Ιταλια

34% ΑΠΟΧΗ

Τα αποτελέσματα που θα διαβασετε αφορουν οσους πηγαν να ψηφισουν.

Τα αποτελέσματα από το exit poll της Rai είναι:

  1. Κεντροδεξιά 41-45%
  2. Κεντροαριστερά 25,5-29,5%.

Ανά κόμμα:

  1. Αδέλφια της Ιταλίας (Μελόνι) – 22-26%
  2. Δημοκρατικό Κόμμα (Λέτα) – 17-21%
  3. Κίνημα Πέντε Αστέρια (Κόντε) – 13,5-17,5%
  4. Λέγκα (Σαλβίνι) – 8,5-12,5%
  5. Forza Italia (Μπερλουσκόνι) – 6-8%.

Μελονι

Η Τζόρτζια Μελόνι, η επικεφαλής της μεταφασιστικής παράταξης Αδέλφια της Ιταλίας που αναδείχθηκε πρώτο κόμμα στις βουλευτικές εκλογές οι οποίες διεξήχθησαν την Κυριακή (25/9) στην Ιταλία, διεκδίκησε τις πρώτες πρωινές ώρες σήμερα την ηγεσία της επόμενης κυβέρνησης της χώρας. 

Ποια είναι όμως η 45χρονη επικεφαλής του «Fratelli d’ Italia»που θέλει να γίνει η επόμενη πρωθυπουργός; 

(AP Photo/Gregorio Borgia)

Γεννημένη το 1977, η Τζόρτζια Μελόνι είχε ενταχθεί από τα 15 της χρόνια στη νεολαία του νεοφασιστικού MSI σε ένδειξη αντίδρασης για την «αριστερή τρομοκρατία» της εποχής. Αργότερα προσχώρησε στη φοιτητική οργάνωση της «Εθνικής Συμμαχίας», ενώ το 2006 εξελέγη βουλευτής και το 2008 έγινε η νεότερη υπουργός στην ιστορία της Ιταλίας.

Σε ηλικία 31 ετών ανέλαβε το υπουργείο Νεολαίας στην κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Πριν από δέκα χρόνια ίδρυσε το νέο κόμμα «Αδέλφια της Ιταλίας», του οποίου ηγείται από το 2014. Το 2020 ανέλαβε και την ηγεσία της πολιτικής ομάδας των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρυθμιστών (ECR), στην οποία συμμετέχουν και άλλες υπερσυντηρητικές και ευρω-σκεπτικιστικές πολιτικές δυνάμεις, όπως το κυβερνών Κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS) στην Πολωνία.

«Αιώνια φλόγα» και «ρωμαϊκός χαιρετισμός»

Η Μελόνι δεν τηρεί αποστάσεις από τον φασισμό έγραφε στα τέλη Ιουλίου, γράφει η Deutsche Welle. Στην αυτοβιογραφία της παραδέχεται ότι κινείται σε ένα «πολιτικά ναρκοθετημένο» τοπίο. «Είμαστε τέκνα της ιστορίας μας, όλης της ιστορίας μας», γράφει χαρακτηριστικά. «Όπως συνέβη και με άλλα έθνη, ο δρόμος που διανύσαμε είναι σύνθετος, πολύ πιο περίπλοκος από τις διηγήσεις που ακούγονται». Μόνο τη λατρεία προς το πρόσωπο του αρχηγού, λέει ότι απορρίπτει η Μελόνι. Όταν έδινε συνεντεύξεις στα γραφεία του κόμματος, τη συνοδεύει πάντοτε το σύμβολο της φλόγας, στα εθνικά χρώματα της Ιταλίας. «Δεν έχω να απολογηθώ για κάτι στη ζωή μου», λέει η Μελόνι. «Κι όμως, στις περισσότερες τηλεοπτικές συζητήσεις που πηγαίνω, με ρωτούν για την ιστορία και όχι για τα επίκαιρα ζητήματα της χώρας. Αυτό δεν το βρίσκω σωστό».

Ενόψει προεκλογικής περιόδου η Τζόρτζια Μελόνι είχε δώσει γραπτές εντολές στα μέλη του κόμματος να αποφεύγουν τις ακραίες δηλώσεις, την οποιαδήποτε αναφορά στον φασισμό και κυρίως τον «ρωμαϊκό χαιρετισμό» με το προτεταμένο δεξί χέρι, ο οποίος θυμίζει τον «χιτλερικό χαιρετισμό». Τα «Αδέλφια της Ιταλίας» επιχείρησαν να μετακινηθούν από το περιθώριο της Ακροδεξιάς στο πολιτικό Κέντρο.

Παραμένοντας στην αντιπολίτευση, απέναντι σε όλες τις κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν η μια την άλλη μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2018, το κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d’Italia, FdI) επιβλήθηκε ως η βασική εναλλακτική και είδε το ποσοστό του να απογειώνεται από το 4,3% πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν στο ένα τέταρτο των ψήφων σήμερα (περί το 26%), ή, με άλλα λόγια, μετατρέπεται στο πρώτο κόμμα του κοινοβουλίου της χερσονήσου.

«Οι Ιταλοί έστειλαν καθαρό μήνυμα υπέρ μιας κυβέρνησης της δεξιάς υπό την ηγεσία των Αδελφιών της Ιταλίας», είπε η κυρία Μελόνι επιβεβαιώνοντας τη φιλοδοξία της να γίνει η επόμενη πρωθυπουργός.

Ασυγκράτητος λαϊκισμός

Η Μελόνι κατεβαίνει στον προεκλογικό αγώνα με το λαϊκιστικό σύνθημα «Πρώτα η Ιταλία και οι Ιταλοί». Στο πρόγραμμά της απαιτεί περισσότερα κοινωνικά επιδόματα, χαμηλότερους φόρους, λιγότερη ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, καθώς και τον τερματισμό της μετανάστευσης. Υπόσχεται να «επαναδιαπραγματευθεί» τη συμμετοχή της Ιταλίας στην ΕΕ και στο ευρώ. Απορρίπτει την άμβλωση και τον «γάμο για όλους». Δεν γνωρίζει πολλά στο πεδίο της οικονομικής και της εξωτερικής πολιτικής. Χαρακτηριστικό της, ωστόσο, είναι η ακλόνητη αυτοπεποίθησή της. Πρόσφατα έγραφε στο Facebook ότι έχει βαρεθεί «να στιγματίζεται συνεχώς ως μαύρη χήρα» και θεωρεί ότι οι αντίπαλοί της απλώς φθονούν την επιτυχία της. Δηλώνει ότι υποστηρίζει την Ουκρανία και δεν θέλει να συνδέεται με τον Πούτιν. Όσο για την Ευρώπη, οραματίζεται μία «ιταλική ηγεσία» στην προσπάθεια να μετατραπεί η ΕΕ σε μία χαλαρή οικονομική ένωση.

Πανηγυρίζει η Μελόνι – Υπόσχεται κυβέρνηση για όλους

(AP Photo/Gregorio Borgia)

«Θα κυβερνήσουμε για όλους τους Ιταλούς»: η επικεφαλής της ιταλικής άκρας δεξιάς Τζόρτζια Μελόνι, η οποία θέλει να γίνει η επόμενη πρωθυπουργός μετά τη νίκη της παράταξής της στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν χθες Κυριακή στην Ιταλία, προσπάθησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες στη χώρα της και στο εξωτερικό.

Μετά τη Σουηδία, η άκρα δεξιά σημειώνει νέα νίκη στην Ευρώπη, καθώς στην Ιταλία —για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου— μεταφασιστικό κόμμα βρίσκεται προ των πυλών της εξουσίας.

Παραμένοντας στην αντιπολίτευση, απέναντι σε όλες τις κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν η μια την άλλη μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2018, το κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d’Italia, FdI) επιβλήθηκε ως η βασική εναλλακτική και είδε το ποσοστό του να απογειώνεται από το 4,3% πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν στο ένα τέταρτο των ψήφων σήμερα (περί το 26%), ή, με άλλα λόγια, μετατρέπεται στο πρώτο κόμμα του κοινοβουλίου της χερσονήσου.

«Οι Ιταλοί έστειλαν καθαρό μήνυμα υπέρ μιας κυβέρνησης της δεξιάς υπό την ηγεσία των Αδελφιών της Ιταλίας», είπε η κυρία Μελόνι επιβεβαιώνοντας τη φιλοδοξία της να γίνει η επόμενη πρωθυπουργός.

«Θα κυβερνήσουμε για όλους» τους Ιταλούς, υποσχέθηκε. «Θα το κάνουμε με σκοπό να ενώσουμε τον λαό, να προαγάγουμε αυτά που τον ενώνουν μάλλον παρά αυτά που τον χωρίζουν», πρόσθεσε σε σύντομη τοποθέτησή της καλώντας για «ενότητα» και κατευνασμό, αναγνωρίζοντας πως η προεκλογική εκστρατεία ήταν «βίαιη και επιθετική». Διαβεβαίωσε πως «δεν θα προδώσουμε την εμπιστοσύνη σας».

Η συμμαχία που σχημάτισε με το άλλο κόμμα της ιταλικής ακροδεξιάς, τη Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι, και με τη Φόρτσα Ιτάλια (FI), τη δεξιά παράταξη του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, συγκεντρώνει περί το 43% των ψήφων και αναμένεται να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, τόσο στη Βουλή, όσο και στη Γερουσία.

Η παράταξη που ίδρυσε στα τέλη του 2012 η Τζόρτζια Μελόνι με συνοδοιπόρους της διαφωνούντες του μπερλουσκονισμού ξεπέρασε το Δημοκρατικό Κόμμα (PD) του Ενρίκο Λέτα, που δεν κατάφερε να φράξει τον δρόμο της άκρας δεξιάς και πέφτει κάτω από το φράγμα του 20% των ψήφων, με φόντο τη συγκριτικά χαμηλή συμμετοχή του εκλογικού σώματος στη διαδικασία (64,07%, από 73,86% το 2018).

Η αντιπρόεδρος του PD Ντέμπορα Σερατσιάνι αναγνώρισε τη «νίκη της δεξιάς υπό την Τζόρτζια Μελόνι», κάνοντας λόγο για «βραδιά θλίψης για τη χώρα».

Vox

(AP Photo/Gregorio Borgia)

Ο πολιτικός σεισμός στην Ιταλία καταγράφεται δύο εβδομάδες έπειτα από εκείνον στη Σουηδία, όπου συντηρητική συμμαχία που συμπεριλαμβάνει τους Σουηδούς Δημοκράτες (SD), κόμμα που προέκυψε από το νεοναζιστικό κίνημα, σημείωσε εκλογική νίκη, έγινε η μεγαλύτερη δεξιά παράταξη στη σκανδιναβική χώρα (20.5%). Το SD και το FdI ανήκουν στην ίδια πολιτική οικογένεια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάνοντας παρέμβαση που εκλήφθηκε στη Ρώμη (με δυσαρέσκεια) ως προειδοποίηση, υπενθύμισε προ ημερών πως η ΕΕ διαθέτει «εργαλεία» για να τιμωρεί κράτη που καταπατούν το κράτος δικαίου και τις κοινές αξίες.

«Οι Ιταλοί παρέδωσαν μάθημα ταπεινότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, με τη φωνή της κυρίας φον ντερ Λάιεν, προσπάθησε να τους υπαγορεύσει τι θα ψήφιζαν», σχολίασε δηκτικά ο γάλλος ευρωβουλευτής Ζορντάν Μπαρντελά, του Εθνικού Συναγερμού (RN) της Μαρίν Λεπέν. «Καμιά απειλή οποιουδήποτε είδους δεν μπορεί να σταματήσει δημοκρατία», πρόσθεσε υποστηρίζοντας πως οι Ευρωπαίοι «παίρνουν τη μοίρα τους στα χέρια τους».

Μαύρο πρόβατο στις Βρυξέλλες, ο ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, όπως και ο πολωνός ομόλογός του Ματέους Μοραβιέτσκι, απηύθυνε τα «συγχαρητήριά του» στην κυρία Μελόνι.

Μέσω του πολιτικού συμβούλου του και βουλευτή Μπάλας Όρμπαν, πρόσθεσε: «σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, χρειαζόμαστε όσο ποτέ φίλους που έχουν κοινό όραμα και κοινή προσέγγιση για τις προκλήσεις στην Ευρώπη».

Η Τζόρτζια Μελόνι «έδειξε τον δρόμο» προς μια Ευρώπη «υπερήφανη», «ελεύθερη», αποτελούμενη από «κυρίαρχα κράτη», πανηγύρισε από την πλευρά του ο ηγέτης του ισπανικού ακροδεξιού κόμματος Vox, ο Σαντιάγο Αβασκάλ.

Ο «μεγάλος άγνωστος»

Τα Αδέλφια της Ιταλίας οφείλουν την επιτυχία τους στις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις των αντιπάλων τους, στον άνεμο της απόρριψης της πολιτικής τάξης που πνέει στη χερσόνησο και στο χάρισμα της επικεφαλής τους.

Η 45χρονη Ρωμαία, η οποία στα νιάτα της δήλωνε θαυμάστρια του Μπενίτο Μουσολίνι, κατάφερε να να αποδαιμονοποιήσει την εικόνα της ιδίας και της παράταξής της καθώς και να κεφαλαιοποιήσει τους φόβους και την οργή εκατομμυρίων Ιταλών μπροστά στην έκρηξη των τιμών και της ανεργίας, την απειλή ύφεσης και τις ανεπάρκειες των δημόσιων υπηρεσιών.

Η επόμενη ιταλική κυβέρνηση θα κληθεί να αντιμετωπίσει την κρίση που προκαλεί ο αλματωδώς αυξανόμενος πληθωρισμός, την ώρα που η Ιταλία έχει δημόσιο χρέος που φθάνει το 150% του ΑΕΠ της.

Στη χώρα όπου η κυβερνητική αστάθεια αποτελεί χρόνιο φαινόμενο, πολιτολόγοι ήδη δίνουν βραχύ προσδόκιμο ζωής στη συμμαχία που κέρδισε χθες, γάμο συμφέροντος ανάμεσα σε τρεις ηγέτες με ανταγωνιστικές φιλοδοξίες.

Για την κυρία Μελόνι, «η πρόκληση θα είναι να μεταμορφώσει την εκλογική της επιτυχία στην ηγεσία μιας κυβέρνησης που μπορεί να έχει διάρκεια», αυτό «είναι ο μεγάλος άγνωστος» της νέας ιταλικής πολιτικής εξίσωσης, σύμφωνα με τον Λορέντζο Ντε Σίο, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο Luiss της Ρώμης.

Η κυρία Μελόνι, χωρίς καμία κυβερνητική εμπειρία πέρα από το εφήμερο πέρασμά της από το υπουργείο Νεολαίας (2008-2011), θα έχει γεμάτα τα χέρια στην προσπάθειά της να χειριστεί τους συμμάχους της, πολύ πιο πεπειραμένους από εκείνη. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι υπήρξε επανειλημμένα πρωθυπουργός, ο Ματέο Σαλβίνι υπουργός Εσωτερικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Στον φάκελο της Ουκρανίας, η ΕΕ και άλλοι σύμμαχοι της Ιταλίας, κράτους μέλος του NATO, θα βάλουν στο μικροσκόπιο την κατανομή των χαρτοφυλακίων μεταξύ των τριών κομμάτων. Καθώς μολονότι η κυρία Μελόνι δηλώνει πεισμένη υποστηρίκτρια της ατλαντικής συμμαχίας και τάσσεται υπέρ των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, ο κ. Σαλβίνι είναι κατά.

Η επικίνδυνη συρρίκνωση της αστικής δημοκρατίας και οι κομμουνιστές

του Βασίλη Λιόση

Η κυβέρνηση της ΝΔ είναι επικίνδυνη σε όλα τα επίπεδα. Της αναδιανομής του πλούτου, της ακρίβειας και του πληθωρισμού, της ψήφισης νόμων υπέρ του κεφαλαίου, της εξωτερικής πολιτικής όπου συντάσσεται με το ΝΑΤΟ δίχως καμία επιφύλαξη επιβεβαιώνοντας πως είναι «ο καλύτερος μαθητής» αλλά και της δημοκρατίας. Πανεπιστημιακή αστυνομία, ξύλο σε συναυλίες, παρακολουθήσεις από την ΕΥΠ, ΜΑΤ για τους απεργούς της Μαλαματίνα και τους απεργούς εν γένει, πληρωμένα-εξαγορασμένα μέσα ενημέρωσης, προπαγάνδα έμφορτη ψεμάτων κ.λπ.. Τι γίνεται, λοιπόν, με την αστική δημοκρατία; Η συρρίκνωσή της είναι ελληνικό ή και παγκόσμιο φαινόμενο;

ΚΑΠΟΙΕΣ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ (ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς πρέπει να πούμε ότι εντός καπιταλισμού επιβάλλεται η δικτατορία της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή της αστικής. Ωστόσο, η δικτατορία της μπορεί να πάρει διάφορες μορφές: αστικοκοινοβουλευτική δημοκρατία, κοινοβουλευτική δημοκρατία με διατήρηση του θεσμού της βασιλείας (ένα κατάλοιπο της φεουδαρχίας με τις απαραίτητες προσαρμογές για το σήμερα), διάπραξη πραξικοπήματος και επιβολή χούντας, φασισμός/ναζισμός. Μήπως από τα παραπάνω τεκμαίρεται πως δεν έχει σημασία η μορφή της αφού σε κάθε περίπτωση πρόκειται για διδακτορία της αστικής τάξης; Το ερώτημα αυτό το έχει απαντήσει με απόλυτη καθαρότητα και ενδελεχή ανάλυση ο Λένιν στον Αριστερισμό του. Για τον Λένιν οι κομμουνιστές πρέπει να συμμετέχουν στις εκλογές, στα κοινοβούλια κ.λπ. όχι ορμώμενοι από θεσμική λαγνεία, αλλά γνωρίζοντας ότι η διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας είναι ένα μέσο συνειδητοποίησης για ευρύτερες μάζες και διευκολύνει την ταξική πάλη από καλύτερες θέσεις. Ένας εκ των οποίων απαντούσε ο Λένιν στον Αριστερισμό του ήταν ο Μπορντίγκα, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ θεωρούσε ότι οποιαδήποτε μορφή της αστικής δικτατορίας είναι το ίδιο και το αυτό. Με άλλα λόγια τι εκλογές, τι χούντα; Όποτε υιοθετήθηκε αυτή η λογική από κομμουνιστικά κόμματα απέβη καταστροφική για αυτά σε αντίθεση με την υιοθέτηση της λογικής του Λένιν που ενίσχυσε και κάποιες φορές εκτόξευσε την επιρροή των κομμουνιστικών κομμάτων.

ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ;

Η εγκαθίδρυση της αστικής δημοκρατίας ήταν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Της απαίτησης και των αγώνων των λαών που απαίτησαν καθολική ψήφο, τη νομιμοποίηση κομμάτων που βρίσκονταν στην παρανομία, την ελεύθερη κυκλοφορία εφημερίδων και ιδεών, την ελευθερία του λόγου και της λειτουργίας των συνδικάτων κ.λπ.. Επομένως, δεν πρόκειται για μία ευγενική χορηγία της αστικής τάξης που απέρρεε από φωτισμένα μυαλά και υψηλές ιδέες, αλλά για μία αναγκαιότητα. Άλλωστε, ο προοδευτικός ρόλος της αστικής τάξης, όταν δηλαδή αυτή διεκδικούσε την εξουσία από τη θνήσκουσα φεουδαρχία, είχε ημερομηνία λήξης και μάλιστα σύντομης.

Όμως, εκτός της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό όπου η διεύρυνση της δημοκρατίας έγινε εκτός των άλλων και για την απρόσκοπτη ανάπτυξη του κεφαλαίου, υπήρξε άλλη μία περίοδος όπου σημειώθηκε μία σχετική διεύρυνση των αστικοδημοκρατικών θεσμών. Αναφερόμαστε σε εκείνη την περίοδο όπου οι σοσιαλιστικές χώρες απλώνονταν στο 40% της υφηλίου και ως εκ τούτου ανάγκαζαν το παγκόσμιο κεφάλαιο σε αναδιπλώσεις (που βεβαίως συνυπήρχαν και με επιθέσεις). Για αυτές τις αναδιπλώσεις χρησιμοποιήθηκε κατά κύριο λόγο η παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία που έκανε τη βρόμικη δουλειά. Συγκεκριμένα προώθησε τη λογική της μετεξέλιξης του αστικού κράτους σε σοσιαλιστικό μέσα από τη συμμετοχή των πολιτών, ενώ σε οικονομικό επίπεδο δημιουργήθηκαν αυταπάτες με την κρατικοποίηση εταιριών που έγιναν κατά καιρούς. Προφανώς ουδέποτε κάποιο καπιταλιστικό κράτος δεν μετεξελίχθηκε σε σοσιαλιστικό όπως προέβλεπε το σοσιαλδημοκρατικό ιδεολογικό σχήμα. Εντούτοις, η γενική τάση των τελευταίων δεκαετιών σε όλο τον κόσμο είναι το πισωγύρισμα.

ΤΟ ΠΙΣΩΓΥΡΙΣΜΑ

Το πισωγύρισμα σημαδεύεται από α) την εντατική αναθεώρηση της ιστορίας με την ταύτιση κομμουνισμού-φασισμού, β) από την άνοδο ακροδεξιών και νεοναζιστικών ομάδων και κομμάτων σε μία πλειάδα χωρών, γ) από την υιοθέτηση της ατζέντας της ακροδεξιάς από τις κλασικές αστικές πολιτικές δυνάμεις, δ) από τον πολιτικό εκφυλισμό με την ανάδειξη πολιτικών – κλόουν που είτε συμπλέκονται με το κεφάλαιο είτε οι ίδιοι είναι ισχυροί κεφαλαιούχοι (Μπερλουσκόνι, Τραμπ, Ζελένσκι κ.ά. ή για την Ελλάδα Ψινάκης, Ψωμιάδης, Μπέος, Γεωργιάδης κ.ά.), ε) από την ύπαρξη κυβερνήσεων που βρίσκονται στα όρια του ναζισμού π.χ. Ουγγαρία, Ουκρανία, στ) από τη θέσπιση νόμων που σχετίζονται με τον περιορισμό ή την απαγόρευση συγκεντρώσεων και απεργιών, με τον περιορισμό της δράσης των συνδικάτων, με την αστυνόμευση του φοιτητικού κινήματος κ.ά..

Αυτή η επίθεση του κεφαλαίου εξηγείται από μία σειρά παραμέτρων: από τη νίκη της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και από την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος τα τελευταία τουλάχιστον σαράντα χρόνια. Η έλλειψη πολιτικού παραδείγματος, η υποχώρηση των κομμουνιστικών οραμάτων και η βαθιά ήττα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, η κρίση του 1973 και του 2008 που επέτασσε για το κεφάλαιο μία παρατεταμένη και οξεία αντεπίθεση για την αναδιανομή του πλούτου, διαμόρφωσαν όλο εκείνο το πλαίσιο που μπορεί σε αδρές γραμμές να ερμηνεύσει τη συρρίκνωση της αστικής δημοκρατίας.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ;

Σήμερα υπάρχουν δυσκολίες που μας εμποδίζουν στο να απαντήσουμε στο ύψος των απαιτήσεων των καιρών. Ποιες είναι αυτές;

α) Ευρείες λαϊκές μάζες δεν μπορούν να δουν το πρόβλημα της συρρίκνωσης της αστικής δημοκρατίας ή ακόμη χειρότερα αυτήν ακριβώς τη συρρίκνωση τη βρίσκουν και απαραίτητη. Η παρατεταμένη συντηρητικοποίηση πλατιών λαϊκών στρωμάτων είναι αυτή που εμποδίζει να ειδωθεί το πρόβλημα ως πρόβλημα.

β) Η πολυδιάσπαση στο κίνημα, η συνδικαλιστική πυκνότητα που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, η υποχώρηση των συλλογικών οραμάτων, όλα αυτά είναι ανασχετικοί παράγοντες για την ανάπτυξη ενός πανδημοκρατικού κινήματος. Το ίδιο ανασχετικός παράγοντας είναι και κάποιες απόψεις που θεωρούν ότι η συγκρότηση ενός τέτοιου κινήματος είναι λέρωμα της επαναστατικής λογικής.

Η αστική δημοκρατία δεν κάνει απλώς ένα βήμα πίσω. Κάνει ένα πολύ μεγάλο πισωγύρισμα. Και αν είμαστε υπέρ της λενινιστικής λογικής αυτό το πισωγύρισμα δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους. Το αντίθετο. Πρέπει να μας ανησυχεί και να μας διατηρεί σε εγρήγορση. Ας θυμηθούμε ότι μία μέρα πριν το πραξικόπημα των συνταγματαρχών την 7ετία, η εφημερίδα Αυγή, όργανο τότε της ΕΔΑ, κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο άρθρο υπό τον τίτλο «Γιατί δεν θα γίνει πραξικόπημα». Σήμερα, λοιπόν, με δεδομένο το βάλτωμα του λαϊκού κινήματος οι πρωτοπόρες δυνάμεις, αυτοί που αντιλαμβάνονται ότι δεν υπάρχει τέρμα στον κατήφορο, πρέπει να πάρουν πρωτοβουλίες που να κινούνται στους εξής άξονες

Κινηματικός συντονισμός με ενωτικές πρωτοβουλίες σε όποιο χώρο και όποια στιγμή εκδηλώνεται η αυταρχική πολιτική της κυβέρνησης.
Διαφώτιση των εργαζομένων μέσω συζητήσεων, αρθρογραφίας κ.ά. για το τι σημαίνει αστική δημοκρατία και ποια είναι τα όριά της.
Προώθηση του πολιτικού αιτήματος «Να πέσει αυτή η κυβέρνηση» (τα συνθήματα της πολιτικής πρωτοπορίας δεν πρέπει να είναι απογειωμένα αλλά μπορεί να υπάρχουν ιστορικές στιγμές που να βρίσκονται λίγο μπροστά από τις μάζες).
Η συρρίκνωση της δημοκρατίας δεν πρόκειται να αφυπνίσει από μόνη της τις λαϊκές μάζες ή δεν πρόκειται να είναι ο παράγοντας που το αυθόρμητο θα το κάνει συνειδητό. Δεν ισχύει κάποια παραλλαγή της λανθασμένης θεωρίας της εξαθλίωσης με βάση την οποία η εξαθλίωση φέρνει επαναστατικοποίηση.

Οι κομμουνιστές δεν έχουν αυταπάτες για τον ρόλο της αστικής δημοκρατίας. Παρόλα αυτά όταν χρειαστεί, αυτοί είναι που θα μπούνε μπροστά για την υπεράσπισή της. Άλλωστε το έχουν κάνει στο παρελθόν ουκ ολίγες φορές.