Με αφορμη την παρακατω αναρτηση στην σελιδα του ΙΛΜΕ, θυμιζω πως οι πρωτοι προσφυγες πολεμου στην Ερμιονιδα (εξορισμενοι απο τους Αργειους)καταγραφονται το 468 πΧ οταν εφθασαν στην περιοχη μας οι κατοικοι της Τυρινθας . Οι κατοικοι της Ερμιονης τους εστειλαν στο Πορτο Χελι οπου και ιδρυσαν την πολη των Αλιεων εκ Τυρινθας για 165 χρονια μεχρι το 303 πΧ οταν η πολη καταστραφηκε απο τον Δημητριο τον πολιορκητη

Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αίγινας και της Αθήνας (488-481 π.Χ.),1000 Αργείοι υπό τον Ευρυβάτη, διακεκριμένο αθλητή στο πένταθλο, στάλθηκαν στο νησί να βοηθήσουν τους κατοίκους να ανατρέψουν την κυβέρνηση, αλλά απέτυχαν και λίγοι από αυτούς γύρισαν στο Άργος. Ο ίδιος ο Ευρυβάτης προκάλεσε τους πολεμιστές των Αθηναίων σε μονομαχία και σκότωσε τρεις από αυτούς διαδοχικά. Στο τέλος όμως πέθανε από τον Σοφάνη, ήρωα της μάχης των Πλαταιών.Μετά τον οστρακισμό του, ο Θεμιστοκλής κατέφυγε στο Άργος όπου ενίσχυσε τη δημοκρατική παράταξη της πόλης και διαμόρφωσε εχθρικό κλίμα προς τη Σπάρτη. Με ενέργειες του Θεμιστοκλή δημιουργήθηκε η συμμαχία Άργους και Τεγέας. Ο Θεμιστοκλής διώχθηκε από το Άργος πιθανότερα το 465 π.Χ, με ενέργειες των Σπαρτιατών. Την ίδια χρονιά οι Σπαρτιάτες συγκρούστηκαν με τους Αργείους και Τεγεάτες στην Τεγέα όπου και νίκησαν. Λίγο πριν το 468 π.Χ. οι Αργείοι είχαν προχωρήσει στη κατάληψη και την ισοπέδωση των Μυκηνών[5] και της Τίρυνθας, οι κάτοικοι των οποίων εκδιώχθηκαν. Οι Τιρύνθιοι τότε κατέφυγαν στην περιοχή της Ερμιονίδας όπου τους παραχωρήθηκε από τους Ερμιονείς για εγκατάσταση η παραλιακή πόλη Αλιείς.

Ομως προσφυγες πολεμου και μεταναστες φυγαδες μεμονωμενοι σε οικογενειες η σε ομαδες κυνηγημενοι απο την εξουσια τον πολεμο  και την πεινα απο διαφορες εθνοτητες και φυλες παντα εφταναν  σε ολη τη γη και αλλοι ριζωναν, αλλοι συνεχιζαν το ταξιδι τους μεχρι να βρουν την Ιθακη τους. Αυτη ειναι η μοιρα της ανθρωποτητας.

Προσφατα με το μεγαλο προσφυγικο ρευμα λογω πολεμων των περασμενων χρονων ειχαμε προσφυγες πολεμου πρωτα απο την Συρια και την Μεση Ανατολη και μετα και απο την Αφρικη .Η τοπικη κοινωνια ενω στην αρχη εδειξε αλληλεγγυη και συμπαρασταση το 2016

στην συνεχεια στο δευτερο κυμα  ηταν στην πλειοψηφια της οπως σε ολη τη χωρα(και μεσα απο ολους τους εκπροσωπους των παραταξεων στον Δημο) εχθρικη με προσχημα και την πανδημια. Επαναληφθηκε η σκηνη που περιγραφει ο κ Φασιλης για τους προσφυγες του 1922 και την αρχικη αντιμετωπιση τους απο τους Αρβανιτες κατοικους της Ερμιονης.

Το πρώτο ελληνικό έδαφος που πατήσαμε ήταν η Ερμιόνη. Η εντύπωσίς μας ήταν ότι βρήκαμε την πόλη -κωμόπολη με κλειστά τα παράθυρα και κλειστές τις πόρτες και άκρα σιγή. Οι άνθρωποι είχαν κακές πληροφορίες για τους πρόσφυγες, ότι θα ερχόντουσαν εξαγριωμένοι να λεηλατήσουν κ.λπ. και κλείστηκαν στα σπίτια τους“.

Τελικα με εντονες πιεσεις κινητοποιησεις υπογραφες κλπ οι προσφατοι προσφυγες εφυγαν απο εδω και η δομη (ξενοδοχειο) που τους φιλοξενουσε με χρηματα διεθνων οργανισμων λειτουργει πλεον ξανα ανακαινισμενη για πρωτη φορα μετα απο χρονια με ξενους  και Ελληνες επισκεπτες.

Ενω το 1922 η φτωχικη τοπικη κοινωνια ανοιξε τελικα μετα απο λιγες ωρες την αγκαλια της στους προσφυγες η σημερινη ευκαταστατη  κοινωνια την κρατησε πεισματικα κλειστη μεχρι το τελος.

Γραφει η Μαρίκα Γιαηλόγλου για το ερχομό τους στην Ερμιόνη: ”… ύστερα από 5 ημέρας δηλ. στις 17 Οκτωβρίου 1922, το πλοίον μας έφερε εις μιαν πόλιν της Πελοποννήσου, την Ερμιόνην και από εκεί δια ξηράς επήγαμεν στο Κρανίδιον. Εκεί δεν περνούσαμεν καθόλου καλά, διότι από τη μια εσκεπτόμεθα τι εγένετο ο πατέρας μου εις τα χέρια των τυράννων και από την άλλην τι θα γίνη η δική μας κατάστασις σε ένα ξένο μέρος που δεν εγνωρίζαμεν κανένα. Κατά τύχην, οι κάτοικοι ευρέθησαν φιλόξενοι και μας έδωσαν ένα σπίτι δωρεάν, δια να μη χάσω δε τα μαθήματά μου, πήγαινα και εκεί στο Σχολείον και με έδωσαν δωρεάν όλα τα χρειαζούμενα. Μετά 8 μήνες η μαμά μου εσκέφθη να υπάγει στας Αθήνας να εύρει ένα σπίτι και να μας πάρει».

Αλλα και οσοι προσφυγες εμειναν στην Ερμιονιδα αργησαν να γινουν αποδεκτοι απο μερος της τοπικης κοινωνιας. Αλλαξαν τα επωνυμα τους προς το Ελληνικοτερο , συναντουσαν αντισταση απο τις οικογενειες των ντοπιων κοριτσιων οταν τις ζητουσαν σε γαμο , αποκαλουσαν τα παιδια τους «Τουρκοπουλα» καποιοι συμμαθητες τους στο σχολειο. Ηταν βλεπετε και η γλωσσα ενα εμποδιο. Οι Αρβανιτες με την δικια τους ντοπιολαλια δεν αποδεχοντουσαν τους Μικρασιατες γιατι μιλουσαν Τουρκικα.

Οι ντόπιοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη και το χιούμορ του και καλοπροαίρετα τον πείραζαν για την πολυτεκνία του και για την χαρακτηριστική περίεργη προφορά του, αφού δεν κατάφερε ποτέ να μάθει σωστά τα Ελληνικά.

Χαρακτηριστικό ήταν το παράπονο της Φ. Χαϊδεμένου: “Στην Τουρκία μας φέρθηκαν σαν Έλληνες και στην Ελλάδα σαν Τούρκους”.

Το προσφυγικο ΔΕΝ ειναι ιστορια. Καθε μερα καραβια απο απελπισμενους βουλιαζουν στην Μεσογειο κορμια ξεσκιζονται στα συρματοπλεγματα στα συνορα απελπισμενοι ανθρωποι φυλακιζονται σε στρατοπεδα συγκεντρωσης σε αθλιες συνθηκες μπας και μολυνουν τον Ευρωπαικο «πολιτισμο». Ο πρσγυγας ο μεταναστης ο ξενος δεν ειναι απειλη και φοβος.Ειναι πλουτος. Οικονομικος και ψυχης. Το ανακαινισμενο ξενοδοχειο που τους φιλοξενουσε ειναι η αποδειξη. Ελπιζω καποτε οι εκπροσωποι μας στο Δημοτικο Συμβουλιο να βρουν το πολιτικο θαρρος να αναγνωρισουν το λαθος τους στην διαχειριση του προσφυγικου τα προηγουμενα χρονια και να αναθεωρησουν τις αποψεις τους.

Σημειωση. Στην μελετη του κ Φασιλη υπαρχουν πολυτιμα στοιχεια. Στα αιτια που οδηγησαν στην Μικρασιατικη καταστροφη θιγει καποιες παραμετρους αλλα δεν προχωρα. Οπως θα εχετε διαβασει οσοι παρακολουθειτε το ιστολογιο μου την κυρια ευθυνη και σε αυτη τη καταστροφη την ειχε το παλατι και η αυλη του. ο Κωνσταντινος Α και τα παιδια του . Αυτη η πληγη πανω στην ιστορια της χωρα; που οσοι αιωνες κι αν περασουν δεν θα κλεισει ποτε παρ ολο που τελικα τους διωξαμε τους Γλυξμπουργκ οπως και τον προκατοχο τους τον Οθωνα.Και σε αλλα σημεια της μελετης εχω διαφωνιες με τον συγγραφεα και την λυρικη γραφη του  χωρις αυτο να μειωνει την αξια της σαν καταγραφη πρωτολειου υλικου της τοπικης ιστοριας που εχει συγκεντρωσει και καταγραψει.

ΙΛΜΕ αρθρο του Του Γιώργου Φασιλή Αντιπτέραρχου Ιπτάμενου ε.α  Επίτιμος Δκτής Σχολής Ικάρων

Το χρονικό μιας τραγωδίας.

Η υποδοχή των προσφύγων του 1922

και η ζωή τους στην Ερμιόνη.

Του Γιώργου Φασιλή*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μεγάλο το βάρος της ευθύνης, όταν καλείσαι να ερευνήσεις και να παρουσιάσεις ένα θέμα που σχετίζεται με κορυφαία ιστορικά γεγονότα της πατρίδας και αγγίζει τις καρδιές ολόκληρης της Ελληνικής κοινωνίας.

Τον Αύγουστο 2012 στην Ερμιόνη, σε ένα μεγάλο και εξαίρετο ακροατήριο, είχα τη χαρά και μεγάλη τιμή να παρουσιάσω το θέμα ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ. Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΟΥ 1922 ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ.

Ένα πολύ ευαίσθητο θέμα, γεμάτο πόνο και δυστυχία και μεγάλη πρόκληση για μένα, αφού ανάλογη έρευνα δεν είχε ξαναγίνει στο παρελθόν. Ένα χρόνο πριν, με σεβασμό στη προσφυγιά, ξεκίνησα τη συλλογή στοιχείων, ένα εγχείρημα ομολογώ δύσκολο, διότι οι πληροφορίες από τα τοπικά αρχεία ήταν ελάχιστες και οι ζωντανές πηγές πληροφόρησης, οι πρωταγωνιστές δηλαδή, που έζησαν τις φοβερές στιγμές του 1922, δυστυχώς, δεν υπήρχαν στη ζωή.

Μοναδική πηγή μου οι απόγονοί τους, οι οποίοι μετά το αρχικό αναμενόμενο ξάφνιασμα, επειδή κάποιος θέλησε να ασχοληθεί με τις ρίζες τους, μου άνοιξαν τα σπίτια τους και τη καρδιά τους και με δέχτηκαν με ζεστασιά και μεγάλη διάθεση να βοηθήσουν. Αγκάλιασαν τη προσπάθειά μου, την έκαναν δική τους υπόθεση, με εμπιστεύθηκαν και με συγκινητική προθυμία, ήθελαν να μου μεταφέρουν τις αφηγήσεις των γονιών τους, αυτό το σπαρακτικό και συνάμα θαυμαστό βίωμα με τον πόνο της προσφυγιάς, αλλά και το κουράγιο τους για μια νέα αρχή. Στις ευχαριστίες μου, απαντούσαν ευγενικά: «Εμείς σ’ ευχαριστούμε, που βγάζεις από το σεντούκι μας κομμάτια της ζωής μας, για τα οποία είμαστε υπερήφανοι, αλλά κανένας μέχρι τώρα, δεν θέλησε να ασχοληθεί».

Με την ευκαιρία των 90 χρόνων της Μικρασιατικής τραγωδίας, το βράδυ αυτό, αποδώσαμε φόρο τιμής στις ψυχές των αθώων που σφαγιάστηκαν στα ματωμένα χώματα της Ιωνίας και σε εκείνους που θρηνώντας έφτασαν στην Ελλάδα ξεριζωμένοι. Εκτελέσαμε το ιερό καθήκον μας έναντι της ιστορικής αλήθειας, για την απώλεια του δεύτερου πυλώνα του Ελληνισμού, μιας άλλης Ελλάδας, ενός μέλους του εαυτού μας και του πολιτισμού μας.

Με υπερηφάνεια και συγκίνηση ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο, ανοίγοντας μια άγνωστη για τους πολλούς σελίδα της τοπικής μας ιστορίας, σχετικά με τη συμμετοχή της Ερμιόνης σε ένα από τα δραματικότερα κεφάλαια της Ιστορίας, τη τραγωδία του 1922. Η εκδήλωση αφιερώθηκε στους προγόνους μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, που έζησαν σε αυτό τον τόπο ένα αιώνα πριν και αγκάλιασαν με στοργή τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες. Αφιερώθηκε και σε όλους τους πρόσφυγες, αφιερώθηκε και σε όσους σήμερα μπορούν να αισθανθούν τι σημαίνει προσφυγιά.

Η προσφυγιά είναι ένα θέμα που μας προκαλεί και μας προσκαλεί να σκύψουμε στο πόνοτη θλίψη και την εξαθλίωση, αλλά και στην υπερηφάνεια, την αξιοπρέπεια, την ψυχική δύναμη, τη δημιουργία και το πάθος για τη ζωή.

Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος γράφει:

“Άντρα και γείτονα και φίλε,

στη φτώχεια και την προσφυγιά,

μια παγωμένη σπίθα στείλε,

να σου την κάνω πυρκαγιά”

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συντρίβεται και παραδίδεται στους συμμάχους άνευ όρων. Η Ελλάδα βρίσκεται στο στρατόπεδο των νικητών και περιμένει την ανταμοιβή της. Η έκταση και ο πληθυσμός της έχουν διπλασιασθεί, αλλά ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με τη διορατικότητά του κρίνει ότι είναι η κατάλληλη συγκυρία για την πραγματοποίηση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας, που επί 465 χρόνια από την άλωση της Πόλης, μεταφέρεται ως θρύλος από γενιά σε γενιά των Ελλήνων.

Tο θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ με άλλα συμμαχικά πλοία αγκυροβολεί στον Βόσπορο και πλημμυρίζει με συγκίνηση και εθνική υπερηφάνεια τους 200.000 Έλληνες της Πόλης. Στο Πατριαρχείο τελείται δοξολογία, οι Βυζαντινοί ύμνοι δονούν την ατμόσφαιρα, οι θρύλοι ζωντανεύουν και οι Έλληνες αρχίζουν να ονειρεύονται. Πιστεύουν ότι έφτασε η ώρα να πληρωθεί ο μύθος του “πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι!!”

Στη διάσκεψη της ειρήνης (Ιαν. 1919) για το μοίρασμα των κεκτημένων του πολέμου, ο Βενιζέλος με την προσωπικότητα και τη ρητορική του δεινότητα κερδίζει την εύνοια των συμμάχων και διεκδικεί εδάφη της Μ. Ασίας και ιδιαίτερα της Σμύρνης.

Οι σύμμαχοι για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή το εγκρίνουν και στις 2 Μαΐου 1919, νηοπομπή με Ελληνικό Στρατό καταφθάνει στο λιμάνι της Σμύρνης και ανατέλλει ο ήλιος της λευτεριάς. Πρώτο δένει στη προκυμαία συμβολικά το υπερωκεάνιο ΠΑΤΡΙΣ και προκαλεί φρενίτιδα ενθουσιασμού και συγκίνησης στη λαοθάλασσα των Ελλήνων, που 465 χρόνια περίμεναν την ευλογημένη αυτή μέρα. Με ροδοπέταλα και δάφνες ραίνουν τους στρατιώτες και με τις σημαίες έχουν μετατρέψει τους δρόμους σε γαλανόλευκους χειμάρρους! Ακόμα και τα γαμήλια στέφανα κατέβασαν από τις στεφανοθήκες οι γυναίκες, για να στεφανώσουν τους στρατιώτες. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος ευλογεί τους στρατιώτες και αναφωνεί “Χριστός Ανέστη!” Η ατμόσφαιρα δονείται από το “Χαίρε, ω χαίρε λευτεριά!” Είναι μέρα Αναστάσεως και εθνικής υπερηφάνειας! Είναι η μέρα της πολυπόθητης λευτεριάς!

Σε λίγους μήνες οι Έλληνες στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και πολλοί νέοι της Ερμιόνης, με ηρωικές μάχες καταλαμβάνουν σημαντικές πόλεις γύρω από την Σμύρνη. Ωστόσο, ο νέος ηγέτης των Τούρκων Κεμάλ Ατατούρκ, που γνωρίζει ότι το ρολόι της ιστορίας σήμανε τη δική του ώρα για τη δημιουργία της Νέας Τουρκίας, οργανώνει στρατό και αντεπιτίθεται. Ο Βενιζέλος πετυχαίνει την έγκριση των συμμάχων για προέλαση στο εσωτερικό της Τουρκίας, με σκοπό να μειώσει τη δύναμη του Κεμάλ και σε 35 ημέρες οι Έλληνες, με νικηφόρες μάχες μοναδικής γενναιότητας, αλλάζουν τον χάρτη της Μ. Ασίας. Ο θρίαμβος της Μικρασιατικής εκστρατείας αρχίζει και η Ελλάδα μετατρέπεται σε δύναμη των δύο Ηπείρων και των 5 θαλασσών με τριπλάσιο πληθυσμό και έκταση.

Όμως, τα μεγάλα επιτεύγματα έχουν αξία όταν κατοχυρώνονται και εξασφαλίζονταιΣύμφωνα με τον Εμμανουήλ Ρέπουλη, “Στον τόπο μας, μαζί με τα δαιμόνια της αναδημιουργίας, γεννώνται και δαιμόνια καταστροφής. Τα πρώτα εν ώρα εθνικής δυσφορίας. Τα δεύτερα εν καιρώ ευτυχίας”.

Ένα χρόνο μετά, ο Βενιζέλος, ο βασιλιάς χωρίς στέμμα, όπως τον αποκαλεί ο Γερμανός βιογράφος Λούντβιχ, με το τιμόνι μιας μεγάλης Ελλάδας στα χέρια του, στο απόγειο της δόξας του, αφού έχει υλοποιήσει το όραμά του, αιφνιδιάζοντας τους πάντες προκηρύσσει εκλογές.

Απρόσμενα γεγονότα φέρνουν πολιτική και κοινωνική αναταραχή και το δαιμόνιο του διχασμού, της διχόνοιας, της γνωστής κατάρας της φυλής μας, για μια ακόμη φορά γεννιέται, κυριαρχεί και επηρεάζει τις εξελίξεις. Ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές, το πηδάλιο της χώρας αλλάζει χέρια και η νέα Κυβέρνηση χωρίς όραμα και στρατηγική επιλέγει την συνέχιση της εκστρατείας προς την Άγκυρα, αγνοώντας τις σοβαρές επιφυλάξεις της στρατιωτικής ηγεσίας για την επιτυχία της. Οι Έλληνες στρατιώτες με απίστευτη γενναιότητα και μάχες που αποτελούν έξοχα παραδείγματα ανδρείας και τόλμης παγκόσμιας αναγνώρισης, γράφουν χρυσές σελίδες δόξας και καταφέρνουν να φθάσουν 50 χιλ. από την Άγκυρα. Ωστόσο, ολέθρια λάθη στρατηγικής και τακτικής και η υποτίμηση των ικανοτήτων του Κεμάλ, αφήνουν τον στρατό χωρίς έμπνευση και όραμα, δεν γνωρίζει γιατί πολεμά, κουράζεται, το ηθικό του καταρρακώνεται και αρχίζουν οι πρώτες ήττες.

Ο Κεμάλ καταφέρνει να στρέψει τη προσοχή των συμμάχων πάνω του, γίνεται συνομιλητής τους και τους πείθει ότι τώρα αυτός εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Οι σύμμαχοι αλλάζουν πολιτική, αφήνουν την Ελλάδα μόνη και η Κυβέρνηση εισέρχεται σε διπλωματική δίνη. Το 1919 για τους συμμάχους η Ελλάδα ήταν η λύση και η Τουρκία το πρόβλημα. Τώρα, η Ελλάδα γίνεται το πρόβλημα και η Τουρκία η λύση. Ο Κεμάλ ισχυροποιείται στην Ευρώπη, η Ελλάδα απομονώνεται και η νικηφόρα Μικρασιατική εκστρατεία μετατρέπεται σε τραγική περιπέτεια.

Τον Αύγουστο 1922, ο Κεμάλ εκδηλώνει σφοδρή επίθεση, αποδιοργανώνει τον στρατό και τον υποχρεώνει σε γενική υποχώρηση. Οι Τούρκοι κερδίζουν την τελευταία μάχη του πολέμου, τη μάχη που έκρινε τα πάντα. Το μέτωπο του Ελληνικού στρατού διασπάται και αρχίζει η άτακτη φυγή του. Πανικόβλητοι οι στρατιώτες τρέχουν προς τα παράλια για να διαφύγουν στα νησιά του Αιγαίου. Αυτό το περήφανο στράτευμα, που μόνο το δρόμο της νίκης ήξερε και με τον ηρωισμό του προκάλεσε τον θαυμασμό της Ευρώπης, μετατρέπεται σε νεκρική πομπή και σε 15 μέρες χάνει ό,τι πέτυχε σε 3 χρόνια χωρίς ουσιαστικά να ηττηθεί.

Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν κρίθηκε στο πεδίο τη μάχης. Όλα χάθηκαν από λανθασμένες αποφάσεις πολιτικών και στρατιωτικών, με μεγάλο υπεύθυνο και πραγματικό ένοχο τον εθνικό διχασμό. Γράφει ο Εμμ. Ρέπουλης: “Η συμφορά προήλθε από τα σπλάχνα της Ελλάδος, δεν προεκλήθη από την υποχώρηση του Στρατού. Ο Έλληνας στρατιώτης δεν ηττήθηκε! Το τρισχιλιετές δένδρο του Ελληνισμού το εξεριζώσαμεν ημείς οι ίδιοι με τα χέρια μας! Την Ελλάδα, δεν την συντρίβει το μοιραίον. Αυτοσυντρίβεται!”. Ακόμα και ο Κεμάλ αργότερα θα ομολογήσει: “Η Ελλάς δεν ηττήθηκε! Αυτοηττήθηκε!”.

Η Μικρασιατική εκστρατεία, που αναμενόταν ως θρύλος, άρχισε ως θρίαμβος και έκλεισε ως θρήνος, γίνεται κορυφαίο κεφάλαιο στη Μαύρη Βίβλο της Παγκόσμιας Ιστορίας, γίνεται η μητέρα των δεινών της Ελλάδας και κηλιδώνει το βιβλίο της Ιστορίας μας, με το ανεξίτηλο 1922! Ο Ελληνισμός αποχωρεί βαριά τραυματισμένος και η μακραίωνη ιστορία της Ιωνίας με το όραμα της “Μεγάλης Ιδέας” κλείνει απότομα και οριστικά, στήνεται το σκηνικό και ανοίγει η αυλαία μιας ανελέητης και ανείπωτης τραγωδίας.

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Σμύρνη, Παρασκευή 26 Αυγούστου 1922. Ξημερώνει η Εθνική Μεγάλη Παρασκευή!

Το τελευταίο πλοίο του Στόλου μας σηκώνει άγκυρα και το βράδυ, το τελευταίο Ελληνικό βράδυ της Μικρασίας, η γαλανόλευκη υποστέλλεται για τελευταία φορά.

Τη νύκτα στα σοκάκια κυριαρχεί ο τρόμος. Την επομένη, Σάββατο, 27 Αυγούστου, χιλιάδες χριστιανοί έχουν κατακλύσει την Αγία Φωτεινή, όπου τελείται με τραγική μεγαλοπρέπεια η τελευταία Θεία Λειτουργία. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, γονατιστός μπρος στην Αγία Τράπεζα προσεύχεται σιωπηλά! Γνωρίζει ότι σε λίγο αυτός και το ποίμνιό του θα αντιμετωπίσουν την αγριότητα των Τούρκων και είναι έτοιμος να περάσει στην αθανασία! Να γίνει ο Χρυσόστομος της Σμύρνης.

Οι πιστοί περιμένουν τη Θεία Μετάληψη. Βγαίνει στην Ωραία Πύλη, μια θεϊκή γαλήνη έχει απλωθεί στο πρόσωπό του, αγέρωχος σηκώνει το Άγιο Ποτήριο και τους ενημερώνει ότι θα κοινωνήσει μόνο ένα μικρό παιδί, στο όνομα όλων.

Στο τελευταίο του κήρυγμα λέει: “….Η Θεία Πρόνοια δοκιμάζει την πίστη μας, το θάρρος μας και την υπομονή μας την ώραν αυτήν. Αλλά ο Θεός, δεν εγκαταλείπει τους Χριστιανούς…”.

Στις 11 ακριβώς, η Νύμφη της Ιωνίας, η Σμύρνη μας, η Γκιαούρ Ιζμίρ, (άπιστη Σμύρνη για τους Τούρκους), το μαργαριτάρι της Ανατολής για τους Ευρωπαίους παραδίδεται στο μεθυσμένο από μίσος τούρκικο γιαταγάνι και σε τρεις ημέρες τυλίγεται στις φλόγες. Οι καπνοί τυλίγουν τα κτίρια, τα δάκρυα πνίγουν τα όνειρα. Σπίτια, μαγαζιά, ορθόδοξοι ναοί, Ελληνικά σχολεία γίνονται στάχτη και το σκοτάδι σκεπάζει παρελθόν και παρόν. Ξεμαλλιασμένες κοπέλες, αλλόφρονες άντρες, γυναίκες, γέροι, γριές, παιδιά τρέχουν… τρέχουν… Ο τρόμος τους δίνει δύναμη να σέρνουν τα κουρέλια του κορμιού τους! Έρχονται!… Έρχονται! Οι μόνες κραυγές που ακούγονται! Χιλιάδες Χριστιανοί σφαγιάζονται. Παπάδες σταυρώνονται στις εκκλησιές και μισοπεθαμένα κορίτσια και αγόρια ατιμάζονται πάνω στις Άγιες Τράπεζες. Όσοι γλιτώνουν ξεχύνονται στη παραλία, ποδοπατούνται, λιποθυμούν, ξεψυχούν. Τους τρελαίνουν οι φλόγες, ο καπνός, οι χατζάρες και τα βόλια που αναζητούν σάρκα για να χορτάσουν! Παντού περπατάει ο τρόμος! Μπρος θάλασσα! Πίσω φωτιά και σφαγή! Πέφτουν στα νερά και πνίγονται! Πολλοί, κολυμπούν προς τα συμμαχικά πλοία για να σωθούν, αλλά οι ναύτες ρίχνουν ζεματιστό νερό και σε μερικούς, που καταφέρνουν να πιαστούν στην κουπαστή τους κόβουν τα χέρια! Τα ουρλιαχτά είναι φρικτά, ηχούν εκκωφαντικά και αποτρόπαια και ο διοικητής του Συμμαχικού Στόλου, διατάζει να παίξουν χαρούμενη μουσική για να μην ακούγονται οι κραυγές απελπισίας. Σκηνές μοναδικής αγριότητας και φρίκης που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Στιγμές χάους, στιγμές ανυπαρξίας, κάτι σαν μούδιασμα, σαν νέκρωμα. Σταματά ο νους και στη ψυχή παλεύει ασυνείδητα η τραγική αλήθεια με το γλυκό ψέμα. Έχουν άραγε καμία σχέση αυτές οι σκηνές με “συνωστισμό”, όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι, θέλοντας να εξαφανίσουν τη συλλογική μνήμη και την ιστορική αλήθεια;

O Αμερικανός Πρόξενος προσφέρει στον Χρυσόστομο άσυλο, μα ο Ιεράρχης απαντά: “Ο ποιμήν ο καλός, τίθησι την ψυχήν αυτού, υπέρ του ποιμνίου αυτού. Θα μείνω εδώ!” Και παραδίδεται στο λυσσαλέο αλλόθρησκο πλήθος, δέχεται τον απόλυτο ανθρώπινο εξευτελισμό και κατακρεουργημένος, ένα κατασπαραγμένο κουφάρι, χωρίς άκρα, τηρώντας την εντολή της Αποκάλυψης “Γίνου πιστός άχρι θανάτου“ (μείνε πιστός μέχρι τον θάνατο), αφήνει τη τελευταία του πνοή στους δρόμους της αγαπημένης του Σμύρνης, με το αίμα του να ποτίζει τα καλντερίμια της. Ακόμα και οι Τούρκοι τρόμαξαν στην αποκάλυψη της θηριωδίας τους και έχουν καλύψει με βαθύ μυστήριο τις τελευταίες ώρες του Ιερομάρτυρα, που η θυσία του φώτισε ολόκληρο το Μικρασιατικό δράμα και έγινε ο άρρηκτος δεσμός του Ελληνισμού με τις αλησμόνητες πατρίδες. Κάθε τι το Ελληνικό και Χριστιανικό εξαφανίζεται και η γη της Ιωνίας, “το κατάλευκο κρίνο των ευαγγελισμών” για τον Κωστή Παλαμά, “η ευλογία του Θεού, το μύρο και το χρώμα του Αιγαίου” για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μετατρέπεται σε έναν τεράστιο ομαδικό τάφο του Ελληνισμού, με εκατόμβες θυμάτων και ανείπωτες φρικαλεότητες. “Όταν η φρίκη ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια”, γράφει ο Στρατής Μυριβήλης, “ο πεζογράφος, ο ποιητής και ο δραματουργός, είναι ανίκανος να την αντικρίσει, κατά πρόσωπο! Ο λόγος, φαίνεται φτωχός, αναιμικός “.

Η Μικρασιάτισα Διδώ Σωτηρίου, διάσημη συγγραφέας, έζησε την τραγωδία και περιγράφει: “Θρασιμένοι ζεϊμπέκοι, φορτωμένοι κουμπούρια και χατζάρες, μπουκάρουνε και ξαφρίζουνε το άνθος των νιάτων! Χερούκλες απλώνονται πάνω σε λυμπιστερά παλληκάρια και σε όμορφα κορίτσια. Τα σέρνουνε πίσω από το τελωνείο, τα βιάζουνε και τα εκτελούνε! Έτσι έγινε με την Αφρούλα και με την Ρέα, μια μαθητριούλα 14 χρόνων. Η γιαγιά της Αφρούλας καλότυχη, με το που είδε να πιάνουν το κορίτσι, έμεινε στον τόπο! Μα η μάνα της Ρέας, σπάραζε και έσκιζε τα μάγουλά της και έτρεχε πίσω τους. “Αφήστε το κοριτσάκι μου, εμένα πάρτε!” Tα ματωμένα δάκτυλά της, τσάκωσαν το μπλουζάκι της και το ξέσκισαν. “Κοιτάχτε!” έκανε και έδειχνε το στήθος της, σαν υπόσχεση. “Εμένα πάρτε! Όχι αυτό!” Κοριτσάκι μου! Ρέα μου!”

Πήγαμε στο νεκροταφείο. Ούτε σπιθαμή να σταθείς. Πάνω σε ένα μνήμα, μια γυναίκα ξαπλωμένη τα μπρούμητα χτυπούσε με τις γροθιές τη μαρμάρινη πλάκα και φώναζε στον άντρα της. “Βρασίδα! Που είσαι να δεις τι κάνουν στο κοριτσάκι σου!

Το αγνό σου κοριτσάκι, Βρασίδα! Το ατιμάσανε! Στρατός… λεφούσι… πάνω στο κορμάκι του! Βρασίδα σήκω! Αναστήσου! Αναστήσου! Έλα να μας παρασταθείς, Βρασίδα!”

Οι Τούρκοι στέλνουν τελεσίγραφο. «Σε τρεις μέρες, οι άνδρες μεταξύ 18 και 45, κηρύσσονται αιχμάλωτοι πολέμου και σε οκτώ μέρες, οι υπόλοιποι να έχουν εγκαταλείψει την Τουρκία». Και σαν σεισμός συθέμελος, αρχίζει ο ματωμένος ξεριζωμός των Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες, με κορύφωση του δράματος της προσφυγιάς. Από τα βάθη της Ανατολής όπου υπήρχαν Έλληνες, ανθρώπινα μπουλούκια, πανικόβλητοι, φορτωμένοι με μπόγους, με την απόγνωση ζωγραφισμένη στα πρόσωπα, κατηφορίζουν στους δρόμους, στα χωράφια, στις όχθες των ποταμών, στις απόκρημνες πλαγιές βουνών και λόφων και ξεχύνονται προς τα παράλια. Που θα πάνε; Έχουν σκεφτεί; Όχι, δεν έχουν τέτοιες σκέψεις τούτη την ώρα. Τώρα πρέπει να σωθούν, να γλυτώσουν τη χατζάρα του Τούρκου, τώρα κοιτάζουν να γλυτώσουν το κεφάλι τους.

Η ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

Με τη μάσκα της απελπισίας στο πρόσωπο, ρακένδυτοι και εξαθλιωμένοι, τραγικές φιγούρες, φτάνουν στα παράλια και ανάμεσα σε φλόγες και θάλασσα, ψάχνουν το καράβι της σωτηρίας για να γλιτώσουν από το τούρκικο λεπίδι. Με δεκάδες πλοία, τα “πλοία της συμπόνοιας”, όπως τα χαρακτήρισαν, μεταφέρονται στις ακτές και τα λιμάνια της Ελλάδας. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι του Ατταλιώτη δάσκαλου και ποιητή Π. Χατζηαντώνογλου “Φεύγαν τα πλοία …. βαριά πολύ τη δυστυχία φορτωμένα. Ψάχναν… της χαράς να βρούνε τα ακρογιάλι….”

Και η δακρυσμένη Μικρασία, της προσφυγιάς και της απόγνωσης, απλώνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα σαν το ποτάμι, που ξεχείλισε και έχασε τη στράτα του, σαν το πεινασμένο κοπάδι που αναζητά τροφή. Κανείς δεν ξέρει πόσοι τελικά είναι αυτοί που κουρνιάζουν σαν καταδιωγμένα πουλιά και πόσοι έρχονται ακόμα. Πνίγεται ο Πειραιάς! Ασφυκτιά η Αθήνα! Ζητά βοήθεια η ύπαιθρος! Η κοινωνική γεωγραφία αλλάζει και επικρατεί παντού χάος! Σε 2 μήνες από την ήττα του Ελληνικού Στρατού, θα βρεθούν στην Ελλάδα 700.000 πρόσφυγες και με τη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών θα ακολουθήσουν άλλοι 370.000.

Η καραβοτσακισμένη Ελλάδα, απροετοίμαστη, συνταράσσεται από την ειρηνική εισβολή χιλιάδων ψυχών, αλλά σαν πονεμένη μάνα βρίσκει τον τόπο και τον τρόπο να τις περιθάλψει στοργικά. Τότε ακριβώς, ο Κωστής Παλαμάς, έγραψε το περίφημο: “Μία είναι η πατρίδα και των αιμάτων και των γραμμάτων”.

Τα πλοία δεν γνωρίζουν το λιμάνι προορισμού. Ανάλογα με τις συνθήκες της τελευταίας στιγμής παίρνουν εντολές από τον Πειραιά, πολλές φορές εν πλω. Λόγω του πανικού και της γενικής αναταραχής , δεν ετηρούντο στοιχεία και δε γνωρίζουμε πόσα και ποια πλοία προσέγγισαν τα λιμάνια και τις ακτές της χώρας.

Η μικρή μας Ερμιόνη, ως το ανατολικότερο λιμάνι της Πελοποννήσου και το πιο κοντινό στον Πειραιά, γίνεται και αυτή καταφύγιο του πόνου και της ελπίδας.

Το παρακάτω απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα από συνέντευξη της εμβληματικής Μικρασιάτισσας Φιλιώς Χαϊδεμένου, της “γιαγιάς Φιλιώς”, μαρτυρά το χάος που επικρατούσε και την άφιξη πλοίων στη περιοχή μας. “…. βγήκαμε εμείς στον Πειραιά. Εγώ με την μάνα μου. Αλλά πριν βγούμε στον Πειραιά, 17 μέρες κάναμε μέσα στο βαπόρι, ούτε ψωμί, ούτε νερό, ούτε τίποτα. Πηγαίναμε και σε κάθε λιμάνι μας έδιωχναν, ο κόσμος ήταν πολύς, δεν μας θέλανε. Στη Θεσσαλονίκη βρήκαμε τον αδελφό μου και γίναμε τρεις. Εδώ όταν ήλθαμε, μας είπαν, θα φύγετε θα πάτε στην Ερμιόνη. Τους είπαμε ότι εδώ είχαμε κάποιους συγγενείς, γιατί ο πατέρας μου ήταν από την Νάξο και θέλουμε να βγούμε στον Πειραιά. Ένας ναύτης μας λέει: Μη φοβόσαστε, θα σας βγάλω έξω κρυφά από την μπουκαπόρτα. Δεν έχουμε λεφτά, του λέμε. Δεν θα πληρώσετε τίποτα μας απάντησε και έτσι δεν πήγαμε στη Ερμιόνη…”

Επίσης η ιστορικός Παραρά-Ευτυχίδου, στη τηλεοπτική εκπομπή, “Η μηχανή του χρόνου” δήλωσε “…κατεβαίνανε από τα βαπόρια… τους διώχνανε, πήγαιναν αλλού τους ξαναδιώχνανε. Έχουμε πολλούς άστεγους, έχουν γεμίσει τα σχολεία μας, δεν έχουμε σπίτια, φύγετε τους έλεγαν. Φτάσανε στην Πάτρα, φτάσανε στην Ερμιόνη, φτάσανε στην Πελοπόννησο και βρίσκονταν μέρες ολόκληρες όλοι μέσα στο καράβι. Όσοι πέθαιναν τους πέταγαν στη θάλασσα…”.

Η ΕΡΜΙΟΝΗ ΤΟ 1922

Πώς ήταν η Ερμιόνη έναν αιώνα πριν, όταν γινόταν θερμή αγκαλιά και καταφύγιο χιλιάδων πονεμένων ψυχών και εξαθλιωμένων προσφύγων;

Ο τόπος που γεννηθήκαμε, η αγαπημένη μας Ερμιόνη, ήταν μια ήσυχη κωμόπολη με λίγα, αλλά καλαίσθητα σπίτια, ομορφότερη και ποιο γραφική από σήμερα, αν και δεν υπήρχαν τα πεύκα στο Μπίστι. Οι 2.160 κάτοικοι, εργατικοί, απλοϊκοί, φιλότιμοι και φιλόξενοι, ήσαν άνθρωποι με αρχές και αξίες. Οι σφουγγαράδες και οι χταποδάδες, ξακουστοί για τη τέχνη τους, ήσαν οι πρεσβευτές της Ερμιόνης, από το Άγιο Όρος μέχρι τη Μπαρμπαριά και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Τα περιβόλια και τα αμπέλια του κάμπου, οι ελιές και τα έσοδα από το εμπόριο σιτηρών και τροφίμων, κάλυπταν τις ανάγκες των κατοίκων. Με το ατμοκίνητο “Λεούσης” και αργότερα με το “Υδράκι”, οι κάτοικοι επισκέπτονταν συχνά την Αθήνα και τον Πειραιά.

Κοινωνικοί και γλεντζέδες, ξεπερνούν τον αγώνα της θάλασσας, τον ιδρώτα της γης και τη νοσταλγία της ξενιτιάς, με τη μουσική, τις καντάδες στους δρόμους και τους παραδοσιακούς χορούς. Μιλούν περισσότερο τα Αρβανίτικα και λιγότερο τα Ελληνικά. Οι συμπολίτες μας από την ορεινή Αρκαδία και ιδιαίτερα το Βαλτέτσι, δεν είχαν εγκατασταθεί ακόμα μέσα στην Ερμιόνη. Ζούσαν κυρίως στο κάμπο εποχιακά, ξεχειμωνιάζοντας και γύριζαν πάλι στα μέρη τους.

Η καρδιά της πόλης δεν ήταν τότε το Λιμάνι, ούτε τα Μαντράκια. Όλη η αγορά και η κίνηση συγκεντρωνόταν στο πλακόστρωτο δρόμο που ανηφόριζε από το λιμάνι προς την Παναγία, περνούσε από το Κοινοτικό Γραφείο (σημερινή Βιβλιοθήκη “Απόστολος Γκάτσος”), έστριβε αριστερά προς τον Ταξιάρχη και κατηφόριζε προς τα Μαντράκια. Ο κεντρικός “φιδίσιος” δρόμος, όπως τον αποκαλεί ο αείμνηστος δάσκαλος Μιχαήλ Παπαβασιλείου, ήταν η αγορά και το “νυφοπάζαρο” της Ερμιόνης. Επίκεντρο η πλατεία του Καποδιστριακού, που ήταν τα γραφεία της Κοινότητας και της Αστυνομίας, όπου γινόντουσαν όλες οι εθνικές εκδηλώσεις. Υπήρχαν κουρεία, σαμαρτζίδικα, πεταλάδικα, τσαρουχάδικα, τσαγκαράδικα, εμπορικά, κρεοπωλεία και καφενεία και σε κάθε γωνιά οπωσδήποτε μια ταβέρνα ή μπακαλοταβέρνα, επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Παυσανία ότι “οι Ερμιονιείς αλιείς και οινοπότες ήσανε”.

Ο δάσκαλος περιγράφει: ”…όταν έκανες τη βόλτα σου σε αυτόν το γραφικό δρόμο, κυριαρχούσαν οι μυρωδιές από τα ψητά κρέατα, τους κεφτέδες, τις μοσχομυρωδάτες σαρδέλες, τα τουλουμοτύρια, το ρετσινάτο κρασί και τους ναργιλέδες. Οι κιθάρες, τα νοσταλγικά από τη πλανεύτρα θάλασσα τραγούδια, οι χοροί, κυρίως το σέρβικο, το συρτό και το αρχοντορεμπέτικο και οι φωνές από τις συζητήσεις για τα πολιτικά θέματα τις εποχής ξεσήκωναν τους γείτονες. Κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή μετά το σχόλασμα της εκκλησίας έβλεπες τη κίνηση ολόκληρου του χωριού. Εκεί ξεπρόβαλε σφικτά δεμένη η ομορφιά της ψυχής, με της καρδιάς την καλοσύνη. Άρχοντες με τους υποτακτικούς τους, αφεντικά με τους δούλους τους, καπεταναίοι με τα τσούρμα τους, τσελιγκάδες με την κάτασπρη φουντωτή φουστανέλα τους, το σπαστό κατακόκκινο φέσι τους στραβά βαλμένο και τις αστραφτερές καδένες που κρέμονταν από το δερμάτινο σελάχι που τόνιζε το λεβέντικο περπάτημά τους. Όλοι τους βάδιζαν καμαρωτοί πλάι-πλάι, με πρόσωπα χαρούμενα και ματιά γεμάτη καλοσυνάτο φως, που ξεχυνόταν από τα μέσα τους. Οι κοπέλες βγαίνοντας από τις εκκλησίες, έκαναν τη βόλτα τους και την Πασχαλιά, του Ευαγγελισμού και τις Απόκριες, οι πρωτοκόρες των οικογενειών έστηναν το χορό τους έτοιμες να ζευγαρώσουν. Εκεί έφταναν και τα λεβεντόπαιδα για να διαλέξουν την καλή τους, να κρατήσουν το μαντήλι της και να δημιουργηθεί το δυνατό ερωτικό σκίρτημα.”

 Τα χρόνια πέρασαν και τα παραδοσιακά μαγαζιά του κεντρικού “φιδίσιου” δρόμου, άρχισαν ένα-ένα να κλείνουν και να ανοίγουν στο λιμάνι και τα Μαντράκια. Μπορεί τα νέα μαγαζιά να ήταν ποιο μοντέρνα, με περισσότερες ανέσεις από τα παλιά, δεν είχαν όμως τη ζεστασιά και τη γραφικότητά τους.

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1922. ΑΦΙΞΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΣΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ

Ένα φθινοπωρινό πρωινό, αρχές Οκτώβρη του 1922, στην είσοδο του λιμανιού, αγκυροβολεί ένα από τα πλοία της “συμπόνοιας”. Είναι το αργοκίνητο φορτηγό υπερωκεάνιο “ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥ”, που ξεκίνησε από την Αττάλεια, μια πλούσια πόλη στο Νότο της Μικράς Ασίας, με 30.000 Τούρκους και 15.000 Έλληνες και άριστα οργανωμένη Ελληνική κοινότητα. Είναι φορτωμένο με εξαθλιωμένα σώματα και ανταριασμένες ψυχές προσφύγων, είναι γεμάτο θρήνο και δυστυχία. Γυναικόπαιδα, γέροντες και γερόντισσες διωγμένοι, έχουν βρει την “Ιθάκη τους” στο απάνεμο λιμάνι μας. Άφησαν τα σπίτια τους, τα υπάρχοντά τους και ψάχνουν να βρουν καταφύγιο, ψάχνουν να βρουν στέγη για τον πόνο τους, τη δυστυχία τους. Δεν επέλεξαν αυτοί την Ερμιόνη ως τόπο προορισμού τους. Άλλοι αποφάσισαν για αυτό. Στο λιμάνι της Αττάλειας, με ραγδαία βροχή, 5.000 γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι στοιβάχτηκαν σαν τσουβάλια στο κατάστρωμα και τα αμπάρια του χωρίς αποσκευές. “Με τέτοιο καιρό, θα σώσω μόνο ψυχές και όχι πράγματα!», φώναζε ο καπετάνιος. Παρά τις άθλιες συνθήκες του πολυήμερου ταξιδιού, βλέποντας την πόλη μας, συγκινημένοι ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο και φιλούν τα σίδερα του καραβιού. Νοιώθουν ότι έφτασαν στη γη της επαγγελίας! Ο επτάχρονος τότε Σταύρος Πεχλιβανίδης, το 1992 περιγράφει:

“Όταν μας είπαν ότι σε 8 μέρες πρέπει να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας και τα καλά μας και να φύγουμε, όσοι είχαν τη δυνατότητα νοίκιασαν μικρά πλοιαράκια και πήγανε στη Ρόδο. Για τους άλλους, το Ελληνικό κράτος επίταξε πλοία μεγάλα. Εμείς μπήκαμε στο “ΙΩΑΝΝΗΣ” και αποβιβαστήκαμε στην Ερμιόνη. Το πρώτο ελληνικό έδαφος που πατήσαμε ήταν η Ερμιόνη. Η εντύπωσίς μας ήταν ότι βρήκαμε την πόλη -κωμόπολη με κλειστά τα παράθυρα και κλειστές τις πόρτες και άκρα σιγή. Οι άνθρωποι είχαν κακές πληροφορίες για τους πρόσφυγες, ότι θα ερχόντουσαν εξαγριωμένοι να λεηλατήσουν κ.λπ. και κλείστηκαν στα σπίτια τους“.

Είναι φυσικό οι δυστυχισμένοι πρόσφυγες να αισθάνονται μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό που θα πατούσαν επιτέλους χώμα ασφαλές. Χώμα Ελληνικό και ελεύθερο! Ξεκληρισμένες οικογένειες, χωρίς άντρες, που γλίτωσαν από τη μανία των Τούρκων, ελπίζουν και προσδοκούν να βρουν μια ζεστή αδελφική αγκαλιά για τη πονεμένη τους ψυχή και το βασανισμένο τους σώμα. Να λυτρωθούν από τη φρίκη! Αυτή ήταν η μια πλευρά του δράματος.

Απέναντι στη στεριά οι ντόπιοι είναι ανάστατοι. Στο αντίκρισμά τους αιφνιδιάζονται. Τα μηνύματα της καταστροφής, του πόνου και της φρίκης, έχουν διασχίσει το Αιγαίο και έχουν φθάσει στο ήρεμο λιμάνι τους. Γνωρίζουν για τους ξεριζωμένους που αναζητούν σωτηρία στα λιμάνια της χώρας και ήλθε η ώρα να αντιμετωπίσουν και οι ίδιοι την προσφυγιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μια φρικτή, αλλά μακρινή είδηση. Τώρα είναι δίπλα τους, στην αυλή τους και καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ως άνθρωποι και πατριώτες. Η σκέψη ότι αυτή η κοσμοπλημμύρα θα κατακλύσει το χωριό, δοκιμάζει τα φιλόξενα και ανθρώπινα αισθήματά τους και τους φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό τους. Ο φόβος και η ανασφάλεια βασανίζουν τις ψυχές τους και η προστασία της οικογένειας και της περιουσίας από τον κίνδυνο που προκαλεί η θέα του άγνωστου, κυριαρχεί στο μυαλό τους. Ξέρουν, ότι τα σπίτια και η σοδειά τους δεν επαρκούν για τις ανάγκες 7.000 ανθρώπων. Φυσικό λοιπόν είναι να φοβηθούν και να δουν τους ανθρώπους αυτούς ως καταπατητές του ιδιωτικού τους χώρου. Φυσική και η αντίδρασή τους με παγερή σιωπή, άρνηση, πανικό και με αίσθημα προστασίας του μόχθου τους.

Το καράβι αγκυροβολημένο, μη βλέποντας καΐκια να παραλάβουν τον κόσμο που αδημονεί, σφύριζε και ξανασφύριζε. Ακολουθούν ώρες αναμονής και μεγάλης αγωνίας. Ο Δημήτρης Παναγιώτου, Πρόεδρος της Κοινότητας και οι οικογένειες Δεληγιάννη και Καραγιάννη, από τις πιο δυναμικές του τόπου, γνωρίζουν ποιο είναι το καθήκον τους αυτή τη δύσκολη στιγμή, αισθάνονται βαριά την ευθύνη στους ώμους για το βόλεμα τόσων δυστυχισμένων και αναρωτιούνται: Πού θα τους πάμε; Πού θα χωρέσουν; Πώς θα τους ταΐσουμε; Πώς θα σκεπάσει όλους αυτούς η μικρή Ερμιόνη; Προσπαθούν να πείσουν τους φοβισμένους συμπολίτες τους ότι δεν κινδυνεύουν από τους αναπάντεχους επισκέπτες. Ένας ψύχραιμος νεαρός με τη βάρκα του ξεκινά από το λιμάνι, κάνει δυο –τρεις κύκλους γύρω από το καράβι και επιστρέφει στην ακτή. Η εικόνα της εξαθλίωσης που μεταφέρει, αλλάζει κυριολεκτικά τα αισθήματα των κατοίκων. Η αγάπη και η γενναιοψυχία κυριαρχούν του πανικού, οι επιφυλάξεις και οι δισταγμοί μένουν στην άκρη και αναδεικνύονται τα αισθήματα στοργής, συμπόνοιας και αλληλεγγύης. Η ανθρωπιά νικά και το φόβο και τη προκατάληψη.

 Η μικρή Ερμιόνη, στην ιστορική αυτή πρόκληση, σε αυτή τη κρίση, ακούει τη φωνή της ψυχής της και αρχίζει μια γιγαντιαία για την εποχή επιχείρηση υποδοχής. Στόλος από καΐκια και βάρκες πηγαινοέρχονται και μέχρι το σούρουπο χιλιάδες πονεμένες μάνες με ξυπόλητα και κουρελιασμένα παιδιά έχουν κατακλείσει το λιμάνι, γυρεύοντας μια γωνία για να ακουμπήσουν. Δεν έχουν κουράγιο ούτε να κλάψουν, ούτε να μοιρολογήσουν, ούτε να παραπονεθούν. Τους ζώνει μαύρη ανησυχία και απελπισία για το πώς θα περάσουν τη νύχτα.

Ποιος θα μείνει άπραγος και αμέτοχος αντικρύζοντας αυτό το θέαμα; Αρχίζει μεγάλη κινητοποίηση και με αξιοζήλευτη οργάνωση σε λίγες ώρες μοιράζουν τους πρόσφυγες σε σπίτια, μαγαζιά, στο Σχολείο Συγγρού, στις εκκλησίες, στο στρατώνα, στην Κοινότητα, σε αποθήκες, υπόγεια, ταράτσες και οπουδήποτε μπορούσε να κοιμηθεί άνθρωπος. Όλες ανεξαιρέτως οι οικογένειες εκείνο το βράδυ φιλοξένησαν πρόσφυγες. Μερικές ακόμη και 20 άτομα. Η συμμετοχή και η συνεργασία στην τεράστια αυτή ανθρωπιστική προσπάθεια υπήρξε καθολική. Ούτε ένας πρόσφυγας, δεν έμεινε στο δρόμο. Όλοι βρήκαν ένα ζεστό πιάτο φαγητό και μια κουβέρτα να σκεπαστούν.

Περασμένα μεσάνυχτα και ενώ όλα έχουν τελειώσει, ένα πεντάχρονο κοριτσάκι έχει απομείνει σε μια γωνιά μόνο του, φοβισμένο και ψελλίζει μοναχά το όνομά του. Μαρίτσα! Ο παππούς της Ανθούλας Δουρούκου, ο Κώστας Γκολεμάς το είδε, το πήρε σπίτι του και το μεγάλωσε σαν δικό του παιδί. Η Μαρίτσα αργότερα, βρήκε την οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη και εγκατέλειψε την Ερμιόνη.

Στον Άγιο Θανάση, ανάμεσα στα γυναικόπαιδα και μια έγκυος νεαρή γυναίκα. Η νέα ζωή που έφερε μέσα της τής έδινε κουράγιο. Δεν ήθελε να γεννήσει την ώρα του ξεριζωμού. Κατάφερε να μπει στο καράβι, έσφιξε τα δόντια της, έκανε υπομονή και τώρα κάτω από τη σκέπη της Παναγίας, φέρνει στο κόσμο ένα κοριτσάκι και το πρώτο του κλάμα ήλθε να δώσει ελπίδα στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες. Ήταν το πρώτο κλάμα που ακούστηκε εδώ και μέρες, κλάμα χαράς, όχι λύπης. Κλάμα αναγέννησης, που έφερνε μια αχτίδα ελπίδας στο πόνο του ξεριζωμού τους. Το κοριτσάκι αυτό, οι Ατταλιώτες το ονόμασαν Ερμιόνη. Μια συμβολική κίνηση, μια ελάχιστη απόδοση ευγνωμοσύνης σε αυτούς που άνοιξαν την αγκαλιά τους και μοιράστηκαν μαζί τους στέγη και τροφή.

Αυτή η φθινοπωρινή ημέρα θα παραμείνει στη συνείδησή μας ως ημέρα μνήμης, σημαδεμένη από τον πόνο και τη θλίψη των προσφύγων, αλλά και ημέρα υπερηφάνειας, σημαδεμένη από το μεγαλείο ψυχής, ανθρωπισμού, αλληλεγγύης και ευθύνης των προγόνων μας.

Το ταξίδι του ξεριζωμού και η ιστορική για την Ερμιόνη νύκτα της προσφυγιάς έχουν τελειώσει και αρχίζουν τα προβλήματα εγκατάστασης και περίθαλψης. Συγκροτείται επιτροπή Περίθαλψης Προσφύγων Ερμιόνης, με Πρόεδρο τον Κοινοτάρχη, τον φαρμακοποιό Άγγελο Παπαμιχαήλ και τον Μιχάλη Δεληγιάννη, με σκοπό να συντονίσει την τεράστια αυτή προσπάθεια.

Το παραπάνω έγγραφο με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1922 απέστειλε η Επιτροπή στο αντρικό τότε μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, ενημερώνοντας το Ηγουμενικό Συμβούλιο για την αποστολή 150 προσφύγων. Η Κρατική Επιτροπή Αποκατάστασης και η Αμερικανική επιτροπή περίθαλψης στέλνουν τρόφιμα και ρουχισμό σε όλες τις προσφυγικές εστίες που μοιράζονταν με δελτίο κάθε εβδομάδα. Στην Ερμιόνη πρόεδρος επιτροπής είχε ορισθεί ο πρόσφυγας γιατρός Μίλτος Βλαστός από τα Σόκια.

Αλλά και οι Ατταλιώτες δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Υπερήφανοι και αξιοπρεπείς δεν άφησαν τον πόνο και τα δάκρυα να σκεπάσουν τη φλόγα της δημιουργίας, που είχαν κλεισμένη στα στήθη τους. Δεν υπήρχε χρόνος για θρήνους και μοιρολόγια! Στο καινούργιο αυτό τόπο που μεταφυτεύτηκαν σαν ξεριζωμένα δενδρύλια έπρεπε να προσπαθήσουν, να βρουν δύναμη να στηρίξουν καινούργιες ρίζες και να επιβιώσουν. Έπρεπε να ζήσουν τα μωρά, να περιθάλψουν τους ηλικιωμένους και αδύναμους και αφού οι άντρες ήσαν λίγοι, το βάρος πέφτει στα γυναικόπαιδα, που αρχίζουν αμέσως δράση. Τα βασικά τρόφιμα εξαντλήθηκαν σε μια εβδομάδα, τα αποθέματα σε αλεύρι έφταναν το πολύ για 20 ημέρες και η παραγωγή ψωμιού, από τον μοναδικό φούρνο του Μερτύρη, ήταν αδύνατο να θρέψει τους 7.000 τώρα κατοίκους της Ερμιόνης. Ακόμη και τα κυδώνια από τη μεγάλη παραγωγή που είχε τότε η Ερμιόνη τελείωσαν, αν και ήταν στην εποχή τους. Ο δρόμος για το Ναύπλιο και τον Πειραιά ήταν πολύ δύσκολος και όλη η επικοινωνία γινόταν από τη θάλασσα. Έτσι, τα προσφυγόπουλα θέλοντας να φανούν χρήσιμα, έφευγαν το πρωί με το “ΥΔΡΑΚΙ” για τον Πειραιά έφερναν τσουβάλια με ψωμί και το πουλούσαν. Στο πρώτο ταξίδι έφεραν δυο τσουβάλια και τα πούλησαν πριν ακόμα βγουν από τη βάρκα. Τα σπίτια γέμισαν ψωμιά και αυτοί κέρδος. Αργότερα έκαναν εμπόριο με πατάτες, ρέγκες, ξηρούς καρπούς και καραμέλες. Μικροί και μεγάλοι αναζητούν συνεχώς τρόπους να είναι χρήσιμοι. Βοηθούν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα μπορούν, αρχίζουν να νοικιάζουν σπίτια και η κατάσταση αρχίζει να ομαλοποιείται.

Ωστόσο, η Ερμιόνη χωρίς υποδομή και δυνατότητες για εργασία, χωρίς οργανωμένη προσφυγική οικιστική δράση και προοπτική, δεν μπόρεσε να κρατήσει τους δραστήριους Ατταλιώτες. Πολλοί μετακινήθηκαν στα γύρω χωριά, άλλοι στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και οι περισσότεροι έφυγαν για την περιοχή του Θησείου και των Σφαγείων, τον σημερινό Ταύρο. Πολλές οικογένειες, πήγαν στο παλαιό λατομείο του Φιλοπάππου και δημιούργησαν το συνοικισμό Ατταλιώτικα. Στην αρχή έφτιαχναν μόνοι τους παράγκες και αργότερα έμπαιναν σε καινούργια σπίτια σε νέους προσφυγικούς οικισμούς. Στον συνοικισμό Ατταλιώτικα σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας Ατταλιώτης. Όλοι διασκορπίστηκαν, δεν κατόρθωσαν να ιδρύσουν την “ΝΕΑ ΑΤΤΑΛΕΙΑ” και για αυτό θεωρούν ότι η πατρίδα τους, είναι η πιο αδικημένη πόλη της Μ. Ασίας. Αρκετοί έμειναν στην πόλη μας 6-8 μήνες και μερικοί ρίζωσαν εδώ για πάντα.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΗΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ

Η Αγγελική Πεχλιβάνογλου, από την Αττάλεια, σύζυγος του Παντελή Πεχλιβάνογλου, ο οποίος πέθανε 5 μήνες πριν τη καταστροφή, μόλις άρχισε η τραγωδία με τα 5 παιδιά της, Μιχάλη, Γιώργο, Κώστα, Παναγιώτη, τον επτάχρονο Σταύρο και την μητέρα της Ελέγκω (Ελένη), μπήκε στο καράβι και βγήκε στην Ερμιόνη. Το πρώτο βράδυ στοιβάχτηκαν στη εκκλησία των Ταξιαρχών για να περάσουν τη νύκτα. Ξημερώνοντας άρχισαν να αναζητούν χώρο να εγκατασταθούν και με κάποιες λίρες που είχαν κατορθώσει να φέρουν μαζί τους, νοίκιασαν μια μικρή κάμαρα στο ισόγειο σπίτι της γερόντισσας καλόγριας Άννας Κουτούβαλη, με ενοίκιο 30 δρχ. τον μήνα. Στη μικρή αυτή σκοτεινή καμαρούλα, που δεν έμπαινε το φως της ημέρας, η διαβίωσή τους ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Ωστόσο, δεν τους ένοιαζε, ένοιωθαν ελεύθεροι και δεν κινδύνευαν να τους σφάξουν οι Τούρκοι. Η Παπάννα, όπως αποκαλούσαν τη σπιτονοικοκυρά, τους επέστρεψε το πρώτο νοίκι και τους ανακοίνωσε ότι δεν θα ξαναπληρώσουν, διότι ο γιός της Λάζαρος δεν ήθελε να παίρνουν χρήματα από τους δυστυχισμένους αυτούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι πρόσφυγες για να εξαλείψουν ο,τιδήποτε τους θύμιζε την Τουρκία και να μη μείνει στα παιδιά τους κανένα στίγμα από την οδυνηρή προσφυγιά, τα επώνυμα με την κατάληξη –ογλου, που σημαίνει παιδί, τα άλλαζαν προς το ελληνικότερο. Έτσι οι Πεχλιβάνογλου δήλωσαν στο Δημοτολόγιο Ερμιόνης το επώνυμο Πεχλιβανίδης. Η οικογένεια Πεχλιβανίδη έμεινε στην Ερμιόνη μέχρι το Πάσχα του 1923 και έφυγαν για τον Θησείο. Σε οικόπεδο που είχε επιτάξει το Κράτος για τους πρόσφυγες, έστησαν ιδιόκτητη παράγκα, εγκαταστάθηκαν και άρχισαν αμέσως δουλειά. Ξεκίνησαν ως μικροπωλητές και γυρολόγοι με πάγκους και καροτσάκια πουλώντας ρούχα και διάφορα άλλα είδη σε όλους στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Αθήνας και του Πειραιά. Τα παιδιά συγχρόνως σπούδαζαν και σε λίγα χρόνια τα μεγαλύτερα αδέλφια αξιοποιώντας τις σπουδές και το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, δημιούργησαν τη μεγάλη εκδοτική εταιρεία “ΑΒΕΕ ΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ-ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗ” και το γνωστό μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας “ΑΤΛΑΝΤΙΣ” που αργότερα συγχωνεύτηκαν και δημιουργήθηκε η εταιρεία “ΑΤΛΑΝΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ- ΠΕΧΛΒΑΝΙΔΗ”. Τα δύο μικρότερα αδέλφια έγιναν πολιτικοί μηχανικοί και δημιούργησαν μεγάλη τεχνική εταιρεία που κατασκεύασε μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά έργα.

Ο Παπά-Γιώργης Καπόγλου, γιος του παπα-Θανάση Καπόγλου, ήταν ένας από τους 8 ιερείς της Αττάλειας. Πριν χειροτονηθεί ιερέας ήταν Φαρμακοποιός και διατηρούσε Φαρμακείο στην Αττάλεια. Με την εγκατάστασή του στην Ερμιόνη άλλαξε το επώνυμό του σε Παπαθανασίου τιμώντας έτσι τον πατέρα του Παπά-Θανάση. Αρχικά, τοποθετήθηκε ως εφημέριος στον Ι.Ν. Παναγίας Ευαγγελίστριας στο Θερμήσι και λειτουργούσε επίσης στον Ι.Ν. Ταξιαρχών στο Πλέπι. Ο θάνατος ενός παιδιού του από ελονοσία, λόγω της λίμνης της Θερμησίας, τον ανάγκασε να μετακινηθεί στον Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγία) της Ερμιόνης.

Ο τότε Μητροπολίτης Ύδρας Προκόπιος Καραμάνος στέλνει την παρακάτω επιστολή στον Επίτροπο της Παναγίας για το θέμα αυτό.

Με την πρεσβυτέρα του Αικατερίνη (Κατίγκω) απέκτησαν 4 αγόρια τον Θανάση, τον Παντελή, τον Παναγιώτη και τον Αντώνη και 2 κορίτσια την Ελένη και τη Δέσποινα.

Ο Αντώνης πέθανε από ελονοσία στο Θερμήσι. Ο Παναγιώτης ήταν μέλος του ΕΑΜ Ταύρου και σε μπλόκο των Γερμανών στη περιοχή Νέα Κοσμοτά του Ταύρου το 1942 συνελήφθη, φυλακίστηκε και στις 6 Μαΐου 1943 οδηγήθηκε στα κάτεργα της Γερμανίας όπου βασανίστηκε σκληρά και τελικά υπέκυψε.

Ο παπα-Γιώργης ήταν ένας αγνός άνθρωπος, ολιγαρκής και σεβαστός από όλους τους πιστούς της ενορίας του. Δύο χρόνια μετά, με τη μετακίνηση πολλών Ατταλιωτών για τον Πειραιά, έφυγε με την οικογένειά του από την Ερμιόνη και τοποθετήθηκε εφημέριος στη ξύλινη εκκλησία της Τζικοπαναγιάς της Ατταλιώτισσας, στο Ταύρο. Ο μεγαλύτερος γιος του Θανάσης, έμεινε στην Ερμιόνη, παντρεύτηκε την Ερμιονίτισσα Δήμητρα Παπαδάκη, κόρη του Μιχάλη Παπαδάκη και απέκτησαν τον Γιώργο (1937) και τον Μιχάλη (1950). Ο Θανάσης έγινε καλός ράφτης και το πρώτο μαγαζί του ήταν στο σπίτι του Γιώργου Σπετσιώτη (Κοκαλιάρη). Αργότερα έφτιαξε δικό του σπίτι και ραφείο στο σημερινό σπίτι του Σταμάτη Σχοινά (Μπίρλαλα).

Ήταν ένας ήσυχος και ευγενής άνθρωπος, αφοσιωμένος στην οικογένεια και τη δουλειά του, πολύ κοινωνικός με πολλές φιλίες. Η Δήμητρα πέθανε νέα και ο Θανάσης παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με την Αργυρούλα Γιαννάκου, κόρη του Δημήτρη Γιαννάκου και απέκτησαν την Κατερίνα (1954), τον Δημήτρη (1956) και τον Παναγιώτη (1966). Ο καπετάνιος γιος του Δημήτρης, με μετριοπάθεια μου είπε: “Γιώργο για τον πατέρα μου μόνο καλά λόγια έχω ακούσει.” Στο ραφείο του Θανάση εργάστηκαν πολλές κοπέλες από την Ερμιόνη και το Ηλιόκαστρο και μερικές εξελίχθηκαν σε πολύ καλές ράφτριες. Είχε μεγάλη πελατεία, όχι μόνο από την Ερμιόνη, αλλά και από τα γύρω χωριά. Πέθανε το 1974 από εγκεφαλικό. Ο αδελφός του παπα-Γιώργη, ο μεγάλος δημοδιδάσκαλος Νίκος Καπόγλου που υπηρετούσε στην Τραπεζούντα, Ρόδο και Καστελόριζο, προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην εκπαίδευση των παιδιών που ζούσαν κάτω από την Ιταλική κατοχή σχετικά με τις εθνικές παραδόσεις, τον ελληνικό πολιτισμό και την παιδεία και διέπρεψε ως χορογράφος και θεατρολόγος

Ο θρυλικός παπα-Σέργιος, ήταν ο δεύτερος ιερέας που ήλθε στην Ερμιόνη. Στην Αττάλεια είχε μεγάλη φιλανθρωπική και κοινωνική δράση. Με την παπαδιά του είχαν αποκτήσει 8 παιδιά, 3 αγόρια και 5 κορίτσια. Οι Τούρκοι θεωρούσαν τους ιερείς και δασκάλους υπεύθυνους για τη διατήρηση του Χριστιανισμού, επειδή εμπόδιζαν τους νέους να ακολουθήσουν τον Μουσουλμανισμό και δεν τους αιχμαλώτιζαν αλλά τους θανάτωναν με σφαγή. Ο παπα-Σέργιος, για να αποφύγει αυτή τη τιμωρία των Τούρκων, ξύρισε τα γένια του, μεταμφιέστηκε σε γυναίκα και με τα 10 μέλη της οικογένειάς του και τις δύο αδελφές του μπήκε στο καράβι και βρέθηκε στην Ερμιόνη. Το πρώτο βράδυ έμειναν σε κάποια εκκλησία και μετά στο σχολείο του Συγγρού που είχε μετατραπεί σε ξενοδοχείο. Σε λίγους μήνες διορίστηκε εφημέριος στον Άγιο Δημήτρη του Πειραιά και έφυγε, αφήνοντας στην Ερμιόνη την οικογένειά του προσωρινά. Αργότερα έγινε εφημέριος της Τσικοπαναγιάς στον Ταύρο και εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί με την οικογένειά του. Ένα από τα κορίτσια του η Κατίνα, ήταν η μητέρα του αείμνηστου μεγάλου μας ηθοποιού Θύμιου Καρακατσάνη.

Η Δέσποινα Τουρμουσόγλου, με τον άντρα της Μιχάλη, που διατηρούσε στην Αττάλεια επιχείρηση επεξεργασίας μεταξοσκώληκα και τα παιδιά τους Γεσθημανή, Μαρία και τον 11χρονο Παναγιώτη, ανάμεσα σε χιλιάδες γυναικόπαιδα βρέθηκαν στην προκυμαία της Αττάλειας. Με αγωνία περίμεναν να επιβιβαστούν σε κάποια βάρκα που θα τους μεταφέρει σε κάποιο πλοίο, για το πολυπόθητο ταξίδι σε τόπους άγνωστους αλλά σωτήριους, σε τόπους της μητέρας πατρίδας. Ο μικρός Παναγιώτης ήταν γνωστό πειραχτήρι των μεγάλων και ιδιαίτερα των Τούρκων.

Η Δέσποινα και ο Μιχάλης έχουν καταφέρει να βάλουν τα κορίτσια στη βάρκα και απομένει ο Παναγιώτης, ο οποίος βρισκόμενος ακόμα στη στεριά, έτοιμος να πηδήξει στη βάρκα, σαν πειραχτήρι, στη χαρά του είπε κάτι προσβλητικό σε έναν Τούρκο στρατιώτη και αυτός θυμωμένος τον κτύπησε με το όπλο του, με αποτέλεσμα ο Παναγιώτης να λιποθυμήσει ελαφρά και να μείνει έξω από τη βάρκα, που είχε ήδη απομακρυνθεί από τη προκυμαία. Η Δέσποινα μέσα στη βάρκα βλέποντας το μονάκριβό της αγόρι ξαπλωμένο στη στεριά άρχισε να ουρλιάζει και να σπαράζει από τις φωνές και τα κλάματα. Με κόπο ο Μιχάλης την κρατούσε να μην πέσει στη θάλασσα. Κάποιος άλλος Τούρκος στρατιώτης, γνωστός της οικογένειας, βλέποντας το περιστατικό, σηκώνει γρήγορα τον Παναγιώτη βλέπει ότι έχει τις αισθήσεις του και γνωρίζοντας ότι ο μικρός είναι καλός κολυμβητής τον πετάει στη θάλασσα προς την κατεύθυνση της βάρκας. Ο μικρός πέφτοντας στο νερό συνέρχεται τελείως και κολυμπάει με δύναμη και λαχτάρα να φτάσει στην οικογένειά του. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια ανεβαίνει στη βάρκα, χώνεται στην αγκαλιά της μητέρας του και όλοι μαζί φτάνουν στο λιμάνι της Ερμιόνης. Κατά την εγγραφή τους στην Κοινότητα δηλώνουν το επώνυμο Κωνσταντινίδης. Ο Μιχάλης φυσικά δεν μπορούσε να ασκήσει στην Ερμιόνη την τέχνη της επεξεργασίας του μεταξοσκώληκα που έκανε στην Αττάλεια και έμαθε την τέχνη του σιδηρουργού και του πεταλωτή.

Ένα χρόνο μετά, η οικογένεια χωρίς τον Παναγιώτη ακολούθησε τους υπόλοιπους Ατταλιώτες στον Πειραιά. Ο Παναγιώτης έμεινε στην Ερμιόνη, έγινε τσαγκάρης και όσοι τον γνώρισαν τον περιγράφουν ως ένα σπουδαίο τεχνίτη και άριστο οικογενειάρχη, έναν ιδιαίτερα δημιουργικό, ευγενή, πράο και καλλιεργημένο άνθρωπο, λάτρη του καλού γούστου. Παντρεύτηκε την Αργυρούλα, κόρη του παπά-Δημήτρη Μπαρδάκου και αδελφή του Μακαριστού Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμονα Μπαρδάκου και απέκτησαν τρεις κόρες, τη Δέσποινα, την Μαρία και την Μαντίκα και ένα γιο τον Μιχαλάκη. Καθημερινά ο Παναγιώτης έβαζε το γραμμόφωνό του στη αυλή του σπιτιού του και μαζευόντουσαν εκεί όλα τα κορίτσια της γειτονιάς, φίλες της κόρης του και τους μάθαινε ευρωπαϊκούς χορούς, ταγκό, βαλς, φοξαγκλέ, άγνωστους μέχρι τότε στην Ερμιόνη. Η αυλή του είχε μετατραπεί σε χοροδιδασκαλείο και όλα τα ζευγάρια της Ερμιόνης μάθαιναν από τον Παναγιώτη να χορεύουν τις καντρίλιες. Κέρδισε το λαχείο συντακτών και με τα χρήματα έκτισε στο οικόπεδο του πεθερού του κοντά στο λιμάνι μια όμορφη μονοκατοικία, με μεγάλο κήπο (κήπος Μαρουλά) και αργότερα την πούλησε στον Ανδρέα Βογανάτση.

Η αδελφή του Παναγιώτη, Μαρία, στην Αττάλεια ήταν αρραβωνιασμένη με τον Μιμίκο Τσολμεκτσόγλου (στα Τούρκικα σημαίνει αγγειοπλάστης). Ο Μιμίκος που το 1923 με την ανταλλαγή πληθυσμών βρέθηκε στον Πειραιά, έμαθε από γνωστό του ότι η Μαρία ήταν στην Ερμιόνη, ήλθε την βρήκε, παντρεύτηκαν και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Νίκο και την Δέσποινα. Έμαθε την τέχνη του σιδηρουργού και άνοιξε δικό του μαγαζί. Μετά από 4 χρόνια έφυγαν για τον Πειραιά, αλλά με την έναρξη της κατοχής επανήλθαν και παρέμειναν μέχρι το 1945.

Ο Ατταλιώτης Παντελής Αναμουρλόγλου ήλθε με το καράβι στην Ερμιόνη, παντρεύτηκε την αδελφή του Θόδωρου Κωνσταντινίδη Ελένη και ήταν ο πρώτος πρόσφυγας που δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά στο τόπο μας. Πανέξυπνος επιχειρηματίας και εξαίρετος ζαχαροπλάστης, άνοιξε αμέσως ζαχαροπλαστείο στην καρδιά της πόλης, απέναντι στο ιερό της Παναγίας, στο πατρικό σπίτι του Ανδρέα Κρητικού. Το μαγαζί αυτό διατήρησε μέχρι που η κίνηση σταμάτησε να υπάρχει στην αγορά του “φιδίσιου δρόμου” και μεταφέρθηκε στη παραλία του λιμανιού όπου άνοιξε μεγάλο καφεζαχαροπλαστείο, με συνεργάτη το Θόδωρο Κωνσταντινίδη. Όταν η επιχείρηση έκλεισε, ο Παντελής μεταφέρθηκε στο κτίριο Τάγκαλου στο σημερινό μεζεδοπωλείο Στάικου, όπου υπάρχει ακόμα ένας δικός του πίνακας. Το ζαχαροπλαστείο του σε μια εποχή που σπάνιζαν τέτοια μαγαζιά στο λιμάνι της Ερμιόνης, μετά τον περίπατο στο Μπίστι ήταν μια όαση. Όλοι κάθονταν σε ένα τραπεζάκι του κυρ Παντελή για μια ώρα απόλαυσης και ευτυχίας και αυτός με το μαύρο μουστάκι και τα χρυσά δόντια τους υποδεχόταν και τους σερβίριζε τα απολαυστικά γλυκά του. Δεν έδινε εύκολα συνταγές στις νοικοκυρές που τις ζητούσαν με παρακάλια, διότι τι θα έκανε μετά αυτός; όπως έλεγε. Το καφενείο του ήταν το μοναδικό όπου επιτρεπόταν να κάθονται γυναίκες μόνες τους, κυρίως Μικρασιάτισσες και να καπνίζουν ακόμα και ναργιλέ! Τέλος της δεκαετίας του ‘60 πούλησε το μαγαζί του στον Γιώργο Στάικο (σημερινό Ακταίον) και άνοιξε μεγάλο ζαχαροπλαστείο στον Περισσό, όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Η Δέσποινα Κατραμπάσογλου με τα 5 παιδιά της, τον Κώστα, την Μαρία την Ελένη, τον Θόδωρο και την Κούλα ήταν μέσα στο καράβι που έφτασε στην Ερμιόνη και βγήκε μαζί με τους άλλους Ατταλιώτες στο λιμάνι της. Μετά την αρχική εγκατάστασή τους άλλαξαν το επώνυμό τους σε Κωσταντινίδη. Λίγους μήνες μετά ο μεγάλος γιος, Κώστας βρήκε εργασία στο Κρανίδι όπου παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια και εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί. Η Ελένη με τις άλλες δύο αδελφές της και τη μητέρα τους ακολούθησαν τους άλλους Ατταλιώτες και βρέθηκαν στην Αθήνα. Εκεί η Ελένη γνώρισε τον Ατταλιώτη Παντελή Αναμουρλόγλου και επέστρεψε στην Ερμιόνη. Ο Θόδωρος παρέμεινε στην Ερμιόνη και εργάστηκε στην κατασκευή του λιμανιού και σαν μούτσος στα καΐκια των Ερμιονιτών ψαράδων πηγαίνοντας και στη Μπαρμπαριά.

Αργότερα συνεργάστηκε με τον Παντελή Αναμουρλόγλου ανοίγοντας ζαχαροπλαστείο και όταν παντρεύτηκε την Κική από τους Φούρνους, άνοιξε δικό του μαγαζί απέναντι από το περίπτερο Καρακατσάνη, τελειοποιώντας την τέχνη του ζαχαροπλάστη. Τις πρώτες ύλες ζαχαροπλαστικής έπαιρνε από τον Ατταλιώτη Παντελή Ελμαόγλου στην οδό Γούναρη του Πειραιά και τις συνταγές από τον πρόσφυγα Γρηγόρη που είχε ζαχαροπλαστεία στη Νέα Σμύρνη, Καλλιθέα και Νέα Ιωνία. Το 1968 μεταφέρθηκε στο πρώην Ξενοδοχείο Ολύμπιον του Άγγελου Παπαβασιλείου κάνοντας ένα από τα πολυτελέστερα ζαχαροπλαστεία για την εποχή στην Ερμιόνη, όπου δούλευαν και τα δυο του παιδιά ο Σάββας και ο Σταύρος. Το 1972 πούλησε το κατάστημα του συνταξιοδοτήθηκε και πήγε στην Αθήνα για τα γεράματά του.

Ο Σταυρής Σταυρόγλου με την ετοιμόγεννη γυναίκα του βρέθηκαν μέσα στο καράβι με προορισμό την Ερμιόνη. Ωστόσο, από τις κακουχίες του ταξιδιού η γυναίκα πέθανε μέσα στο καράβι και αυτός μόνος του αποβιβάστηκε στο λιμάνι μας. Η υπόλοιπη οικογένειά του χάθηκε στο χάος του ξεριζωμού. Άλλαξε και αυτός το επώνυμό του σε Γεωργίου και παντρεύτηκε την προσφυγοπούλα Κούλα, ορφανή από πατέρα, κόρη της αδελφής του Μάρκου Γιαμουρόγλου που ζούσε στην Ερμιόνη και μαζί απέκτησαν 5 παιδιά, την Ευγενία, τον Γιώργο, τον Άγγελο, την Κατίνα και τον Χαρίτο.

Ο Σταυρής Γεωργίου, αγαπητός όλους τους Ερμιονίτες, γνωστός με το παρατσούκλι Γκιτς, ήταν ο άνθρωπος της αγοράς. Εργατικός και δραστήριος πουλούσε ξηρούς καρπούς και ζαχαρωτά στους δυο κινηματογράφους και στα πανηγύρια. Ήταν ο νερουλάς και ο παγωτατζής της Ερμιόνης και όλοι τον θυμούνται με τον άσπρο σκούφο και το καροτσάκι του, να γυρίζει τα σοκάκια τα μεσημέρια και να δροσίζει μικρούς και μεγάλους με το εξαίσιο καϊμάκι του. Οι πιτσιρικάδες κάθε απόγευμα με το δίφραγκο στο χέρι τον περιμέναμε στη γειτονιά μας, την ίδια ώρα κάθε μέρα για να αγοράσουμε το παγωτό χωνάκι. Ένας από τους γιους του, ο Γιώργος έμαθε στην Ερμιόνη την τέχνη του καλουπατζή έγινε πολύ καλός μάστορας και αργότερα δημιούργησε στην Αθήνα αρχικά δικό του συνεργείο και κατόπιν μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία.

Η οικογένεια Ορφανίδη ξεκληρίστηκε στην καταστροφή και απέμεινε μόνο η 18χτάχρονη Βασιλική και η συνομήλικη αδελφή της Μαρία. Τελείως μόνες πάτησαν στο λιμάνι μας, χωρίς τίποτα απολύτως από τα υπάρχοντά τους και ρίζωσαν εδώ για πάντα. Η Μαρία παντρεύτηκε τον Ερμιονίτη Παναγιώτη Στεργίου και η Βασιλική τον Φραγκίσκο Σιφναίο με καταγωγή από την Άνδρο και απέκτησε 2 αγόρια και 3 κορίτσια. Ένα από τα αγόρια ήταν ο αείμνηστος και αγαπητός σε όλη την Ερμιόνη Απόστολος Σιφναίος. Και οι δυο αδελφές ήσαν άριστες νοικοκυρές, ήσυχες και αγαπητές στη κοινωνία της Ερμιόνης.

Ο Σταύρος Καραγεωργίου, ο Χατζησταυρής, όπως τον αποκαλούσαν στην Αττάλεια, ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας. Σπούδασε στο φημισμένο Πρότυπο Γυμνάσιο της Σάμου και στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε, διότι ο αιφνίδιος θάνατος του μεγαλύτερου αδελφού του τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αττάλεια για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση αλευροβιομηχανίας. Στη καταστροφή πιάστηκε αιχμάλωτος από τον τουρκικό στρατό και εξορίστηκε στα τάγματα εργασίας. Το 1923 ελευθερώθηκε και παρά τις κακουχίες τη εξορίας κατόρθωσε να φτάσει στον Πειραιά, όπου εγκαταστάθηκε προσωρινά και ασχολήθηκε με το εμπόριο λίπους και λαδιού. Το 1929 γνώρισε και παντρεύτηκε την Ερμιονίτισσα Αργυρούλα Λαζαρίδου, κόρη του Σταμάτη και της Χρυσάνθης Λαζαρίδου και έζησαν στην Αθήνα όπου ήταν η εργασία του, αλλά η Ερμιόνη ήταν η αγαπημένη του πόλη. Γιός του Σταύρου είναι ο διαπρεπής Δικηγόρος Αθηνών Γιάννης Καραγεωργίου.

Ο Νικόλαος Σαρησυμεώνογλου, ο Νικόλα Εφέντη όπως τον αποκαλούσαν στην Τουρκία, ήταν μεγάλος τσιφλικάς της Αττάλειας. Είχε μια κόρη και δυο γιούς, τον πρωτότοκο Κώστα και τον Συμεών. Ασχολείτο με τα κοινά, ήταν δωρητής και χορηγός σε πολλά κοινωφελή έργα και εκδηλώσεις και έχαιρε σεβασμού και εμπιστοσύνης ακόμα και από τους Τούρκους και για αυτό στον ξεριζωμό τον μετέφεραν με δικό τους καΐκι στο Καστελόριζο. Από εκεί ήλθε στην Αθήνα όπου πέθανε το 1926. Ήταν μέλος της επιτροπής εκτιμήσεων των περιουσιών των Ελλήνων που άφησαν στην Μικρά Ασία και τις τουρκικές αποζημιώσεις. Ο γιός του Κώστας Σαρησυμεώνογλου, πολύ μορφωμένος, ο “διανοούμενος” όπως τον αποκαλούσαν, την περίοδο της καταστροφής ζούσε στην Γαλλία. Μετά τον ξεριζωμό ήλθε στην Ελλάδα αναζητώντας τους δικούς του και βρέθηκε στην Ερμιόνη να βοηθήσει έναν ξάδελφό του Ατταλιώτη πρόσφυγα όπου γνώρισε και παντρεύτηκε την αξιόλογη Ερμιονίτισσα Ζαχαρούλα Πετρολέκα. Όπως όλοι, έδιωξε το –Συμεώνογλου και έγινε Σαρρής. Απέκτησαν 2 παιδιά, τον Νίκο εισοδηματία και τον Μιχάλη Πολιτικό Μηχανικό. Ο γιός του Συμεών Σαρρησυμεώνογλου, αδελφού του Νικόλα, ήλθε στην Ερμιόνη πιθανόν με το καράβι και έφυγε αμέσως για τον Πειραιά. Αργότερα παντρεύτηκε κόρη της οικογένειας Λαδά και απέκτησαν δύο γιους, τον Συμεών που αποφοίτησε από τη ΣΝΔ και έφτασε μέχρι το βαθμό του Πλοιάρχου και τον Δημήτρη αξιωματικό του ΕΝ.

Η 28χρονη Δέσποινα Παντέλογλου, βρέθηκε με τη μητέρα της και 3 θείες της στο καράβι με προορισμό την Ερμιόνη. Στη διάρκεια του ταξιδιού, από τις κακουχίες η μητέρα της Ελισάβετ πέθανε και το πτώμα της ρίχνεται στην θάλασσα. Άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ότι άφησαν το πτώμα στην Ύδρα.

Αφού περνούν τις πρώτες μέρες σε κάποια εκκλησία της Ερμιόνης, βρίσκεται με άλλους πρόσφυγες στο Κρανίδι. Οι θείες της γνωρίζοντας πολύ καλά την τέχνη του αργαλειού, σε λίγες μέρες έφυγαν για τον Πειραιά αναζητώντας εργασία. Η Δέσποινα μόνη πλέον, βρίσκει δουλειά στον 75χρονο Κρανιδιώτη μεγαλοκτηματία Κώστα Πανούτσο, ο οποίος αργότερα της ζήτησε να παντρευτούν. Αρχικά η Δέσποινα αρνήθηκε λόγω της διαφοράς ηλικίας, αλλά για λόγους επιβίωσης δέχτηκε και απέκτησε μαζί του 3 παιδιά. Ο Πανούτσος 5 χρόνια αργότερα πέθανε και η Δέσποινα, αν και νόμιμη σύζυγος του, δεν κληρονομεί τίποτα από την περιουσία του. Οι δύο πρώην σύζυγοι του Πανούτσου, με το πρόσχημα ότι η Δέσποινα είναι πρόσφυγας, διεκδικούν και παίρνουν όλη την περιουσία του.

Έτσι μένει πάλι στο δρόμο, τώρα με τρία παιδιά και αρχίζει να δουλεύει υπηρέτρια σε σπίτια, αλλά με σκληρή δουλειά και πείσμα καταφέρνει και τα μεγαλώνει τίμια και με αξιοπρέπεια. Η κόρη της Κατίνα παντρεύτηκε τον Ερμιονίτη Μανώλη Λακούτση και είναι η μητέρα του Γιάννη Λακούτση.

Σε ένα κιτρινισμένο από τη πολυκαιρία βιβλίο του 1926, που είχε εκδώσει ο Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών, με τίτλο “ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ” που βρήκα σε υπόγειο παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι, περιέχονται αυτοβιογραφίες προσφύγων κοριτσιών από τη ματωμένη γη της Μικρασίας. Προσφυγοπούλες 12-13 ετών από το οικοτροφείο που είχε οργανωθεί από τον Διεθνή Σύνδεσμο Γυναικών στην Αθήνα αμέσως μετά την καταστροφή, περιγράφουν το σκληρό ξεριζωμό όπως τον βίωσαν και με την αγνότητα και την ευαισθησία των παιδικών τους ψυχών αποτυπώνουν τα συναισθήματα του πόνου με ένα ατελείωτο παράπονο για τον άδικο ξεριζωμό τους από τη γη των γονιών και των προγόνων τους.

Ανάμεσά τους και 4 Ατταλιώτισσες, η Μαρίκα Γιαηλόγλου, η Ελένη Χατζηγεωργίου, η Μάρω Ιωαννίδου και η Κλειώ Δανιηλίδου που με τις οικογένειές τους ήλθαν στην Ερμιόνη. Η 13χρονη Μαρίκα Γιαηλόγλου στη δισέλιδη βιογραφία της αναφέρει ότι η οικογένειά της ήταν εύπορη και ευτυχισμένη και στο σχολείο ήταν άριστη μαθήτρια. Μετά την υποχώρηση του Ελληνικού στρατού και την αρχή του ξεριζωμού, ο πατέρας της εξορίστηκε από τους Τούρκους. Γράφει για το ερχομό τους στην Ερμιόνη: ”… ύστερα από 5 ημέρας δηλ. στις 17 Οκτωβρίου 1922, το πλοίον μας έφερε εις μιαν πόλιν της Πελοποννήσου, την Ερμιόνην και από εκεί δια ξηράς επήγαμεν στο Κρανίδιον. Εκεί δεν περνούσαμεν καθόλου καλά, διότι από τη μια εσκεπτόμεθα τι εγένετο ο πατέρας μου εις τα χέρια των τυράννων και από την άλλην τι θα γίνη η δική μας κατάστασις σε ένα ξένο μέρος που δεν εγνωρίζαμεν κανένα. Κατά τύχην, οι κάτοικοι ευρέθησαν φιλόξενοι και μας έδωσαν ένα σπίτι δωρεάν, δια να μη χάσω δε τα μαθήματά μου, πήγαινα και εκεί στο Σχολείον και με έδωσαν δωρεάν όλα τα χρειαζούμενα. Μετά 8 μήνες η μαμά μου εσκέφθη να υπάγει στας Αθήνας να εύρει ένα σπίτι και να μας πάρει».

Η Μάρω Ιωαννίδου, κόρη σηροτρόφου εύπορης οικογένειας με ωραίο σπίτι, έγραφε στα 13 της: “Στις 5 Οκτωβρίου 1922 ημέρα Σάββατο, οι Τούρκοι εμάζευσαν ως αιχμαλώτους όλους τους άνδρας από ηλικίας 18-45 ετών και μετά 2 ημέρας δίνουν διαταγή στα γυναικόπαιδα, αφού λάβουν τα χρειαζούμενα και ότι πολύτιμο είχαν και με προθεσμία μόνο 8 ημερών να φύγουν σε ξένα μέρη. Όταν όμως μας έβαλαν στη προκυμαίαν μας έψαξαν και μας πήραν όλα όσα πολύτιμα είχαμε μαζί μας, ιδίως τα χρυσαφικά μας. Έτσι χωρίς χρήματα επιβιβαστήκαμε σε Ελληνικό επίτακτο πλοίο με φοβερή τρικυμία και δυνατή βροχή. Μετά πέντε ημερών ταξίδι, εφθάσαμεν στην Ερμιόνην. Εκεί μείναμε ένα μήνα διότι το μέρος ήταν μικρό και δεν υπήρχαν εργασίαι, ενώ η οικογένειά μου είχε ανάγκη εργασίας δια να εξοικονομεί τα προς το ζην και ημείς δε αι μικραί σπουδής. Φύγαμε λοιπόν από την Ερμιόνην και ήλθαμεν εις τας Αθήνας”.

Η Κλειώ Δανιηλίδου, κόρη μεγάλου κτηματία, ζούσε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια μέχρι την ημέρα που οι Τούρκοι πήραν τα κτήματα του πατέρα της και αυτόν αιχμάλωτο για τα τάγματα εξορίας στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Από τότε άρχισαν τα βάσανα της οικογένειάς της. Η Κλειώ που αργότερα έγινε δασκάλα γράφει στο βιβλίο.

“Δεν επέρασαν δύο ημέραι από τη συμφορά και οι Τούρκοι έδωσαν διαταγή. Όλα τα γυναικόπαιδα αφού πάρουν όλα τα απαιτούμενα να φύγουν δια θαλάσσης. Τότε ημείς επήραμε μερικά από τα πράγματά μας και την 23ην Σεπτεμβρίου ημέραν Τρίτην καταβήκαμεν εις το λιμάνι όπου μας επερίμενε ένα επίτακτο ελληνικό πλοίον. Προτού να φύγωμεν μας έκαναν έρευνα κατ’ άτομον και αφού μας αφήρεσαν τα κοσμήματα και τα χρήματά μας με την πρόφασιν ότι δεν επιτρέπεται η εξαγωγή χρυσού μας αφήκαν με δυνατή βροχή και τρικυμίαν αποχαιρετώντες για τελευταία φορά την πατρίδα μας, την οποίαν δεν θα βλέπαμε πλέον ποτέ. Τα μεσάνυκτα, μόλις εξεκίνησε το πλοίον αισθάνθηκα μια μεγάλη λύπη και δυο δάκρυα εκύλησαν από τα μάτια μου, διότι εκτός του ότι αποχωριζόμουν από την ποθητή μου πατρίδα, εσκεπτόμην και τους Χριστιανούς αδελφούς μας, οι οποίοι απέμειναν εκεί εις πολύ επικίνδυνον θέσιν. Μετά πέντε ημερών ταξίδι εφθάσαμεν εις την Ερμιόνη της Αργολίδος. Εκεί μας εφιλοξένησαν δυο ημέρας εις ένα ξενοδοχείον. Κατά την τρίτην ημέραν ενοικιάσαμεν ένα δωμάτιον, εις το οποίον διαμείναμεν επί 10 μήνες. Αλλά το μέρος τούτο, ήτο τόσον μικρό, που δεν υπήρχον ούτε εργασίαι, ούτε σχολείο δι’ εμέ. Και επειδή η οικογένειά μας, είχεν ανάγκην από εργασίαν και εμείς τα παιδιά από σπουδήν, αποφασίσαμεν να έλθωμεν εις τας Αθήνας».

Ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 1923, έγινε γενική απογραφή προσφύγων και η Ερμιόνη είχε 401, ενώ πέντε χρόνια αργότερα, το 1928, μόλις 35.

Ήταν οι Ατταλιώτες που είχαν απομείνει και άλλοι, από διάφορες πόλεις της Μικράς Ασίας, ξεριζωμένοι και αυτοί, μετά από πύρινες δοκιμασίες ήλθαν στο τόπο μας να βρουν καταφύγιο. Οικογένειες πολυμελείς, κατατρεγμένες που η κάθε μια κουβαλούσε μια ξεχωριστή θλιβερή περιπέτεια, με κοινό ωστόσο για όλους τον πόνο της προσφυγιάς και την ελπίδα για μια νέα αρχή.

Η εύπορη οικογένεια του Νίκου και Γιώργου Προβελεγγιάδη με ρίζες από τα Κύθηρα ζούσε στην πλούσια περιοχή του Γκιούλ Μπαξέ της Σμύρνης. Λίγες μέρες πριν την καταστροφή της Σμύρνης μαθαίνουν από γνωστό τους Έλληνα Αξιωματικό για την επερχόμενη τραγωδία και μη χάνοντας χρόνο ναυλώνουν καΐκια και με όλη τη κινητή τους περιουσία περνούν απέναντι στη Χίο. Ο Νίκος, η σύζυγός του Ευαγγελία με τα παιδιά τους Βασίλη και Στέλλα και ο αδελφός του Νίκου, Γιώργος φτάνουν στον Πειραιά. Το τρίτο παιδί του Νίκου, ο Μιμίκος που υπηρετούσε ως εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό είχε πιαστεί αιχμάλωτος. Στον Πειραιά από γνωστό τους έμπορο γνωρίζονται με τις οικογένειες Κατσογιώργη και Γεωργίου, οι οποίοι τους προτείνουν να εγκατασταθούν στην Ερμιόνη, την οποία γνώριζαν από τους σφουγγαράδες μας.

Έτσι, φτάνουν στην Ερμιόνη έτοιμοι για μια νέα αρχή και κατά την εγγραφή τους στο δημοτολόγιο Ερμιόνης από λάθος το επώνυμο γίνεται Προβελλεγγάτος. Πρώτο μέλημά τους είναι να βρεθεί ο 20χρονος Μιμίκος και με έγγραφα προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εξωτερικών ο πατέρας τον αναζητά, αλλά η απάντησή τους ήταν θλιβερά αρνητική. Ο Μιμίκος αγνοείται! Μήνες αργότερα, ο Μιμίκος μετά από συγκλονιστική περιπέτεια αποκτά την ελευθερία του και έρχεται στην Ερμιόνη.

Ο Νίκος, πετυχημένος έμπορος στην Σμύρνη, συνεχίζει την εμπορική του δραστηριότητα και ανοίγει παντοπωλείο στον εμπορικό τότε δρόμο της Ερμιόνης κοντά στην Παναγία και τυροκομείο στο Λουκαΐτι. Μετά το θάνατό του, τα παιδιά του Μιμίκος και Βασίλης διατήρησαν το τυροκομείο και άνοιξαν δικά τους μαγαζιά. Οι “πρόσφυγες” όπως τους αποκαλούσαν είχαν τα καλύτερα τυροκομικά προϊόντα δικής τους παραγωγής και μεγάλη ποικιλία από ελιές. Με την εμπειρία τους στο εμπόριο, το πείσμα, τη σκληρή δουλειά και τη νοικοκυροσύνη τους έκαναν και πάλι προκοπή. Έλεγε ο Μιμίκος στη γυναίκα του: “Κατερίνα, η καλύτερη επένδυση είναι η οικονομία”.

Ο Γιώργος, αγρότης στη Σμύρνη με μεγάλη ακίνητη περιουσία, έφερε μαζί του πολλά πολύτιμα αντικείμενα και τα πούλησε. Εργάστηκε ως επιστάτης στα κτήματα της οικογένειας Ιωσήφ Μερτύρη. Η Στέλλα σπούδασε νηπιαγωγός, απέκτησε μεταπτυχιακό στη Βαρκελώνη και αργότερα άνοιξε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο στην Αμφιάλη. Ακούραστη, τελειομανής στη δουλειά της, το σχολείο της ήταν κυψέλη μάθησης και δίδαξαν εκεί οι Ερμιονίτισσες δασκάλες Παγώνα Κομμά για 5 χρόνια και η Κατερίνα Παπαμιχαήλ-Ρήγα για ένα χρόνο. Ο Μιμίκος παντρεύτηκε την Ερμιονίτισσα Κατίνα Αγγελή, αδελφή του Ησαΐα και ο Βασίλης την Ελένη Φραγκούλη, την οποία ερωτεύτηκε πολύ και την παντρεύτηκε παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της.

Όλη η οικογένεια Προβελεγγάτου είχε άριστες σχέσεις με την κοινωνία της Ερμιόνης.

Ήσυχοι, σοβαροί, εργατικοί άνθρωποι και οικονομικά ευκατάστατοι, ήσαν πολύ αγαπητοί και έκαναν παρέα με τις καλύτερες οικογένειες της Ερμιόνης.

Η οικογένεια του 16χρονου Γιώργου Μαιντανού στην κόλαση της Σμύρνης προσπαθεί να αποφύγει το τούρκικο γιαταγάνι. Ο πατέρας του, στη προσπάθειά του να ξεφύγει από τη μανία των Τούρκων, τρέχει στους μαχαλάδες και τα σοκάκια και πηδώντας ένα τοίχο, τραυματίζεται και ανήμπορο τον βρίσκουν οι θανατηφόρες σφαίρες. Η μητέρα του κυριολεκτικά ξυπόλυτη, με τα παιδιά της, ακολουθώντας τα μπουλούκια των προσφύγων, βρίσκεται απελπισμένη στον Πειραιά. Ο ίδιος χάνεται από την οικογένειά του, κατορθώνει όμως να τρυπώσει σε ένα πλοίο και φτάνει στην Ερμιόνη. Με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκατάστασης, η οικογένεια σμίγει και ξεκινούν στην Ερμιόνη μια νέα ζωή. Ο Γιώργος μεγάλωσε, έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη, άνοιξε μαγαζί στα Μαντράκια και καθημερινά έβγαινε στο δρόμο με τα παπούτσια κρεμασμένα στη πλάτη του για να δίνει στου πελάτες του. Ήταν άνθρωπος του χορού και της μουσικής, συμπαθέστατος και αγαπητός σε όλους.

Ο Μιμίκος Τρουπόγλου, με τη γυναίκα του Ευγέγκω και τα 7 παιδιά τους, Ανάστα, Φωτεινή, Αρίστο, Μαριώ, Πατίτσα (Παναγιώτα), Γιάννη και Ζωίτσα, βρίσκονται στη προκυμαία της παραλιακής πόλης Αρτάκη με εκατοντάδες ξεριζωμένους και προσπαθούν να επιβιβαστούν σε πλοίο για να σωθούν. Επικρατεί μεγάλη αναστάτωση, το βίντσι δουλεύει ασταμάτητα και ο κόσμος πηγαινοέρχεται στις σκάλες φορτώνοντας πράγματα. Στην Αρτάκη υπηρετούσε ως Λιμενάρχης ο Ερμιονίτης αξιωματικός του ναυτικού Γιάννης Μπουκουβάλας, ένας πολύ δραστήριος πατριώτης που αντιπαθούσε τους Τούρκους και βοηθούσε πολύ τους Έλληνες. Ο Μιμίκος Τρουπόγλου είχε οικογενειακή φιλία με τον Μπουκουβάλα και μέσα στην αναταραχή προσπαθούσε να τον βρει για να τους βοηθήσει, αλλά δεν μπόρεσε. Ο Μπουκουβάλας, που παρακολουθούσε τη διαδικασία φόρτωσης και επιβίβασης αντιλήφθηκε επίθεση Τούρκων και πυροβολώντας στο αέρα, δίνει εντολή να λύσουν τα παλαμάρια, να σηκώσουν τις σκάλες και την άγκυρα. “Τούρκοι- Τούρκοι” φώναζε, “σηκώστε τις άγκυρες τις σκάλες, ξεκίνα καπετάνιε θα έχουμε πολλά θύματα. Ναύτη λύσε τα παλαμάρια!”. Αρχίζει πανικός και όλοι ορμούν στο καράβι. Άλλοι πέφτουν στη θάλασσα, άλλοι κρέμονται στα σχοινιά, άλλοι έμειναν στο μώλο και οι τυχεροί έμειναν στο καράβι παίρνοντας το δρόμο της προσφυγιάς. Σκηνές τραγικές, απερίγραπτες! Οικογένειες σε δευτερόλεπτα χωρίστηκαν για πάντα! Στους τυχερούς και οι Τρουπόγλου, που μετά 20 ημερών ταλαιπωρία φτάνουν στη Ρεδαιστό και επιβιβάζονται στο πλοίο “Πάραλος Άνδρος“ που πήγαινε κατευθείαν Πειραιά. Το καράβι είχε πολύ φορτίο, πήγαινε πολύ σιγά και σε μια εβδομάδα μέσω Θεσσαλονίκης φτάνει στον Πειραιά. Με εκατοντάδες άλλους πρόσφυγες για μέρες ολόκληρες στοιβάζονται σε μια πολύ μικρή αποθήκη. Όλη την ημέρα έτρεχαν στους δρόμους του Πειραιά να βρουν δουλειά και ένα σπίτι να στεγαστούν και το βράδυ πάλι στην αποθήκη. Σε ένα δρόμο του Πειραιά, μπροστά τους βρέθηκε και πάλι ο Μπουκουβάλας. “Γιατί δε φεύγετε για το χωριό μου, την Ερμιόνη στην Αργολίδα;” τους λέει. “Δεν έχει εργοστάσια, μα έχει κτήματα, θα βρείτε δουλειά. Έχω και τον θείο μου εκεί, τον καπετάν-Γιώργη, τον Τέσση και θα σας υποστηρίξει». Ο Μπουκουβάλας ήταν ο άνθρωπος που τους γλύτωσε στην Αρτάκη, γιατί να μη τον εμπιστευτούν τώρα; Δέχτηκαν και ο Μιμίκος με τον Μπουκουβάλα τρέχουν στα Λεμονάδικα, βρίσκουν τον Τέσση και σε μια βδομάδα βρίσκονται στην Ερμιόνη. Νοίκιασαν ένα δίπατο σπίτι δίπλα στη θάλασσα στα Μαντράκια. Ο καραβοκύρης καπετάν Γιώργης Τέσσης, τίμιος, μπεσαλής και λεβεντάνθρωπος, με το καΐκι του έκανε δρομολόγια από τον Σαρωνικό μέχρι και το Λεωνίδιο μεταφέροντας εμπορεύματα. Τους βρήκε δουλειά, τους προσέφερε τη φιλία του, τους αγάπησε, τους σεβάστηκε και ταπεινά ζήτησε σε γάμο τη μεγαλύτερη κόρη τους, την όμορφη Ανάστα. Μια ψηλή λυγερή ξανθιά κοπέλα που τη ζητούσαν σε γάμο επιφανείς Έλληνες στην Αρτάκη και τη Σμύρνη, ακόμα και στη Πόλη.

Ο καπετάν Γιώργης και η κυρα-Στάσα είναι οι γονείς της γνωστής συγγραφέως Ευαγγελίας Τέσση που έγραψε το βιβλίο “Ανατολικά του Αρχιπελάγους“, ένα συγκλονιστικό βιβλίο που περιγράφει πώς βίωσαν οι προγονοί της την προσφυγιά.

Ο φαρμακοποιός Νίκος Βλαστός, από τα Σόκια, εξαθλιωμένος περιφέρεται στις γειτονιές του Πειραιά, ψάχνοντας μέρος να στεγάσει την οικογένειά του, τη σύζυγό του Σοφία και τα παιδιά του Μίλτο, Λίλη, Καίτη και Νιόβη. Τυχαία γνωρίζει τον έμπορο Νίκο Λαζαρίδη, πατέρα της Ανθούλας Δουρούκου, ο οποίος του προτείνει να πάνε για εγκατάσταση στην Ερμιόνη. Έτσι στήνουν το καινούργιο σπιτικό τους στο σπίτι του Στεργίου που ήταν η καφετέρια “ΕΡΩΔΙΟΣ”. Ήταν οικογένεια με μεγάλη μόρφωση, κουλτούρα και ξεχωριστούς τρόπους. Ο Μίλτος, γιος του Νίκου Βλαστού, γιατρός νευρολόγος, με σπουδές στο Παρίσι, φυσικό ήταν να αφήσει την Ερμιόνη. Η πρώτη νευρολογική κλινική της Αθήνας ιδρύθηκε από αυτόν και η στάση λεωφορείων εκεί, ονομάστηκε “Στάση Βλαστού” και υπάρχει μέχρι σήμερα. Ο Ερμιονίτης Άγγελος Καραγιάννης, σε μια βεγγέρα σαγηνεύτηκε από την ομορφιά και τη χάρη της Καίτης Βλαστού και αμέσως την παντρεύτηκε αδιαφορώντας για τις επιφυλάξεις της οικογένειάς του. Η Λίλη παντρεύτηκε και έζησε στο Παρίσι, η Νιόβη παντρεύτηκε καπνέμπορο στη Πάτρα και έζησε εκεί.

Το 1922, ο Δημήτρης Χατζησωκράτης από τα Σόκια, προύχοντας και ιδιαίτερα ευκατάστατος, η γυναίκα του Αργυρώ και τα παιδιά τους, καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους, καταφεύγουν στη Σάμο, από εκεί στον Πειραιά και κατόπιν στη Δράμα, όπου με την ανταλλαγή προσφύγων και αποζημιώσεων τους επιδίδεται μεγάλος κλήρος για εγκατάσταση και καλλιέργεια. Η Αργυρώ, πολύ καλή μαγείρισσα, γνώριζε τη χρήση των βοτάνων και παρουσίαζε εξαίρετες Μικρασιάτικες συνταγές. Μετά 20 χρόνια, η κόρη τους Δέσποινα παντρεύεται αστυνομικό που υπηρετούσε στο Κρανίδι και εγκαθίστανται στην περιοχή μας. Στο τέλος της κατοχής, εγκαθίστανται στην Ερμιόνη και τα αδέλφια της Σωκράτης και Σοφοκλής με μεγάλη δράση στην Εθνική Αντίσταση. Εργάζονται ως διοικητικό προσωπικό στα μεταλλεία, παντρεύονται τις Ερμιονίτισσες Αργυρώ Δέδε και Ρίνα Σταματίου και από τότε αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, που τους αγκάλιασε με στοργή.

Ο Μάρκος Γιαμούρογλου από το Ικόνιο, στη καταστροφή πιάνεται αιχμάλωτος.  Η γυναίκα του Αναστασία με τον 6χρονο Ιορδάνη, τον 4χρονο Γιάννη, τον 2χρονο Ηλία, την αδελφή του Μάρκου Κατίγκω (Κατίνα) και την κόρη της Κούλα φτάνουν στην Ελλάδα και μετά από απίστευτη περιπέτεια δύο μηνών βρίσκονται στα Ιωάννινα. Ο Μάρκος το 1923 με την ανταλλαγή πληθυσμών απελευθερώνεται και ξεριζωμένος βρέθηκε στην Ερμιόνη και αρχίζει μεγάλο αγώνα να βρει την οικογένειά του.

Χάρη στη πρωτοβουλία της Εκκλησίας να ανακοινώνονται μετά την Κυριακάτικη λειτουργία από τους επιτρόπους αναζητήσεις αγνοουμένων προσφύγων, η γυναίκα του άκουσε στα Ιωάννινα για το άντρα της, ήλθε στην Ερμιόνη και τον βρήκε. Όλη η οικογένεια ενώνεται και αρχίζει να στήνει το σπιτικό της. Στο Ικόνιο είχαν μεγάλο διώροφο σπίτι, ήταν πολύ ευκατάστατη οικογένεια, έκαναν παραγωγή ούζου. Οι χανούμισσες αγαπούσαν πολύ την Αναστασία και την παρότρυναν να μη φύγει ως πρόσφυγας. Θα την βοηθούσαν και θα την προστάτευαν της έλεγαν. Ο Μάρκος άνοιξε καμίνι με τούβλα και κεραμίδια στο Κρανίδι και τον χειμώνα διατηρούσε σιδηρουργείο στην Ερμιόνη. Απέκτησαν και άλλα 4 παιδιά, την Δέσπω, τον Θεοδόση, την Κατίνα και την Κούλα. Όταν τα παιδιά άρχισαν το σχολείο στην Ερμιόνη, οι συμμαθητές τους τα αποκαλούσαν Τουρκόπουλα και ο Μάρκος άλλαξε το επώνυμο σε Βροχίδης. Στην Ερμιόνη ήσαν πολύ αγαπητοί και κοινωνικοί. Ο Μάρκος και η Αναστασία έπαιζαν πολύ καλά ούτι και κανονάκι, ένα μουσικό όργανο άγνωστο τότε στην Ερμιόνη (σαν το σαντούρι αλλά χωρίς ξύλα έπαιζαν με τα χέρια) και δημιούργησαν πολλές παρέες. Ο Μάρκος πέθανε νωρίς και η οικογένεια έφυγε για την Αθήνα, όπου τα αγόρια αρχικά άνοιξαν καμίνι στην Ιερά Οδό και μετά δημιούργησαν το γνωστό εργοστάσιο εκκλησιαστικών ειδών “Βροχίδης” που υπάρχει μέχρι σήμερα και ανήκει στα εγγόνια του Μάρκου από το γιο του Θεοδόση. Ο αδελφός του Μάρκου, Χαρίτος Γιαμούρογλου, το 1923 με την ανταλλαγή πληθυσμών ήλθε στην Ερμιόνη, φέρνοντας πολλές λίρες και χρυσό. Η κόρη του Μάρκου Κατίνα παντρεύτηκε τον Ερμιονίτη Σταύρο Γεωργίου και απέκτησαν 5 παιδιά. Το σπίτι τους είναι από τα ελάχιστα προσφυγικά που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Βρήκα στο Αιγάλεω την κόρη του Μάρκου Δέσπω, 88 ετών σήμερα, μιλήσαμε πάρα πολλές ώρες και μου εξιστόρησε πως κτίστηκε αυτό το σπίτι. “… ο πατέρας μου συνάντησε τη μάνα μου το ‘23, ήλθε στην Ερμιόνη και άνοιξε καμίνι. Στην αρχή έμεναν στο νοίκι, ήθελε να αγοράσει ένα οικόπεδο κοντά στο λιμάνι να φτιάξει σπίτι, αλλά ένας μηχανικός που το είδε του είπε: Μάστρο-Μάρκο είσαι καλός άνθρωπος και σε λυπάμαι γιατί έχεις 8 παιδιά, αλλά αυτό το οικόπεδο μη το πάρεις, γιατί αν περάσει το ποτάμι του Καταφυκιού δεν θα μείνει ούτε πόρτα, θα σου βρω εγώ ένα. Όταν έκτιζε ο πατέρας μου το σπίτι, τα τούβλα ήταν δικά του και όταν έκανε αγιασμό στα θεμέλια δεν είχε λεφτά να πληρώσει τον Παπά και πάει απέναντι και ζήτησε ένα τάλιρο να πληρώσει τον Παπά και του λέει η μάνα μου: Τι κάνεις και θέλεις σπίτι αφού δεν έχεις λεφτά και της λέει ο πατέρας μου θα βρεθούν λεφτά. Δεν είχαμε τσακωθεί με τη γειτονιά ποτέ, ούτε με κανέναν είχε τσακωθεί ο πατέρας μου, τέτοια πράγματα δεν είχαμε, είχαμε αγάπη στο χωριό. Μετά ήθελε πολύ ξυλεία για τη σκεπή και βρήκε ένα μεγαλέμπορα στο λιμάνι και τον παρακάλεσε να του δώσει ξυλεία να βάλει μέσα τα παιδιά του και τον Οκτώβρη να του δώσει τα λεφτά. Εκείνος σκέφτηκε – σκέφτηκε και του λέει: Έλα Μάρκο πάρε την ξυλεία και τελείωσε το σπίτι. Ένας γείτονας του έμπορα του είπε: Τι έκανες; Έδωσες τόση ξυλεία χωρίς λεφτά σε έναν πρόσφυγα που δεν το ξέρεις; Δεν πειράζει, αν θέλει ας μην τα φέρει να συγχωρεθούν ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Ο πατέρας μου δούλεψε πολύ καλά το καλοκαίρι, πούλησε τούβλα και κεραμίδια, μάζεψε τα λεφτά και τέλος Σεπτέμβρη πάει τα δίνει, ευχαριστεί το έμπορο και αυτός του απαντά: Μάστρο-Μάρκο ό,τι θέλεις να έρχεσαι να παίρνεις. Συναντά τον γείτονά του και δείχνοντας τα λεφτά του λέει: Να ο πρόσφυγας μου έφερε τα λεφτά και σεις με κάνατε να έχω σκάσει που του έδωσα την ξυλεία”.

Ο Αναστάσιος και η Βασιλική Κωτσόγλου από την πόλη Αλάγια, ήλθαν στις Σπέτσες και από εκεί στην Ερμιόνη με τα 5 παιδιά τους Γιώργο, Αναστασία, Φωτεινή, Ιορδάνη και Δημήτρη. Έμειναν στην Ερμιόνη 10 χρόνια στο σημερινό σπίτι της Θεοδότης Σκλαβούνου, εκτός από τον Γιώργο, ο οποίος έμεινε μόνιμα εδώ και έγινε γανωτής ή καλατζής. Ο μάστρο-Γιώργης ήταν άνθρωπος ήσυχος, φτωχός αλλά εργατικός και τίμιος. Με ένα τσουβάλι στην πλάτη και τα σύνεργά του γύριζε με τα πόδια όλα τα γύρω χωριά μέχρι και το Λουκαΐτι και αγωνιζόταν να θρέψει τα πολλά παιδιά του. Γάνωνε με κασσίτερο τα χάλκινα σκεύη, τα μοναδικά που χρησιμοποιούσαν τότε οι νοικοκυρές στην κουζίνα τους. Οι ντόπιοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη και το χιούμορ του και καλοπροαίρετα τον πείραζαν για την πολυτεκνία του και για την χαρακτηριστική περίεργη προφορά του, αφού δεν κατάφερε ποτέ να μάθει σωστά τα Ελληνικά. Ο Γιώργος έμεινε στην Ερμιόνη μέχρι τη δεκαετία του 1950.

Ο Κυριάκος Σακαλίδης από το Σαγιχλί, μετά την καταστροφή αρχικά βρίσκεται στο Ξυλόκαστρο, κατόπιν στον Πειραιά στα Άνω Πετράλωνα και στην Κατοχή καταλήγει στην Ερμιόνη. Δραστηριοποιήθηκε ως έμπορος με πολύ καλό μπακάλικο στην περιοχή της Παναγίας, στο οποίο μικρός πήγαινα καθημερινά. Παντρεύτηκε την Ερμιονίτισσα Ματίνα Νάκου, αδελφή του χρυσοχόου. Ήταν άνθρωπος ευγενικός, πνευματώδης με πολύ χιούμορ, ιδιαίτερα με τις γυναίκες που πάντα είχε κάποιο αστείο να πει για να τους φτιάξει την διάθεση. Στο σπίτι του έκανε πολλές κοινωνικές συγκεντρώσεις, τις λεγόμενες βεγγέρες, με φίλους του Ερμιονίτες.

Γόνος προσφύγων ήταν και ο αγαπητός σε όλους μας φωτογράφος Στέφος Αλεξανδρίδης, ο οποίος έζησε στο Κρανίδι, αλλά ο φακός του αποθανάτισε όλη την Ερμιονίδα. Ο πατέρας του σε ηλικία 25 ετών ήλθε στις Σπέτσες με το πλοίο “ΠΑΤΡΙΣ” από την Σπάρτη της Μικράς Ασίας, μια πόλη που βγάζει πολλά χαλιά τα λεγόμενα “σπαρταλίδικα χαλιά”. Ο πατέρας του Στέφου ήθελε να τον κάνει ράφτη, αλλά αυτός ήθελε να γίνει τσαγκάρης και έτσι πήγε στο τσαγκαράδικο που είχαν δύο πρόσφυγες. Ωστόσο τον κέρδισε η τέχνη του φωτογράφου που την υπηρέτησε με πολύ μεράκι και έγινε ο εμβληματικός φωτογράφος της Ερμιονίδας.

Η Φωφώ Κωνσταντινίδη, από την Κωνσταντινούπολη βρέθηκε ως πρόσφυγας στην Ερμιόνη. Ηταν οδοντίατρος, με ιατρείο στο στενό μεταξύ Πραχαλιά και Τάγκαλου στο λιμάνι. Μοναχική, αξιοπρεπής, με καλούς τρόπους, αγαπούσε πολύ τα ζώα. Είχε έναν σκύλο με το όνομα “Σποτς” και πολλές γάτες. Τη δεκαετία του ‘60 έκανε και ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών και Γαλλικών. Το σπίτι της στα Μαντράκια ήταν απέναντι στο σπίτι Απόστολου Γκάτσου και τα διπλανά σκαλάκια που βγαίνουν στη θάλασσα τα λέμε ακόμη και σήμερα “σκαλάκια της κυρά Φωφώς”.

Ο Γιώργος Σιγανούλης, 6 χρονών βρέθηκε στην Ερμιόνη χωρίς γονείς και συγγενείς, ως πρόσφυγας. Ο κτηματίας Δημήτρης Κόντος τον πήρε στο περιβόλι του και έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό του. Με το κοπάδι του γύριζε όλο το κάμπο της Κινέτας και των Ποτοκίων. Ο τρόμος του ξεριζωμού και ο χαμός της οικογένειάς του τον είχαν σημαδέψει για πάντα. Δεν θυμόταν τίποτα για το πώς έφτασε στο τόπο μας.

Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ

“Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός, ευθύς εγιόμισε άνθη” λέει ο στίχος του εθνικού μας ποιητή και πράγματι, η φτωχή Ελλάδα των 4.000.000 ψυχών με τιτάνια προσπάθεια, σε 3 χρόνια μόνο, κατάφερε να εξασφαλίσει στέγη, δουλειά και περίθαλψη, σε 1.500.000 πρόσφυγες. Και αυτοί σε μια δεκαετία, με τη φιλοπονία και το φιλοπρόοδο πνεύμα τους της έδωσαν δύναμη από τη δική τους δύναμη.

Μετέτρεψαν την τραγωδία σε δημιουργία! Έκαναν το δράμα θαύμα και ο ξεριζωμός, σύμφωνα με τον Σαράντο Καργάκο, έγινε ριζωμός, έγινε ανθοβόλημα και νέα καρποφορία για την Ελλάδα. Πριν την καταστροφή, με σιδερένιο κρίκο την αλληλεγγύη, δημιουργικοί και ευρηματικοί, εμπορικά και επιχειρηματικά δραστήριοι, χρυσοχέρηδες, κυριαρχούσαν στο θαλάσσιο εμπόριο και σε όλα τα επαγγέλματα, με επιστήμονες και τεχνίτες απαράμιλλης καλαισθησίας.

Η εργατικότητα ενός Έλληνα έφτανε με 10 Τούρκων, αφού ως μεγαλύτερο ελάττωμα και από τη κλεψιά ακόμα, θεωρούσαν την τεμπελιά. Στη Σμύρνη, το 70% του εμπορίου και της οικονομίας κατείχαν οι Έλληνες και ήταν θέμα χρόνου να γίνει ολόκληρη η περιοχή ελληνική αν δε συνέβαινε η τραγωδία. Μόρφωναν τα παιδιά τους με υψηλού επιπέδου παιδεία, με δασκάλους πολύ μορφωμένους και αυστηρούς. Λάτρευαν τον Θεό και την Πατρίδα. Η τουρκική παρουσία ήταν αισθητή κάθε μέρα στη ζωή τους αλλά κυρίως στη βαθιά πληγωμένη καρδιά τους και η γνώση της γεωγραφίας και ιστορίας ήταν ένα γλυκό και θαυματουργό βάλσαμο για αυτήν. Ελληνικά βιβλία δεν είχαν, μάθαιναν όμως τα πάντα για την επανάσταση του 1821, τους ήρωες, τις θυσίες, τα ολοκαυτώματα, τις προδοσίες και τις διχόνοιες. Οι Τουρκικές αρχές τους απαγόρευαν να τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια και τον Εθνικό Ύμνο, όμως όλοι τα ήξεραν και τα τραγουδούσαν κρυφά στο σπίτι, κάνοντας τους γονείς να ανησυχούν μήπως τα ακούσουν οι Τούρκοι.

Τούρκοι και Έλληνες είχαν κοινωνικές συναναστροφές και φιλίες. Πήγαιναν στις γιορτές, τα παιδιά έπαιζαν μαζί και οι μεγάλοι έτρεφαν σεβασμό μεταξύ τους. Ζούσαν σε υψηλό βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο με ευρωπαϊκά πρότυπα. Αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη πέντε λυρικών θεάτρων στη Σμύρνη, όταν στην Αθήνα δεν υπήρχε ούτε ένα! Γι’ αυτό και οι Έλληνες στρατιώτες όταν αποβιβάστηκαν εκεί βρέθηκαν προ εκπλήξεως! Διαπίστωσαν πως δεν ήλθαν από τη Δύση στην Ανατολή. Η Δύση ήταν στην Ανατολή! Με τον ερχομό τους, εκτός από τον πολιτισμό τους έφεραν και μια μοναδική αξιοπρέπεια. Δεν υπήρξε ούτε ένας πρόσφυγας ζητιάνος. Στο κοινωνικό μίγμα που δημιουργείται από την υποχρεωτική συνύπαρξης δύο διαφορετικών κόσμων η αντιμετώπιση των ντόπιων χαρακτηρίζεται από αναστάτωση, σκεπτικισμό, δυσπιστία και πολλές φορές εχθρότητα. Χαρακτηριστικό ήταν το παράπονο της Φ. Χαϊδεμένου: “Στην Τουρκία μας φέρθηκαν σαν Έλληνες και στην Ελλάδα σαν Τούρκους”.

Στην Ερμιόνη δεν υπήρχαν πράξεις εχθρότητας, υπήρχε όμως αρκετή δυσπιστία και επιφυλακτικότητα ακόμη και από τις αρχές του τόπου, όπως η απόρριψη από το Κοινοτικό Συμβούλιο πρότασης του Προέδρου για προσφορά 3.000 δρχ. από το αποθεματικό κεφάλαιο για την στέγαση και περίθαλψη απόρων προσφύγων. Εμφανείς ήσαν οι διαφορές στη κουλτούρα και την καθημερινότητα, όπως η συνήθεια ορισμένων συμπολιτών μας να αναφέρονται στα Θεία, προκειμένου να ξεθυμάνουν από το θυμό τους, που έκανε εξαιρετικά άσχημη εντύπωση στους πρόσφυγες, οι οποίοι δεν έβριζαν ποτέ τα θεία. Λύπη και περίσκεψη δημιουργούσαν στους πρόσφυγες κάποιοι λιγοστοί συμπολίτες μας, κυρίως έμποροι και άνθρωποι της αγοράς, που νόμιζαν ότι οι φτωχοί και εξαθλιωμένοι αυτοί άνθρωποι και κυρίως τα μικρά παιδιά ήταν εύκολα θύματα εκμετάλλευσης ή ακόμα και απάτης και προσπαθούσαν να κερδοσκοπήσουν εις βάρος τους.

Νεαροί Ερμιονίτες συνήθως μεθυσμένοι έκαναν καντάδα στις όμορφες προσφυγοπούλες και απαιτούσαν να βγουν από τα σπίτια τους να τις θαυμάσουν. Αυτές δεν έβγαιναν, οι νεαροί πετούσαν πέτρες και ακολουθούσαν κυνηγητά με μαγκούρες και άλλα σχετικά! Ωστόσο, αν και είχαν χάσει τον παράδεισό τους, όπως έλεγαν, αναπολώντας τα όμορφα χρόνια στην Αττάλεια, δέχθηκαν τη νέα πραγματικότητα καρτερικά και χαρακτήρισαν την Ερμιόνη, ως ένα “ήσυχο χωριό”. Με τα χρόνια οι Ερμιονίτες τους αποδέχτηκαν ως ισότιμους συμπολίτες, συνεργάστηκαν μαζί τους, αναγνώρισαν την αξία τους και τον καλό τους χαρακτήρα, αξιοποίησαν τις ικανότητες και τα προτερήματά τους και όχι μόνο δεν τους ενοχλούσαν, αλλά τους αποδέχονταν με σεβασμό.

Την ημέρα που οι εξαθλιωμένοι αυτοί άνθρωποι κατέκλυσαν το λιμάνι μας, κανείς δεν φανταζόταν ότι με τη προκοπή τους και τις νέες ιδέες τους θα αποτελούσαν σημαντική δύναμη προόδου για την μικρή Ερμιόνη. Ο δάσκαλος Μιχαήλ Παπαβασιλείου γράφει: “Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που κατακλύσανε το φθινόπωρο του ’22 το χωριό μας, δώσανε στη ζωή μας τελείως διαφορετικό νόημα».

Και η Δέσπω Βροχίδη, άκουσε έναν συμπολίτη μας, να λέει σε κάποιον άλλο: “Τούτοι οι άνθρωποι που ήρθαν από τη Μικρά Ασία, καινούργιο αίμα ήτανε στο κορμί του τόπου μας. Πολλά θα μάθουμε από αυτούς. Κοιτάξτε να τους μοιάσουμε για να δούμε άσπρη μέρα”.

Ο Μιχάλης Δεληγιάννης, πρωταγωνιστής στα γεγονότα του Οκτωβρίου 1922 και γνωρίζοντας τις ικανότητές τους, αργότερα το 1927 ως Πρόεδρος της Κοινότητας, κάνει στο Κοινοτικό Συμβούλιο την παρακάτω πρόταση: ”…ταπητουργοί, υφανταί, οικοδόμοι, υποδηματοποιοί και άλλοι τεχνίται εκ των προσφύγων, αποκαθιστάμενοι εις την κοινότητά μας, ούσα παραλιακή και έχουσα κλίμα και ύδατα πόσιμα, υγιεινά και άφθονα, θα εύρωσιν εργασίαν προς συντήρησιν των οικογενειών αυτών και θα αποβώσιν χρήσιμοι στο σύνολο των κατοίκων της κοινότητος” και το Συμβούλιο, αποφασίζει παμψηφεί να παραχωρηθούν δωρεάν κοινοτικά οικόπεδα στο Δυτικό άκρο της πόλης για να κτίσουν σπίτια. Η απόφαση αυτή δεν υλοποιήθηκε.

Εμπορικά δαιμόνια τα αδέλφια Πεχλιβανίδη νοίκιαζαν καΐκια και όργωναν τον Σαρωνικό και Αργολικό κόλπο μεταφέροντας όχι μόνο τα προϊόντα της περιοχής, αλλά έφερναν και από τον Πειραιά κυρίως παστά, ξηρούς καρπούς και ζαχαρωτά.

Οι ζαχαροπλάστες Παντελής Αναμουρλόγλου και Θόδωρος Κωνσταντινίδης μας έμαθαν τα γλυκά ταψιού που έφτιαχναν μόνοι τους, το μπακλαβά, το ραβανί και το σαραγλί, την πάστα σοκολατίνα και τα απίθανα παγωτά τους, καϊμάκι, βανίλια σοκολάτα, πεπόνι, καρπούζι και βύσσινο, άγνωστα μέχρι τότε σε πολλούς Ερμιονίτες. Oι προσφυγοπούλες χειραφετημένες και οι μανάδες με τα μωρά στην αγκαλιά πήραν τα δρεπάνια, τις τσάπες και τα κλαδευτήρια και κατέκλυσαν τα χωράφια και τα περιβόλια.

Οι πρωτοποριακές μέθοδοι του Μιμίκου Τρουπόγλου στη γεωργία και ιδιαίτερα στο κλάδεμα, έγιναν γνωστές στην περιοχή και δεν υπήρχε κτηματίας να μη ζητήσει τη γνώμη του. Αρκετοί σάστιζαν με τις συμβουλές του και τον αντιμετώπιζαν με ειρωνεία, σχολιάζοντας πίσω από την πλάτη του: ”Πάει, του ‘στριψε του κακομοίρη από της προσφυγιάς τον καημό. Ακούς, να μας λέει, να μιλάμε με τη γη μας και να αφουγκραζόμαστε τα δέντρα, γιατί αισθάνονται και μας μιλούν!”. Στο τέλος όμως, όλοι αναγνώριζαν την αξία του, ζητούσαν τη γνώμη του και έλεγαν: “Μεγαλονοικοκύρης πρέπει να ήταν ο μπαρμπα-Μιμίκος!”

Από τους αργαλειούς έβγαιναν αριστουργήματα σε χαλιά και υφαντά που ξεχώριζαν για τον ιδιαίτερο τρόπο επεξεργασίας και για τα ανάλαφρα και με λαϊκά θέματα σχέδιά τους. Το σχολείο Συγγρού μετατράπηκε σε ταπητουργικό εργαστήρι, προσφυγοπούλες για δέκα χρόνια δίδασκαν ταπητουργία σε κοπέλες της Ερμιόνης. Άλλες, έπιασαν τις βελόνες και έκαναν αξιοζήλευτα κεντήματα και πλεκτά ρούχα. Οι κοπέλες της Ερμιόνης έτρεχαν σε αυτές να φτιάξουν την προίκα τους, μαθαίνοντας εργόχειρα και κυρίως τη βυζαντινή βελόνα, έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο κεντήματος. Οι Ερμιονίτισσες έμαθαν πολλά για το στόλισμα της νύφης, το στρώσιμο του τραπεζιού και για θέματα αισθητικής και καλαισθησίας.

Οι Μικρασιάτισσες ακολουθώντας την λαϊκή ρήση, “Τις ιστορίες του τόπου σου, για να μη τις ξεχνάς, να τις βάζεις στα φαγητά” με την ποικιλία των μπαχαρικών, των εξαίσιων μυρωδικών και βοτάνων, δημιούργησαν ένα γευστικό πολιτισμό που έχει κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο. Με τον ερχομό τους, εγκαταλείπεται η ”σπαρτιάτικη” λιτότητα της Ελλαδικής κουζίνας και εισβάλει ορμητικά η Πολίτικη και Σμυρνέϊκη εξωτική γεύση. Μοιραία άλλαξε και η κουζίνα της Ερμιόνης, αποκτώντας μια άλλη διάσταση και ποιότητα, παρ’ ότι πολλά από τα υλικά τους ήταν άγνωστα στις Ερμιονίτισσες και πολλές φορές τα χρησιμοποιούσαν για άλλο σκοπό αντί για τη μαγειρική.

Η μουσική και ο χορός ήταν το βάλσαμο για τον πόνο της προσφυγιάς και οι μουσικές εκδηλώσεις ήταν ιεροτελεστίες για να διατηρηθεί η κοινή τους ταυτότητα και να μεταδοθεί στις επόμενες γενιές. Η ποικιλία των ήχων και ρυθμών που κυριάρχησε έσπασε την μονοκρατορία του Δημοτικού τραγουδιού και άνοιξε το δρόμο για το ρεμπέτικο. Οι Ερμιονίτες κατεξοχήν γλεντζέδες και κοινωνικοί ταίριαξαν με τους πρόσφυγες, δημιουργήθηκε ένα ιδανικό μείγμα και άρχισαν οι βεγγέρες και τα γλέντια. Οι σφουγγαράδες μας άλλωστε πριν την καταστροφή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, εκτός από σφουγγάρια έφερναν και στοιχεία μουσικής και πολιτισμού.

Για παράδειγμα, το τραγούδι “Σε καινούργια βάρκα μπήκα και στο Άγιο Γιάννη βγήκα” είναι παραφρασμένο από το Μικρασιάτικο “… και στο Μιχαλίτσι βγήκα.” Ο Μάρκος Βροχίδης με το ούτι και το κανονάκι του, οι κόρες του Τρουπόγλου με το μαντολίνο τους, ο Παναγιώτης Κωνσταντινίδης με το γραμμόφωνό του και η οικογένεια Βλαστού με τη μουσική της παιδεία και τη γνώση των ευρωπαϊκών και μοντέρνων χορών, έδωσαν ένα διαφορετικό χρώμα στη διασκέδαση της Ερμιόνης.

Το ταγκό, το βαλς, η πόλκα, το φοξακλέ, ο καρσιλαμάς και το τσιφτετέλι άρχισαν να χορεύονται στα πάρτι, με τις προσφυγοπούλες να σαγηνεύουν τον ντόπιο ανδρικό πληθυσμό.

Ο Παναγιώτης Κωνσταντινίδης έμαθε στα ζευγάρια τις καντρίλιες και οι κόρες του είχαν μετατρέψει την αυλή τους σε χοροδιδασκαλείο ευρωπαϊκών χορών.

Ο Βασίλης Προβελλεγγάτος έμαθε σε πολλά παιδιά της Ερμιόνης και ειδικά στους προσκόπους τη σάλπιγγα και το τύμπανο. Οι συμπολίτες μας λαϊκοί οργανοπαίκτες Ηλίας και Λεωνίδας Νάκος, με το βιολί και το λαούτο τους, έπαιζαν με δεξιοτεχνία Μικρασιάτικους σκοπούς. Άριστοι τεχνίτες, όπως ο τσαγκάρης Παναγιώτης Κωνσταντινίδης, ο ράφτης Θανάσης Παπαθανασίου και ο σιδηρουργός Μάρκος Βροχίδης, είχαν στα μαγαζιά τους πολλά παιδιά και τους μάθαιναν με μεράκι την τέχνη τους. Από εκεί βγήκαν αργότερα εξαίρετοι Ερμιονίτες τεχνίτες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η 14η Σεπτεμβρίου ανακηρύχθηκε ως ”ημέρα μνήμης” για την Μικρασιατική τραγωδία. Είναι η μέρα που θυμόμαστε τη φλεγόμενη Σμύρνη, την εξαθλιωμένη προσφυγιά και το μαρτύριο του Χρυσόστομου. Είναι και ημέρα νοσταλγίας των αλησμόνητων πατρίδων, όπως τις αποκαλούν οι Μικρασιάτες και όχι των χαμένων πατρίδων. Αν και “Τώρα εκεί όλα είναι λείψανο. Τώρα εκεί ο μύλος αλέθει ερημιά”, όπως γράφει ο Μενέλαος Λουντέμης, οι πατρίδες χάνονται όταν ξεχνιούνται, δεν χάνονται όταν είναι ριζωμένες στην ψυχή μας. Είναι και ημέρα διδαγμάτων, για να θυμόμαστε ότι στις διακρατικές και συμμαχικές σχέσεις δεν υπάρχουν συναισθηματισμοί παρά μόνο υποσχέσεις, οι οποίες ξεχνιούνται όταν θίγονται τα συμφέροντα. Είναι και ημέρα που πρέπει να θυμόμαστε την Ελληνίδα μάνα. Τη μάνα του Έλληνα στρατιώτη που έστειλε το παιδί της στα βάθη της Ανατολής, αλλά και τη μάνα – πρόσφυγα, που έφερε τα ξεριζωμένα βλαστάρια της στην Ελλάδα και προσπάθησε να τα φυτέψει πάλι. Τα είδε να ανθίζουν και να καρποφορούν, αλλά δεν ξέχασε και ποτέ δεν θα ξεχάσει, τη φοβερή σφαγή του 1922.

Στη προσπάθειά μου να προσεγγίσω τον πόνο και την προσφορά των προσφύγων και τη δράση των προγόνων μας το 1922, μέσα μου ριζώθηκε βαθιά η πεποίθηση ότι όλοι οι Έλληνες, την Μικρασία την κουβαλάμε μέσα μας σαν γλυκιά ανάμνηση, σαν πόνο, σαν καημό, αλλά και σαν αιτία περηφάνειας και ελπίδας. Ακόμη και αν δεν μας ανήκει πια, μας ανήκει η Ιστορία της, κάτι που κανείς, ούτε ο ίδιος ο χρόνος μπορεί να μας στερήσει. Χρέος μας είναι να θυμόμαστε, για να σώσουμε την Ιστορική μας μνήμη που θα σώσει και εμάς. Όποιος διασώζει την Ιστορική του μνήμη, διασώζει και την ύπαρξή του. Ξέρει ποιος είναι, ξέρει από πού έρχεται, από ποιους έρχεται, ξέρει πού πάει.

Ως Ερμιονίτες πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για τους προγόνους μας, οι οποίοι δεν είχαν πλούτη, δεν είχαν υποδομή, είχαν όμως αγνά αισθήματα φιλοξενίας και φιλαλληλίας, είχαν πραγματικό πολιτισμό, είχαν αξίες και αγκάλιασαν τους ρημαγμένους πρόσφυγες, τιμώντας για μια ακόμη φορά τη καταγωγή τους και την μακραίωνη ιστορία της πόλης μας. Ένοιωσα υπερήφανος στη γιορτή της Τζικοπαναγιάς του Ταύρου, χώρο ετήσιας συνάντησης των Ατταλιωτών, όταν συνάντησα παιδιά και εγγόνια τους, που γνωρίζοντας τη περιπέτεια των προγόνων τους, επαίνεσαν την μεγάλη προσπάθεια των συμπολιτών μας και πολλοί έχουν επισκεφθεί την Ερμιόνη για να τιμήσουν το Ελληνικό χώμα που πάτησαν για πρώτη φορά οι πρόγονοί τους. Απευθύνομαι στους απογόνους των Μικρασιατών και τους λέω με αγάπη και σεβασμό: “Οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι γονείς σας, με βαθιά πίστη στο Θεό και την Ελλάδα, αν και σκλαβωμένοι μεγαλούργησαν. Πονεμένοι και ρημαγμένοι, άφησαν τους νεκρούς, τα σπίτια τους, τον παραδεισένιο τρόπο ζωής τους, ήλθαν στην Ελλάδα και σύμφωνα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έγιναν “το νέο αίμα και η ευλογία της”. Αποτέλεσαν το λάδι της μηχανής για την πρόοδο της σύγχρονης Ελλάδας. Έδωσαν περισσότερα από όσα πήραν και μετέτρεψαν την τραγωδία σε θαύμα! Το 1922 είναι σταθμός συντριβής, αλλά και αφετηρία αναγέννησης της χώρας μας! Η Ελλάδα και οι Έλληνες τους οφείλουν πολλά! Να είστε υπερήφανοι και να αντλείτε δύναμη από τη μνήμη τους!

Γνωρίζοντας ότι όλοι σας, με αστείρευτο καημό, νοσταλγείτε την αγαπημένη γη των προγόνων σας, την Σμύρνη, την Αττάλεια, το Ικόνιο, τα Σόκια, σας αφιερώνω, τους στίχους του ποιητή μας Ιωάννη Πολέμη:

«Τι κι αν τρώει, τα σπλάχνα μου, το σαράκι;

Τι κι αν βαδίζω, αγύριστα, χρόνο με το χρόνο;

Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή,

γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω…»