανικός Αντρέ Μαρτί– τα πνεύματα άναψαν. Ένα γράμμα του κρατούμενου, γραμμένο με μολύβι, κυκλοφόρησε μεταξύ των ναυτικών. Η επιτροπή επαναστατικής δράσης είχε ως στόχο τόσο την απελευθέρωση του Μαρτί όσο και την είσοδο του πλοίου στο λιμάνι της Οδησσού.
Το πρωί της 27ης Απριλίου, κυκλοφόρησαν φήμες ότι «υπάρχουν σοβιετικοί στο πλοίο». Ο αντιναύαρχος, πανικόβλητος, μετέφερε τον κρατούμενο αλλού. Η αντίδραση του πληρώματος ήταν άμεση∙ συγκεντρώθηκαν στις κουκέτες στην πλώρη του πλοίου. Στο όνομα αντιπροσώπων που είχαν εκλεγεί από τους ναύτες, ο Σιμό διάβασε έναν κατάλογο αιτημάτων:
1. Άμεση επιστροφή στη Γαλλία.2. Καλύτερο φαγητό.3. Ανάρτηση σε όλα τα πυροβολεία όλων των ειδήσεων που λαμβάνονται από τον ασύρματο.4. Αποστράτευση των εφέδρων.5. Άμεση αποβίβαση στην ξηρά του αξιωματικού υπεύθυνου για την πειθαρχία.6. Οι άδειες χορηγούνται με κανονική σειρά.Ο κατάλογος εγκρίθηκε ομόφωνα με ανάταση των χεριών.
Η αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τους Σιμό και Λαβιέ, πήγε αμέσως στον επικεφαλής αξιωματικό, τον Σοπάρ, καπετάνιο του πλοίου, ακολουθούμενη από όλο το πλήρωμα. Οι εκπρόσωποι έγιναν δεκτοί στο γραφείο του καπετάνιου. Εκείνος σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από το πρόβλημα επικαλούμενος το «εθνικό συμφέρον». Η απάντηση ήταν: «Όχι και ποτέ. Δεν είναι δουλειά μας να υπερασπιστούμε τα εκατομμύρια των Γάλλων καπιταλιστών!». Και ο πυροβολητής Νουβό, επίσης μέλος της μυστικής επιτροπής δράσης, φώναξε «Αν δεν μας δώσετε ικανοποίηση, απόψε το πλοίο θα δέσει στην Οδησσό.»
Υπήρξε μια κατηγορηματική άρνηση από τον άνθρωπο που ήταν αφεντικό στο πλοίο «μετά τον Θεό». Η αντιπροσωπεία επέστρεψε στο κατάστρωμα, ακολουθούμενη από το πλήρωμα. Ακούστηκαν κραυγές όπως «προς τα πίσω! Στην κόκκινη σημαία!» Αποφασίστηκε να προκηρυχθεί γενική απεργία. Ο αρχιπλοίαρχος, ο οποίος απειλούσε, πετάχτηκε στη θάλασσα – και στη συνέχεια τον ξαναβγάλανε. Οκτακόσιοι ναύτες περίμεναν ακόμη την απάντηση του διοικητή στα αιτήματά τους.
Ο Σοπάρ, σε αμηχανία, κάλεσε τον υποναύαρχο Κομπέ σε βοήθεια. Εκείνος ενήργησε υποκριτικά. «Δεν πρέπει να ακούτε τους λίγους ταραχοποιούς ανάμεσά σας». Είπε μερικά φιλικά, γλυκανάλατα λόγια για κάθε αντιπρόσωπο. Όμως η αντιπροσωπεία, που είχε περιμένει 20 λεπτά ακούγοντας αυτή την προτροπή, δεν το ανέχτηκε άλλο: «Ναύαρχε, το πλήρωμα ξέρει τι θέλει. Δώστε του ικανοποίηση. Αποφάσισε να μην ξαναπάει σε πόλεμο εναντίον των φίλων του. Αποφύγετε να κάνετε ανεπανόρθωτη ζημιά!»
«Και αν δεν σας δώσω ικανοποίηση, τι θα κάνετε;»
«Σε αυτή την περίπτωση το Waldeck-Rousseau θα αγκυροβολήσει και θα τεθεί στη διάθεση των Μπολσεβίκων!»

* * *
Το τελεσίγραφο προς το ναύαρχο έληξε στις πέντε το πρωί της επόμενης ημέρας. Ο Ναύαρχος σκέφτηκε να συγκεντρώσει το πλήρωμα σε λόχους, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι όλοι θα βρίσκονταν στο πλευρό του. Οι αξιωματικοί απομακρύνθηκαν. Τότε ο Ναύαρχος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να δημιουργήσει άμεση επαφή με τους αντάρτες, εν μέσω χλευασμού: «Τι θέλετε;»
«Άμεση επιστροφή στη Γαλλία!»
Υπήρξε μια πλημμύρα απειλών και προσβολών: «Ρίξτε τον Ναύαρχο στο νερό!»
Τελικά ο Κομπέ τους άφησε να αποσπάσουν την υπόσχεση ότι θα έφευγαν εντός 48 ωρών.
Στις 28 Απριλίου, το Waldeck-Rousseau απέπλευσε για την Κωνσταντινούπολη. Ένας αντιπρόσωπος του πληρώματος κρατούσε τον ασύρματο υπό συνεχή έλεγχο, ελέγχοντας τα τηλεγραφήματα.
Ξαφνικά ήρθαν τα νέα: Ο αντιναύαρχος Αμέ επέπληττε τον υποναύαρχο Κομπέ, ο οποίος ήταν ανώτερός του στην ιεραρχία. Το καταδρομικό επρόκειτο να πάει στο νησί Τέντρα, στη Μαύρη Θάλασσα, το ίδιο μέρος όπου το ρωσικό θωρηκτό Ποτέμκιν είχε επαναστατήσει για 15 ημέρες το 1905, και μετά -τουλάχιστον έτσι τους υποσχέθηκαν- θα επέστρεφαν στη Γαλλία.
Το πλήρωμα εξαγριώθηκε. Οι μηχανικοί –όπως πάντα– δεν μασούσαν τα λόγια τους: «Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε μια και καλή. Ας καταλάβουμε το πλοίο!»
Στην Τέντρα, οι ναύτες έμαθαν για την ανταρσία του France από άνδρες ενός άλλου πλοίου που είχαν επιβιβαστεί στο σκάφος. Όλο το πλήρωμα καταλήφθηκε από την ίδια επιθυμία: να κάνουν ό,τι είχαν κάνει οι σύντροφοι στη Σεβαστούπολη.
Ο επαναστατικός αγώνας συνεχίστηκε τότε στο καταδρομικό. Οι ναύτες πήγαν στην πλώρη και απαίτησαν την εκλογή αντιπροσωπείας. Στη συνέχεια προχώρησαν στην εκλογή τεσσάρων νέων αντιπροσώπων που αντικατέστησαν τους προηγούμενους: πολύ νέοι άνδρες, ηλικίας 20 ή 21 ετών.
Ο αντιναύαρχος αρνήθηκε να δεχτεί αυτούς τους νεαρούς επισκέπτες. Ήταν πόλεμος; Ομάδες ναυτών άρχισαν να κυνηγούν τους υπαξιωματικούς και προσπάθησαν να αποκτήσουν όπλα. Ο καπετάνιος μιας κορβέτας έβγαλε το περίστροφό του. Ο Ναύαρχος, που είχε δεχτεί επίθεση, έκανε σαν να ήθελε να αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι, ενώ ένας αρχιφροντιστής κατέρρευσε.
Οι αξιωματικοί πήγαν στο πίσω μέρος, το οποίο είχε μετατραπεί σε οχυρό. Ένα πυροβόλο ήταν στραμμένο, έτοιμο να βάλει κατά των στασιαστών. Μπροστά σε αυτό οι ναύτες ήταν σχεδόν άοπλοι. Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μόνο περίστροφα που είχαν αγοράσει στην ξηρά και μαχαίρια.
Η απειλή αντιμετωπίστηκε με απειλή: ο αντιναύαρχος δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να ανατινάξει το πλοίο αν οι στασιαστές αναλάμβαναν τη διακυβέρνησή του. Οι ένοπλες ομάδες (που αντιτάχθηκαν στο πλήρωμα) έλεγχαν τις σκάλες που οδηγούσαν στην αποθήκη πυρομαχικών.
Όμως, βλέποντας ότι δεν είχαν αρκετά όπλα για να απαντήσουν αποτελεσματικά στους αξιωματικούς, οι επαναστάτες ναύτες δεν προχώρησαν περισσότερο στη βίαιη δράση. Σε κάθε περίπτωση, είχαν κερδίσει αυτό που ήθελαν∙ την ίδια εβδομάδα, το Waldeck-Rousseau εγκατέλειψε την προσπάθειά του να επιτεθεί στη Ρωσική Επανάσταση∙ πέρασε από τα Δαρδανέλια, επιστρέφοντας στη Γαλλία.
Η οικογενεια Μητσοτακη εδω και πανω απο μισο αιωνα διχαζει το Ελληνικο λαο η καλυτερα εκφράζει μια μερίδα του λαού που διαχρονικά έχει ταυτιστεί με ότι το χειρότερο και αντιδημοκρατικο. Απο την αποστασια και τα Ιουλιανα μεχρι σημερα αυτη η οικογενειακη δυναστεια εκπροσωπος των ντοπιων και ξενων μεγαλων συμφεροντων (και του παλατιου)μονο κακο εχουν φερει στη χωρα.Και ακομα περισσοτερο ο σημερινος πρωθυπουργος απολυτα εναρμονισμενος με τις επιταγες των Αμερικανων και Ευρωπαιων επικυριαρχων εχει παραδοσει την χωρα σιδεροδεσμια στα δικα τους οικονομικα πολιτικα στρατιωτικα συμφεροντα εκμεταλευομενος την πληρη διαλυση καθε λαικης αντιστασης.
33 χρόνια πριν… 8 Γενάρη 1991, περίπου 11μιση το βράδυ. Πάτρα, στο 3ο λύκειο της πόλης. Κραυγές για βοήθεια, αίματα και ένας καθηγητής μαθηματικών να κείτεται στο προαύλιο του σχολείου με ανοιγμένο κρανίο μετά από επίθεση με σιδερολοστό… Καθηγητές και μαθητές φωνάζουν «απόψε σκότωσαν τον Τεμπονέρα»…![]()
Από τον Οκτώβρη του 1990 οι μαθητές, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί είναι σε κατάσταση πολέμου με την κυβέρνηση Μητσοτάκη (του πατέρα της φαμίλιας), εξαιτίας του άκρως αντιδραστικού νόμου που προωθούσε προς ψήφιση από την Βουλή. Ο περιβόητος νόμος του Βασίλη Κοντογιαννόπουλου (μετέπειτα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη) επανέφερε την ποδιά, τον πειθαρχικό έλεγχο της εξωσχολικής ζωής των μαθητών, την έπαρση της σημαίας και τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, ενώ παράλληλα θέσπιζε την λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, διάφορες περικοπές κοινωνικών παροχών σε φοιτητές, την κατάργηση της δωρεάν παροχής συγγραμμάτων κλπ.
Νωρίτερα το πρωί της 7ης του Γενάρη 1991, η ΟΛΜΕ είχε κηρύξει στάση εργασίας και καλούσε τους καθηγητές να βρίσκονται έξω από τα σχολεία για να συμβάλουν στην προστασία των μαθητικών κινητοποιήσεων από τους οργανωμένους τραμπούκους της ΝΔ που παρίσταναν τους αγανακτισμένους γονείς. Ήταν οι περίφημοι παρακρατικοί Κένταυροι και Rangers, μια έμπνευση του Αβέρωφ, με αρχηγούς τον Μιχαλολιάκο (βουλευτή Πειραιώς, ξάδελφο του Χρυσαυγίτη Μιχαλολιάκου) και Μανωλάκο (πολιτευτής της ΝΔ και χουντοβασιλικός), οι οποίοι τελούσαν υπό τις ευλογίες των τότε προέδρων της ΟΝΝΕΔ Μεϊμαράκη και Βουλγαράκη (οι γνωστοί…)

Το απόγευμα της επόμενης μέρας, 8 Γενάρη, το μεγαλοστέλεχος των τραμπούκων της ΟΝΝΕΔ στην Πάτρα Γιάννης Καλαμπόκας, παρέα με άλλους 30 μπράβους-στελέχη της ΟΝΝΕΔ επιτίθενται με ρόπαλα στο Πολυκλαδικό λύκειο της πόλης, με σκοπό να σπάσει την κατάληψη χωρίς επιτυχία. Μια ώρα αργότερα, οι ίδια ομάδα τραμπούκων εισβάλουν στο 3ο Λυκείο, απωθούν τους ελάχιστους μαθητές που βρίσκονται και καταλαμβάνουν τον χώρο. Λίγο αργότερα, συγκεντρώνονται έξω από το λύκειο δεκάδες μαθητές, καθηγητές και γονείς. Τα στελέχη της ΟΝΝΕΔ αρνούνται να αποχωρήσουν και γύρω στις 11 το βράδυ, ομάδα καθηγητών και γονέων επιχειρεί να μπει στο κτήριο. Με το άνοιγμα της πόρτας τα μέλη της ΟΝΝΕΔ επιτίθενται στον κόσμο με σιδερολοστούς, καδρόνια και τσιμεντόλιθους. Ο καθηγητής μαθηματικών και μέλος του Εργατικού Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου, Νίκος Τεμπονέρας, δέχεται χτύπημα με λοστό από τον Καλαμπόκα στο κεφάλι. Παρά το γεγονός ότι ο Τεμπονέρας καταρρέει, δέχεται και άλλο χτύπημα με λοστό πάλι στο κεφάλι από τον Καλαμπόκα, με αποτέλεσμα να πέσει θανάσιμα τραυματισμένος, με πολτοποιημένο κρανίο. Η ομάδα του Καλαμπόκα παρά την δολοφονική επίθεση εξαφανίστηκε ανενόχλητη, αφού η αστυνομία πήγε όταν τα επεισόδια είχαν τελειώσει.
Ο Τεμπονέρας μεταφέρεται στο νοσοκομείο κλινικά νεκρός και το πρωί στις 9 του Γενάρη παύουν όλες οι ζωτικές λειτουργίες του. Στο νοσοκομείο μεταφέρονται και άλλα 4 άτομα σε σοβαρή κατάσταση και δεκάδες ελαφρότερα τραυματίες. Με τον θάνατο του Τεμπονέρα, ο Κοντογιαννόπουλος παραιτείται και τον αντικαθιστά ο Σουφλιάς. Στις 10 Γενάρη μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί πραγματοποιούν ένα τεράστιο συλλαλητήριο 100.000 ατόμων στην Αθήνα. Τα ΜΑΤ για μια ακόμα φορά επιτίθενται στους διαδηλωτές. Κατά την διάρκεια των συγκρούσεων από καπνογόνο που ρίχτηκε από τους αστυνομικούς πιάνει φωτιά το πολυκατάστημα Κάπα-Μαρούσης στην Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα να βρουν τραγικό θάνατο 4 άνθρωποι. Τις επόμενες μέρες η κατάσταση άρχισε να ομαλοποιείται καθώς ο Σουφλιάς αποσύρει το νομοσχέδιο και οι μαθητές ξαναγύρισαν στα μαθήματά τους στις 13 Γενάρη.
Το μνημείο για τον Τεμπονέρα στο σημείο που δολοφονήθηκε έξω από το 3ο Γυμνάσιο Πάτρας
Στην δίκη του Καλαμπόκα αν και πρωτοδίκως καταδικάσθηκε σε ισόβια για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, χωρίς να του αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό, σε δεύτερο βαθμό οι δικαστές του αναγνώρισαν ελαφρυντικά και τον καταδίκασαν σε κάθειρξη 17 ετών. Τον Φλεβάρη του 1998 αφέθηκε ελεύθερος, αφού εξέτισε τα 3/5 της ποινής του. Άλλη μια φορά που βλέπουμε την ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται. Ακριβώς όπως στις δολοφονίες του Λαμπράκη, του Πέτρουλα, των
Κουμή-Κανελλοπούλου, του Καλτετζά, του Γρηγορόπουλου, του Ζακ και τόσων ακόμα που έπεσαν από τα χέρια ένστολων ή παρακρατικών πραιτοριανών του Κεφαλαίου. Για την ιστορία η δολοφονία του Τεμπονέρα από τους ΟΝΝΕΔίτες δεν καταδικάστηκε ποτέ επίσημα από την ΝΔ…
Όσο για τον Νίκο Τεμπονέρα ζει και θα ζει στους αγώνες μας. Ζει όσο υπάρχουν μαθητές, εκπαιδευτικοί, μια κοινωνία που παλεύει για δωρεάν, δημόσια, υψηλού επιπέδου παιδεία για όλους. Ζει γιατί δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουμε να σφυροκοπάμε τις αλυσίδες μας.
ΖΕΙ, ΖΕΙ Ο ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ ΖΕΙ!
ΥΓ Έστω και τώρα, έστω και σε αυτή την κοινωνία των λούμπεν του Μητσοτακισμού, ας μην ξεχάσουμε την θυσία του και ας κατέβουμε όλοι στους δρόμους για ένα ακόμα συνταγματικό πραξικόπημα ένος ακόμα μέλους της Φαμίλιας Μητσοτάκη, που έχει σκοπό να απαξιώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση, να ξεπουλήσει τα πτυχία μας, με ιδιωτικά αναβολάδικα που αυτοαποκαλούνται πανεπιστήμια. Έστω αυτό το τελευταίο οχυρό της δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου το παιδί του βιομήχανου και το παιδί του εργάτη έχουν το δικαίωμα να μορφωθούν στο ίδιο πανεπιστήμιο, ας το υπερασπιστούμε…
Πέρασαν 33 χρόνια από την υπόθεση του Νίκου Τεμπονέρα! Του αδικοχαμένου καθηγητή από το αιμοβόρο χέρι, οπλισμένο με λοστάρι, του Γιάννη Καλαμπόκα, ο οποίος μετά από 7 χρόνια φυλακής, συνέχισε ατάραχος τη ζωή του. Άνοιξε τη δική του επιχείρηση, έγινε προϊστάμενος της Εθνικής τράπεζας σε παράρτημα του Βόλου και έπινε τα τσίπουρά του μαζί με τον Χρυσαυγίτη Βασίλη Ηλιόπουλο!

ΕΑΜ

Το Εργατικό Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.) είναι μια μικρή κομμουνιστική συλλογικότητα, που ιδρύθηκε το 1985 στην Πάτρα, όπου και δραστηριοποιείται κυρίως, απο στελέχη του ΚΚΕ που είχαν αποχωρήσει, διαφωνώντας με την τότε συνδικαλιστική συνεργασία του κόμματός τους με την ΠΑΣΚΕ (τη συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ) για την ανάδειξη Δ.Σ σωματείων της περιοχής.
Το Ε.Α.Μ. ήταν στελεχωμένο κατά κύριο λόγο από βιομηχανικούς εργάτες της περιοχής της Πάτρας και διακήρυττε την ανάγκη ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος πάνω στη βάση του μαρξισμού – λενινισμού και του ταξικού προσανατολισμού. Είχε αρκετές αναφορές στο μ -λ χώρο, στις παρυφές του οποίου κινήθηκε, μιλώντας όμως για ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος. [1]
Η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως «πολιτική οργάνωση της Εργατικής τάξης μέσα στις σκληρές και πολύπλοκες συνθήκες της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, σε σύγκρουση με το καθεστώς της εξάρτησης και τους πολιτικούς εκφραστές του, αλλά και σε σύγκρουση με τον σοσιαλρεφορμισμό και ευρωκομμουνιστικό αναθεωρητισμό, με τη διαστρέβλωση των Μαρξιστικολενινιστικών αρχών στον ιδεολογικό πολιτικό και οργανωτικό τομέα.
Μέλος του Ε.Α.Μ. ήταν ο εκπαιδευτικός Νίκος Τεμπονέρας, ο οποίος δολοφονήθηκε στην Πάτρα από τον πρόεδρο της τοπικής ΟΝΝΕΔ και δημοτικό σύμβουλο της Νέας Δημοκρατίας, Ιωάννη Καλαμπόκα στις 9 Ιανουαρίου 1991, ενώ υπερασπιζόταν τους μαθητές που αγωνίζονταν ενάντια στο πολυνομοσχέδιο του υπουργού της Νέας Δημοκρατίας, Βασίλη Κοντογιαννόπουλου.[4]
Τα επόμενα χρόνια, η αποβιομηχανοποίηση της Πάτρας είχε ως αποτέλεσμα την απομαζικοποίηση της οργάνωσης, η οποία απώλεσε έτσι μεγάλο μέρος της βάσης της.[5] Το Ε.Α.Μ. αναφέρεται ως οργάνωση τοπικού χαρακτήρα.
Η οργάνωση δρα κυρίως στο συνδικαλιστικό κίνημα, έχοντας συγκροτήσει το Συνδικαλιστικό Εργατικό Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο (Σ.Ε.Α.Μ.). Δραστηριοποιείται κυρίως στους εργατικούς χώρους, μέσα στα πρωτοβάθμια σωματεία.[6] Έχει δράσει επίσης, σε συνεργασία και με άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, και στο αντιρατσιστικό και αντιπολεμικό κίνημα, καθώς και στο εκπαιδευτικό.





