Από τα καλύτερα που έχω διαβάσει για το θεμα.Ξερω είναι για λίγους ες.Αφορα όλους όμως.

https://rproject.gr/article/giati-ittithikame-sti-dekaetia-toy-40

 Αντίσταση, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ

Αντί προ­λό­γου

Λένε, και σωστά, ότι η ιστο­ρία απο­τε­λεί τη «μνήμη του μέλ­λο­ντος». Αυτό ισχύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο για την ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος. Και ισχύ­ει ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο για χώρες όπως η Ελ­λά­δα ή η Ισπα­νία, όπου η ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος έχει χα­ρά­ξει βα­θιές δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές, με αίμα, ιδρώ­τα και δά­κρυα, με απο­τέ­λε­σμα τα ιστο­ρι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα να απο­τε­λούν τμήμα της τρέ­χου­σας πο­λι­τι­κής συ­γκρό­τη­σης.

Για την πα­ρού­σα γενιά των στε­λε­χών της Αρι­στε­ράς και του κο­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος, η ιστο­ρία έχει «γρα­φτεί» με πε­ριο­ρι­σμέ­νο σε­βα­σμό στα δε­δο­μέ­να και ακόμα λι­γό­τε­ρο σε­βα­σμό στην υπο­χρέ­ω­ση να «ται­ριά­ξουν» τα ιστο­ρι­κά δε­δο­μέ­να μέσα σε μια συ­νε­κτι­κή αντί­λη­ψη που να εξη­γεί το κομ­βι­κό ερώ­τη­μα: Γιατί ητ­τη­θή­κα­με στη «με­γά­λη» δε­κα­ε­τία του ’40;

Η προη­γού­με­νη γενιά κο­μου­νι­στι­κών στε­λε­χών, οι μα­νά­δες και οι πα­τε­ρά­δες μας, γα­λου­χή­θη­καν με τις απα­ντή­σεις της δε­κα­ε­τί­ας του ’50, που δια­μόρ­φω­σε η ηγε­σία του ΚΚΕ που είχε τότε να δια­χει­ρι­στεί την ήττα.

Μια καλή πε­ρι­γρα­φή αυτών των απα­ντή­σε­ων θα βρει κα­νείς στο «Βο­ή­θη­μα για την Ιστο­ρία του ΚΚΕ» (που εκ­δό­θη­κε το 1952 από την ΚΕ του ΚΚΕ, με βάση τις «Θέ­σεις για την Ιστο­ρία του ΚΚΕ» του Ν. Ζα­χα­ριά­δη). Το κεί­με­νο αυτό ξε­κι­νά με το ερώ­τη­μα: «Πώς πρέ­πει να με­λε­τά­με την ιστο­ρία του ΚΚΕ;». Το πρώτο κρι­τή­ριο, από τα 8 που θέτει, είναι: «Σε σχέση με την ιστο­ρία του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ, που είναι η πραγ­μα­τι­κή εγκυ­κλο­παί­δεια των βα­σι­κών γνώ­σε­ων του μ-λ και απο­τε­λεί τη βάση για την κα­τα­νό­η­ση της ιστο­ρί­ας του ΚΚΕ. Το ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ είναι το κα­θο­δη­γη­τι­κό κόμμα». Και το τε­λι­κό, όγδοο, κρι­τή­ριο είναι: «Πρέ­πει σωστά να δούμε το ρόλο του σ. Ν. Ζα­χα­ριά­δη στο κόμμα μας… Να γι­γα­ντώ­σει πιο πολύ μέσα μας η αγάπη και ο σε­βα­σμός προς τον αρ­χη­γό μας και να γίνει ατρά­ντα­χτη η πε­ποί­θη­σή μας, η εμπι­στο­σύ­νη και η σι­γου­ριά στη δο­κι­μα­σμέ­νη κα­θο­δή­γη­σή του» (Βο­ή­θη­μα, Κε­φά­λαιο 1ο, σελ. 8-12).

Την αφή­γη­ση για την ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος που ανα­πτύσ­σει το «Βο­ή­θη­μα» τη στή­ρι­ξαν για πολλά χρό­νια οι ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις του ΚΚΕ, αλλά μετά τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση και οι δυ­νά­μεις των με­γά­λων μα­οϊ­κών ορ­γα­νώ­σε­ων της επο­χής, το ΕΚΚΕ και η ΟΜΛΕ (η τε­λευ­ταία έκ­δο­ση του «Βοη­θή­μα­τος» είναι μετά το 1974, από τις «Εκ­δό­σεις του Λαού» που συν­δέ­ο­νταν με το ΕΚΚΕ). Αυτός ο όγκος υπο­στή­ρι­ξης –που πε­ρι­λάμ­βα­νε πολλά συ­νέ­δρια, πολλά αχτίφ στε­λε­χών και δη­μό­σιες εκ­δη­λώ­σεις, χι­λιά­δες άρθρα και συ­ζη­τή­σεις– προ­σέ­δω­σε στα­δια­κά στην αφή­γη­ση αυτή το χα­ρα­κτή­ρα του αυ­το­νό­η­του, του κοι­νού τόπου, έστω και αν η αφή­γη­ση πα­ρου­σί­α­ζε τε­ρά­στια κενά και εκρη­κτι­κές αντι­φά­σεις.

Μετά τη διά­σπα­ση του ’68, οι δυ­νά­μεις της Ανα­νε­ω­τι­κής Αρι­στε­ράς, γύρω από το ΚΚΕ Εσω­τε­ρι­κού, ξε­δί­πλω­σαν μια πε­ριο­ρι­σμέ­νη ρήξη με τη στα­λι­νι­κή πα­ρά­δο­ση, μια στρο­φή κυ­ρί­ως προς τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση του «εθνι­κού και δη­μο­κρα­τι­κού δρό­μου» προς τον σο­σια­λι­σμό. Όμως ποτέ αυτή η ρήξη δεν στρά­φη­κε προς την ιστο­ρία με έναν συ­νε­κτι­κό τρόπο, επι­χει­ρώ­ντας να δώσει μια συλ­λο­γι­κή εκτί­μη­ση για την ήττα.

Ο Άγ­γε­λος Ελε­φά­ντης, στο ση­μα­ντι­κό για τη δια­μόρ­φω­ση των νε­ο­λαί­ων του «ανα­νε­ω­τι­κού ρεύ­μα­τος» βι­βλίο «Η Επαγ­γε­λία της Αδύ­να­της Επα­νά­στα­σης», γρά­φει: «Στον αδιάλ­λα­κτο επα­να­στα­τι­κό ρο­μα­ντι­σμό των πα­λαιών πο­λε­μι­στών θα πρέ­πει να ανα­ζη­τή­σου­με την αιτία της πρώ­ι­μης αυ­το­α­πο­μό­νω­σης του ΚΚΕ… ο στα­λι­νι­σμός ήταν στις το­τι­νές συν­θή­κες η μόνη υπαρ­κτή επα­να­στα­τι­κή προ­σπά­θεια της ερ­γα­ζό­με­νης αν­θρω­πό­τη­τας…» (Επαγ­γε­λία, εκ­δό­σεις Ολκός). Η «ανα­νέ­ω­ση» στά­θη­κε σε πολλά ση­μεία στο πλευ­ρό της κυ­ρί­αρ­χης αφή­γη­σης: «Το ΚΚΕ γεν­νή­θη­κε και γα­λου­χή­θη­κε… άντρω­σε και ανα­πτύ­χθη­κε σε με­γά­λη λαϊκή δύ­να­μη με τη δι­δα­σκα­λία του Στά­λιν».

Η αφή­γη­ση αυτή μπο­ρεί να συμ­πτυ­χθεί στο εξής σχήμα: α) Το ΚΚΕ βγήκε από την πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δο της συ­γκρό­τη­σής του, «ανα­πτύ­χθη­κε σε με­γά­λη λαϊκή δύ­να­μη», όταν με την επέμ­βα­ση της Διε­θνούς εγκα­τα­στά­θη­κε η ηγε­σία του Ν.Ζ. (όπως γλα­φυ­ρά λέει ο Ελε­φά­ντης, όταν «ήρθε η ώρα των Κούτ­βη­δων»…). β) Η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη, με την «τομή» της 6ης Ολο­μέ­λειας της ΚΕ του 1934, συ­νέ­δε­σε στα­θε­ρά τη στρα­τη­γι­κή και την τα­κτι­κή του ΚΚΕ με το στα­λι­νι­σμό («τη μόνη υπαρ­κτή επα­να­στα­τι­κή προ­σπά­θεια…») και τις νε­ό­τε­ρες επε­ξερ­γα­σί­ες της Διε­θνούς προς τα Λαϊκά Μέ­τω­πα και τις αντι­φα­σι­στι­κές συμ­μα­χί­ες. γ) Αυτή η ηγε­σία, και ει­δι­κά με το «Γράμ­μα» του Ζα­χα­ριά­δη σχε­τι­κά με τον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο, προ­σα­να­τό­λι­σε σωστά το ΚΚΕ και «έθεσε τις βά­σεις για την επο­ποι­ία του ΕΑΜ».

Εδώ στα­μα­τά η ενό­τη­τα των οπα­δών αυτού του αφη­γή­μα­τος. Μπρο­στά στο κρί­σι­μο ερώ­τη­μα πώς και γιατί «χά­θη­κε» η νι­κη­φό­ρα επα­νά­στα­ση του 1941-1945, οι ερ­μη­νεί­ες που ξε­κι­νούν από το έδα­φος των πα­ρα­πά­νω από­ψε­ων δια­σπώ­νται. Ας δούμε δύο δια­με­τρι­κούς πό­λους: Ο ίδιος ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης δη­λώ­νει ότι η στρα­τη­γι­κή και η κα­τεύ­θυν­ση του κόμ­μα­τος ήταν σωστή, αλλά υπο­νο­μεύ­τη­κε από μια σειρά «λάθη» και «προ­δο­σί­ες» (Λί­βα­νος, Γκα­ζέρ­τα, Βάρ­κι­ζα), που η ηγε­σία του κόμ­μα­τος δεν κα­τόρ­θω­σε να αντι­με­τω­πί­σει, γιατί υπο­τί­μη­σε την «κομ­μα­τι­κό­τη­τα» και δεν αντέ­δρα­σε έγκαι­ρα στον «προ­βο­κα­τό­ρι­κο ρόλο» του Γιώρ­γη Σιά­ντου και άλλων («Βο­ή­θη­μα», Αι­τί­ες που χά­σα­με την πρώτη επα­νά­στα­ση, σελ. 212-219). Ο Θα­νά­σης Χα­τζής (στο ογκώ­δες βι­βλίο του «Η νι­κη­φό­ρα επα­νά­στα­ση που χά­θη­κε») ισχυ­ρί­ζε­ται το ακρι­βώς αντί­θε­το: ο ζα­χα­ρια­δι­κός μη­χα­νι­σμός που, υπό τον Ιω­αν­νί­δη, απο­κα­τέ­στη­σε στα­δια­κά τον έλεγ­χό του στο εσω­τε­ρι­κό του ΚΚΕ, είχε λάθος στρα­τη­γι­κή, υπο­τι­μώ­ντας την πάλη για την εξου­σία, εγκλω­βί­στη­κε στην επι­δί­ω­ξη της εθνι­κής ενό­τη­τας και οδή­γη­σε το κί­νη­μα στην ουρά του Πα­παν­δρέ­ου και του Σκό­μπι, παρά την εν­στι­κτώ­δη αντί­στα­ση του «αυ­θε­ντι­κού λαϊ­κού αγω­νι­στή» Γ. Σιά­ντου, πολ­λών στε­λε­χών του ΚΚΕ και των κα­πε­τα­ναί­ων του ΕΛΑΣ.

Είναι φα­νε­ρό ότι στη βάση του πα­ρα­πά­νω σχή­μα­τος δεν είναι δυ­να­τόν να απα­ντη­θεί ου­σια­στι­κά το ερώ­τη­μα του πώς και γιατί ητ­τή­θη­κε το με­γά­λο κί­νη­μα της Αντί­στα­σης.

Εδώ γί­νε­ται ση­μα­ντι­κή η ιστο­ρι­κή πα­ρέμ­βα­ση της ση­με­ρι­νής ηγε­σί­ας του ΚΚΕ και οι «ανα­θε­ω­ρή­σεις» της ΚΕ σχε­τι­κά με την ιστο­ρία του κόμ­μα­τος και του κι­νή­μα­τος. Είτε με τα αρ­χεια­κά δε­δο­μέ­να που φέρ­νει στην επι­φά­νεια, είτε με τα συ­μπε­ρά­σμα­τά της που στρέ­φουν τη συ­ζή­τη­ση σε με­γα­λύ­τε­ρο βάθος: Δεί­χνο­ντας, για πρώτη φορά στην ιστο­ρία του ΚΚΕ, ως πηγή της κα­κο­δαι­μο­νί­ας τα στρα­τη­γι­κά και προ­γραμ­μα­τι­κά στοι­χεία στην πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ πριν τη με­γά­λη δο­κι­μα­σία του ’40 (6η Ολο­μέ­λεια του 1934) και, ακόμα, τη σχέση αυτής της ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής «στρο­φής» με τις με­γά­λες αλ­λα­γές που συ­ντε­λού­νταν μέσα στην 3η Διε­θνή και την ΕΣΣΔ.

Οι πο­λι­τι­κοί λόγοι αυτής της «ανα­θε­ώ­ρη­σης» από την πλευ­ρά του ΚΚΕ δεν είναι αντι­κεί­με­νο του πα­ρό­ντος άρ­θρου. Κά­ποιοι «κου­κου­ε­δο­γε­νείς» μέσα στην Αρι­στε­ρά έκα­ναν λόγο για μια «τρο­τσκι­στι­κή στρο­φή». Ο ισχυ­ρι­σμός είναι πέρα για πέρα στον αέρα. Όμως το ΚΚΕ στρέ­φει πράγ­μα­τι την προ­σο­χή όλων των αρι­στε­ρών σε κά­ποια ζη­τή­μα­τα που, μέχρι σή­με­ρα, υπο­γράμ­μι­ζαν μόνο οι «αι­ρε­τι­κές φωνές», κυ­ρί­ως οι ορ­γα­νώ­σεις και οι δια­νο­ού­με­νοι που δεν κα­θο­ρί­ζο­νταν από το αντι-τρο­τσκι­στι­κό μένος που δη­μιούρ­γη­σαν οι πα­λιό­τε­ρες επο­χές των «εκ­κα­θα­ρί­σε­ων»…

Δεν μπο­ρού­με να συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά για το ’40, αν δεν κα­τα­νο­ή­σου­με τις ανα­τρο­πές που είχαν προη­γη­θεί.

Η με­γά­λη δε­κα­ε­τία του ’30

Το πρώτο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του ’30 χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται στην Ελ­λά­δα από μια ση­μα­ντι­κή άνοδο της τα­ξι­κής πάλης και μια γε­νι­κευ­μέ­νη ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση των μαζών, φαι­νό­με­να που κο­ρυ­φώ­θη­καν με την εξέ­γερ­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης το Μάη του 1936.

Μέσα σ’ αυτή τη δια­δι­κα­σία, το ΚΚΕ ανα­πτύ­χθη­κε παίρ­νο­ντας για πρώτη φορά δια­στά­σεις ενός (σχε­τι­κά) μα­ζι­κού ερ­γα­τι­κού κόμ­μα­τος. Τα στοι­χεία δεί­χνουν ότι κι­νή­θη­κε με­τα­ξύ των 4,5 και των 10 χι­λιά­δων μελών. Το φαι­νό­με­νο ήταν πα­γκό­σμιο: Το κύρος της 3ης Διε­θνούς –που πάνω της αντα­να­κλού­σε η αμεί­ω­τη ακόμα αίγλη της νι­κη­φό­ρας Οκτω­βρια­νής επα­νά­στα­σης– λει­τουρ­γού­σε ως μα­γνή­της που έλκυε την ερ­γα­τι­κή ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση της επο­χής προς τα ΚΚ.

Στην Ελ­λά­δα είχε προη­γη­θεί η πα­ρέμ­βα­ση της Κο­μι­ντέρν για τον ορι­σμό κα­θο­δη­γη­τι­κής ομά­δας στο ΚΚΕ. Το φαι­νό­με­νο αυτό υπήρ­ξε πολύ πιο άναρ­χο και αστα­θές από ό,τι φα­ντά­ζο­νται οι εκ των υστέ­ρων θαυ­μα­στές των «ατσά­λι­νων» κούτ­βη­δων που, τάχα, εγκα­τέ­στη­σαν δια μα­γεί­ας μια «μο­νο­λι­θι­κή» πει­θαρ­χία και αφο­σί­ω­ση.

Η πρώτη ηγε­τι­κή ομάδα των «κούτ­βη­δων» είχε ως επι­κε­φα­λής τους Αν­δρό­νι­κο Χαϊτά και Κ. Ευ­τυ­χιά­δη. Παρά τα θρυ­λού­με­να ηγε­τι­κά προ­σό­ντα του Χαϊτά, η ομάδα αυτή σύ­ντο­μα απο­προ­σα­να­το­λί­στη­κε και βυ­θί­στη­κε στο φρα­ξιο­νι­σμό και την κρίση. Με­ρι­κές δε­κά­δες στε­λε­χών κλή­θη­καν στη Μόσχα για «επα­νεκ­παί­δευ­ση», δια­δι­κα­σία από την οποία επέ­στρε­ψε μόνο ένα τμήμα τους. Ο Χαϊ­τάς και ο Ευ­τυ­χιά­δης εκτε­λέ­στη­καν κατά τις εκ­κα­θα­ρί­σεις του 1937-38 ως μπου­χα­ρι­νι­κοί.

Η δεύ­τε­ρη ηγε­τι­κή ομάδα, που εγκα­τα­στά­θη­κε το 1931, είχε επι­κε­φα­λής την τριά­δα: Ν. Ζα­χα­ριά­δης, Γ. Κων­στα­ντι­νί­δης (Αση­μί­δης), Γ. Μι­χαη­λί­δης (είναι η τριά­δα της Γραμ­μα­τεί­ας του Πο­λι­τι­κού Γρα­φεί­ου που διο­ρί­στη­κε από την Κο­μι­ντέρν). Ο Αση­μί­δης γρή­γο­ρα δια­φώ­νη­σε με τον Ζα­χα­ριά­δη, κυ­ρί­ως πάνω στην εκτί­μη­ση ότι ο φα­σι­σμός στην Ελ­λά­δα προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν κυ­ρί­ως από τους… βε­νι­ζε­λι­κούς («σο­σιαλ­φα­σί­στες») και απο­μο­νώ­θη­κε ως τρο­τσκι­στής. Ο Αση­μί­δης δια­γρά­φτη­κε, ιδιώ­τευ­σε και αν και ως δι­κη­γό­ρος υπε­ρα­σπί­στη­κε συχνά τα στε­λέ­χη του ΚΚΕ και τους διω­κό­με­νους συν­δι­κα­λι­στές, το 1944 εκτε­λέ­στη­κε από την ΟΠΛΑ στου Γκύζη.

Ο Γ. Μι­χαη­λί­δης πα­ρέ­μει­νε προ­σκολ­λη­μέ­νος στον Ν. Ζα­χα­ριά­δη, που στο με­τα­ξύ είχε λάβει τον τίτλο του «Αρ­χη­γού» του κόμ­μα­τος. Το 1938 πήρε την εντο­λή να βγει από τις φυ­λα­κές (υπο­γρά­φο­ντας δή­λω­ση με­τα­νοί­ας) για να βοη­θή­σει στην εξάρ­θρω­ση του δι­κτύ­ου που ο Ν. Ζα­χα­ριά­δη θε­ω­ρού­σε χα­φιέ­δες. Έγινε χα­φιές και συ­νερ­γά­στη­κε με τον Μα­νια­δά­κη για την εγκα­τά­στα­ση της δια­βρω­μέ­νης Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης του ΚΚΕ.

Παρ’ όλα αυτά, η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε. Κομ­βι­κή πα­ρέμ­βα­σή της ήταν η 6η Ολο­μέ­λεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1934, που άλ­λα­ξε την τα­ξι­κή ανά­λυ­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας που διέ­θε­τε το ΚΚΕ και, συ­να­κό­λου­θα, τη στρα­τη­γι­κή για την κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση που το ΚΚΕ είχε κλη­ρο­νο­μή­σει από την Κο­μι­ντέρν της επο­χής του Λένιν. Σύμ­φω­να με τη νέα ανά­λυ­ση, ο κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός στην Ελ­λά­δα κα­θο­ρι­ζό­ταν από την κα­θυ­στέ­ρη­ση («τσι­φλι­κά­δι­κα κα­τά­λοι­πα»), την οποία η αστι­κή τάξη δεν μπο­ρού­σε να ξε­πε­ρά­σει, από την εξάρ­τη­ση από το ξένο κε­φά­λαιο, η οποία δεν ήταν στοι­χείο δυ­να­μι­κής, αλλά εμπό­διο στην ανά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, ενώ –κατά συ­νέ­πεια– ο χα­ρα­κτή­ρας της επερ­χό­με­νης επα­νά­στα­σης στην Ελ­λά­δα δεν θα μπο­ρού­σε παρά να είναι αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κός.

Πολλά χρό­νια μετά, μέσα στη φωτιά της μάχης, ο Ν. Ζα­χα­ριά­δη γρά­φο­ντας για τον χα­ρα­κτή­ρα και τις κι­νη­τή­ριες δυ­νά­μεις της Αντί­στα­σης (ει­σή­γη­ση στην 12η Ολο­μέ­λεια της ΚΕ, Ιού­νης 1945), υπο­γραμ­μί­ζει: «Ο χα­ρα­κτή­ρας της επα­νά­στα­σης αυτής ήταν αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κός, γιατί αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κά ήταν τα κα­θή­κο­ντα που είχε να λύσει. Ο δρό­μος για τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λαϊκή δη­μο­κρα­τι­κή ανα­δη­μιουρ­γία περ­νού­σε υπο­χρε­ω­τι­κά και πρώτα απ’ όλα από τούτα τα ορό­ση­μα: α) Την απο­κα­τά­στα­ση και ολο­κλή­ρω­ση της εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας. β) Το σπά­σι­μο των μι­σο­φε­ου­δαρ­χι­κών σχέ­σε­ων στο χωριό, πράγ­μα που απαι­τού­σε να δη­μιουρ­γη­θεί στο χωριό λεύ­τε­ρο, βιώ­σι­μο, φτω­χο­με­σαίο αγρο­τι­κό νοι­κο­κυ­ριό. γ) Την ανά­πτυ­ξη ορι­σμέ­νων βα­σι­κών βιο­μη­χα­νι­κών προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων. Η ανά­πτυ­ξη αυτή έπρε­πε να στη­ρι­χθεί βα­σι­κά στην εσω­τε­ρι­κή αγορά. δ) Την απαλ­λα­γή της από τη λη­στρι­κή εξάρ­τη­ση από το ξένο κε­φά­λαιο. Όταν πραγ­μα­το­ποιού­νταν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις αυτές, δη­λα­δή όταν δη­μιουρ­γού­νταν η νε­ο­ελ­λη­νι­κή λαϊκή δη­μο­κρα­τία, θα φτιά­χνα­με και τις βά­σεις για ένα μελ­λο­ντι­κό ανώ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό-οι­κο­νο­μι­κό-πο­λι­τι­κό ανέ­βα­σμα» («Βο­ή­θη­μα», σελ. 202).

Το ΚΚΕ, σή­με­ρα, υπο­δει­κνύ­ει με σα­φή­νεια αυτή τη στρα­τη­γι­κή αντί­λη­ψη για το χα­ρα­κτή­ρα της επα­νά­στα­σης ως βα­σι­κή αιτία για την ήττα του 1941-1945. Και έχει δίκιο. Ο ρε­φορ­μι­σμός των στα­δί­ων –γιατί περί αυτού πρό­κει­ται– που έβλε­πε μια μα­ζι­κή ένο­πλη εξέ­γερ­ση να έχει ως στόχο την ολο­κλή­ρω­ση της δη­μο­κρα­τι­κής εξέ­λι­ξης, την ολο­κλή­ρω­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης (στην πόλη και στο χωριό!) και την κα­τά­κτη­ση μιας κά­ποιας χη­μι­κά κα­θα­ρής εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας (στην εποχή του ιμπε­ρια­λι­σμού!) έδενε το κί­νη­μα στην ουρά της ντό­πιας αστι­κής τάξης, στην ουρά των ντό­πιων αστι­κών πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων και δι’ αυτών στην ουρά των Άγ­γλων. Εγκλώ­βι­ζε την ηγε­σία του στο δίλ­λη­μα με­τα­ξύ της «εθνι­κής ενό­τη­τας» και της ορμής των μαζών, οδη­γώ­ντας με «σι­δε­ρέ­νια πει­θαρ­χία» στην… ήττα.

Οφεί­λου­με να θυ­μί­σου­με ότι στην ανά­λυ­ση της 6ης Ολο­μέ­λειας απά­ντη­σε έγκαι­ρα ο Πα­ντε­λής Που­λιό­που­λος με το ιστο­ρι­κό βι­βλίο του «Σο­σια­λι­στι­κή ή Δη­μο­κρα­τι­κή Επα­νά­στα­ση στην Ελ­λά­δα;». Σε αυτό το βι­βλίο, ο Π. Που­λιό­που­λος βάζει τα θε­μέ­λια για μια σύγ­χρο­νη τα­ξι­κή ανά­λυ­ση: Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός, έχο­ντας πάρει μέρος στους προη­γού­με­νους πο­λέ­μους με την πλευ­ρά των νι­κη­τών, είναι «ο πιο δυ­να­μι­κός των Βαλ­κα­νί­ων», η σχέση εξάρ­τη­σης με τους δυ­τι­κούς ιμπε­ρια­λι­στές είναι εθε­λού­σια επι­λο­γή της ντό­πιας κυ­ρί­αρ­χης τάξης και βάση για μια τα­χύ­τε­ρη ανά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, τα «τσι­φλι­κά­δι­κα» κα­τά­λοι­πα στην ύπαι­θρο είναι υπό την ηγε­μο­νία μιας σύγ­χρο­νης αστι­κής τάξης που βα­σί­ζει σε αυτή τη συμ­μα­χία με τους με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες τον στα­θε­ρό έλεγ­χό της πάνω στις εξε­λί­ξεις της ανά­πτυ­ξης. Απα­ντώ­ντας προ­δρο­μι­κά σε μια συ­κο­φα­ντία (ότι, τάχα, οι τρο­τσκι­στές πάντα υπο­τι­μούν το αγρο­τι­κό ζή­τη­μα), ο Πα­ντε­λής Που­λιό­που­λος, μέσα από την κα­θυ­στέ­ρη­ση της αγρο­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης στην Ελ­λά­δα, βγά­ζει το συ­μπέ­ρα­σμα ότι είναι απο­λύ­τως εφι­κτή και επί­και­ρη μια μα­ζι­κή αγρο­τι­κή εξέ­γερ­ση που, σε συμ­μα­χία με την ερ­γα­τι­κή τάξη στις πό­λεις, ενι­σχύ­ει την προ­ο­πτι­κή για μια κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση, όπου το προ­λε­τα­ριά­το και οι κο­μου­νι­στές θα πρέ­πει να πα­λέ­ψουν για να πάρει σο­σια­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Δεν πρό­κει­ται κυ­ρί­ως για μια νο­σταλ­γία για το «τρα­γού­δι του Οκτώ­βρη», αλλά πε­ρισ­σό­τε­ρο για μια πρό­βλε­ψη της με­γά­λης κοι­νω­νι­κής κα­ται­γί­δας που εκ­δη­λώ­θη­κε στη δε­κα­ε­τία του ’40, σε αντί­θε­ση με τα δογ­μα­τι­κά «σχη­μα­τά­κια» της 6ης Ολο­μέ­λειας.

Η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη, που στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε με την 6η Ολο­μέ­λεια και τα επό­με­να συ­νέ­δρια του ΚΚΕ, πολύ σύ­ντο­μα δο­κι­μά­στη­κε, με αρ­νη­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα, στην πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή ζωή. Έμει­νε άναυ­δη μπρο­στά στην έκρη­ξη της ερ­γα­τι­κής πάλης το Μάη του ’36 και δεν κα­τόρ­θω­σε να ορ­γα­νώ­σει τί­πο­τα ως αλ­λη­λεγ­γύη στην εξε­γερ­μέ­νη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μπρο­στά στον κίν­δυ­νο της δι­κτα­το­ρί­ας επέ­λε­ξε (μετά από πολ­λές κω­λο­τού­μπες που προ­κα­λού­σε η θε­ω­ρία του «σο­σιαλ­φα­σι­σμού») τη συ­νερ­γα­σία με τους φι­λε­λεύ­θε­ρους (Σύμ­φω­νο Σο­φού­λη-Σκλά­βαι­να), δί­νο­ντάς τους ψήφο ανο­χής στη Βουλή και πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας στη συ­νέ­χεια πα­θη­τι­κά την «κοι­νο­βου­λευ­τι­κή» πο­ρεία, που κά­λε­σε τον Ι. Με­τα­ξά να ανα­λά­βει την εξου­σία…

Όμως το ση­μείο όπου η ηγε­σία του Ν. Ζα­χα­ριά­δη δο­κι­μά­στη­κε σκλη­ρό­τε­ρα είναι ακρι­βώς αυτό που οι με­τέ­πει­τα «θρύ­λοι» έχτι­σαν ως, τάχα, το ισχυ­ρό­τε­ρο ατού των «κούτ­βη­δων»: η ορ­γα­νω­τι­κό­τη­τα.

Ελά­χι­στες βδο­μά­δες μετά το ξέ­σπα­σμα της δι­κτα­το­ρί­ας του Με­τα­ξά, πιά­στη­κε ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης Σε λι­γό­τε­ρο από έναν χρόνο μετά την 4η Αυ­γού­στου του 1936, είχε συλ­λη­φθεί το σύ­νο­λο των κα­θο­δη­γη­τι­κών στε­λε­χών του ΚΚΕ. Λίγο αρ­γό­τε­ρα, στις εξο­ρί­ες ανα­πτυσ­σό­ταν η άποψη ότι «το Κόμμα ανα­συ­γκρο­τεί­ται μέσα στις φυ­λα­κές»! Το κόμμα που μα­ζι­κο­ποι­ή­θη­κε από το 1931 ως το 1936, σε ελά­χι­στο χρόνο συ­ντρί­φτη­κε από τα χτυ­πή­μα­τα του Μα­νια­δά­κη.

Αυτό, από μόνο του, δεν θα έλεγε κάτι κα­τα­δι­κα­στι­κό. Δεν ήταν άλ­λω­στε πρω­τό­γνω­ρο στη δε­κα­ε­τία του ’30. Για πα­ρά­δειγ­μα στη γει­το­νι­κή Ιτα­λία το κα­θε­στώς του Μου­σο­λί­νι είχε ήδη πε­τύ­χει την προ­σω­ρι­νή διά­λυ­ση του PCI.

Η ση­με­ρι­νή ηγε­σία του ΚΚΕ προ­σθέ­τει στη συ­ζή­τη­ση κάτι ποιο­τι­κά δια­φο­ρε­τι­κό: «Στα χρό­νια 1939-1940 η Ασφά­λεια πέ­τυ­χε κάτι πολύ πιο ση­μα­ντι­κό από το πέ­ρα­σμα με το μέρος της κά­ποιων στε­λε­χών του ΚΚΕ. Δη­μιούρ­γη­σε “ανώ­τα­το όρ­γα­νο” κα­θο­δη­γού­με­νο από αυτήν, με όσα συ­νε­πα­γό­ταν η τέ­τοια εξέ­λι­ξη» («Το ΚΚΕ στον ιτα­λο-ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο», έκ­δο­ση του τμή­μα­τος ιστο­ρί­ας της ΚΕ του ΚΚΕ).

Και πράγ­μα­τι, ο Μα­νια­δά­κης κα­τόρ­θω­σε να συ­γκρο­τή­σει μια ελεγ­χό­με­νη από την Ασφά­λεια ΚΕ –τη δια­βό­η­τη «Προ­σω­ρι­νή Διοί­κη­ση»– ακόμα και να εκ­δί­δει τον δικό του «Ρι­ζο­σπά­στη». Το χει­ρό­τε­ρο όμως είναι ότι το «κέ­ντρο» του κόμ­μα­τος, μέσα στις φυ­λα­κές, –ο Ζα­χα­ριά­δης στην Κέρ­κυ­ρα και ο Ιω­αν­νί­δης στην Ακρο­ναυ­πλία– θε­ω­ρού­σε ότι η χα­φιέ­δι­κη ηγε­σία της Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης ήταν η αυ­θε­ντι­κή, ενώ αντί­στρο­φα, οι λίγοι κο­μου­νι­στές που πά­λευαν να σώ­σουν το κόμμα μέσα από το δί­κτυο της «Πα­λιάς ΚΕ» (ου­σια­στι­κά με την κα­θο­δή­γη­ση του Πλου­μπί­δη)… ήταν οι χα­φιέ­δες! Δεν είναι σε γνώση μας ανά­λο­γος βαθ­μός διά­βρω­σης σε κα­νέ­να άλλο ΚΚ στη σύγ­χρο­νη ευ­ρω­παϊ­κή ιστο­ρία.

Το ΚΚΕ έχει σή­με­ρα ου­σια­στι­κά απο­κα­τα­στή­σει την Παλιά ΚΕ,1  συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας τις από­ψεις της στα επί­ση­μα κομ­μα­τι­κά ντο­κου­μέ­ντα. Πέρα από αυτό, φρο­ντί­ζει να μας υπο­δεί­ξει το μίτο για να ερ­μη­νεύ­σου­με τη διά­βρω­ση πο­λι­τι­κά, πέρα από τις αστυ­νο­μι­κές ιστο­ρί­ες: «Ο εχθρός κι­νή­θη­κε στο έδα­φος που εξ αντι­κει­μέ­νου είχε δη­μιουρ­γη­θεί με τις συ­νε­χείς θέ­σεις της Κο­μου­νι­στι­κής Διε­θνούς για τον πό­λε­μο. Δεν ήταν δυ­να­τό (και δεν ήταν εύ­κο­λο) για πολλά μέλη και στε­λέ­χη του Κόμ­μα­τος να ξε­χω­ρί­ζουν απο­χρώ­σεις θέ­σε­ων και να αντι­λαμ­βά­νο­νται σε κάθε πε­ρί­πτω­ση την έντε­χνη κρα­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση. Το πο­λι­τι­κό τους κρι­τή­ριο αδυ­νά­τι­ζε εξαι­τί­ας των αλ­λη­λο­συ­γκρουό­με­νων απο­φά­σε­ων της ΚΔ, που άλ­λα­ζαν σε ελά­χι­στο χρόνο». («Το ΚΚΕ στον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο», σελ. 117).

Και εδώ η ση­με­ρι­νή ΚΕ του ΚΚΕ έχει δίκιο. Μόνο που η πα­ρα­πά­νω φράση υστε­ρεί σε σχέση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής απο­σύν­θε­σης που είχε προ­κλη­θεί. Για να την κα­τα­νο­ή­σου­με, οφεί­λου­με να προ­σπα­θή­σου­με να ανα­συν­θέ­σου­με στο μυαλό μας τις συ­γκλο­νι­στι­κές συ­νέ­πειες που είχαν για τα ΚΚ (αλλά και για τα με­μο­νω­μέ­να στε­λέ­χη) οι δια­δο­χι­κές «στρο­φές» της Κο­μι­ντέρν:

Στην πε­ρί­ο­δο του επα­να­στα­τι­κού κύ­μα­τος του ’17, η 3η Διε­θνής, στην εποχή του Λένιν, συ­μπύ­κνω­σε την πο­λι­τι­κή πείρα του κι­νή­μα­τος στο «σώμα» των απο­φά­σε­ων των 4 πρώ­των συ­νε­δρί­ων της: Τε­λευ­ταίο «μή­νυ­μα» αυτής της μνη­μειώ­δους ερ­γα­σί­ας, ένα «μή­νυ­μα» με τη σφρα­γί­δα του Λένιν, είναι οι απο­φά­σεις του 4ου Συ­νε­δρί­ου: Ενιαίο Ερ­γα­τι­κό Μέ­τω­πο, Με­τα­βα­τι­κό Πρό­γραμ­μα, Με­τα­βα­τι­κή Πο­λι­τι­κή. Μετά το θά­να­το του Λένιν και το ξέ­σπα­σμα της εσω­κομ­μα­τι­κής πάλης στην ΕΣΣΔ, οι κο­μου­νι­στές ξαφ­νι­κά πλη­ρο­φο­ρού­νταν, δια της Κο­μι­ντέρν, ότι όλα αυτά ήταν λάθος: ο κα­πι­τα­λι­σμός διερ­χό­ταν την «3η και τε­λι­κή πε­ρί­ο­δο» κα­τα­στρο­φι­κής κρί­σης του, τα ΚΚ βρί­σκο­νταν πε­ρι­κυ­κλω­μέ­να από μια θά­λασ­σα «σο­σιαλ­φα­σι­στών», τα πο­λι­τι­κά κα­θή­κο­ντα ταυ­τί­ζο­νταν με τη διεκ­δί­κη­ση της «δι­κτα­το­ρί­ας του προ­λε­τα­ριά­του». Αυτό το σύ­ντο­μο διάλ­λει­μα «αρι­στε­ρι­σμού», υπό την ηγε­σία του Ζι­νό­βιεφ, ως μο­να­δι­κή χρη­σι­μό­τη­τα είχε την κα­τε­δά­φι­ση της προη­γού­με­νης πο­λι­τι­κής και μαζί την κα­τε­δά­φι­ση των ηγε­τι­κών ομά­δων που είχαν χτι­στεί στο εσω­τε­ρι­κό των ΚΚ στην πε­ρί­ο­δο του 3ου και 4ου Συ­νε­δρί­ου της Κο­μι­ντέρν.

Και αίφ­νης, οι κο­μου­νι­στές πλη­ρο­φο­ρού­νταν, ξανά δια της Κο­μι­ντέρν, ότι όλα αυτά ήταν λάθος. Το δί­λημ­μα πλέον ήταν: «Φα­σι­σμός ή αστι­κή δη­μο­κρα­τία;» και τα ΚΚ όφει­λαν να ανα­πτύ­ξουν πλα­τιά Λαϊκά Μέ­τω­πα, σε συ­νερ­γα­σία με τις αστι­κές δη­μο­κρα­τι­κές δυ­νά­μεις και να ανοι­χθούν ακόμα και στο εν­δε­χό­με­νο της συμ­με­το­χής σε αστι­κές δη­μο­κρα­τι­κές κυ­βερ­νή­σεις που θα στέ­κο­νταν, λέει, εμπό­διο στον φα­σι­σμό.

Σε αυτό το υπέ­δα­φος διαρ­κών αλ­λα­γών στρα­τη­γι­κής, με μο­να­δι­κό πλέον κρι­τή­ριο τα συμ­φέ­ρο­ντα και τους δι­πλω­μα­τι­κούς προ­σα­να­το­λι­σμούς της ρω­σι­κής ηγε­σί­ας, η εί­δη­ση του Συμ­φώ­νου μη-επί­θε­σης με­τα­ξύ της χι­τλε­ρι­κής Γερ­μα­νί­ας και της ΕΣΣΔ, του Συμ­φώ­νου Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ, είχε δια­λυ­τι­κές συ­νέ­πειες. Πολ­λοί αγω­νι­στές-στριες στη ση­με­ρι­νή Αρι­στε­ρά έχουν απο­δε­χθεί ότι το σύμ­φω­νο ήταν ένας «τα­κτι­κός ελιγ­μός» που ήταν ανα­γκαί­ος για να «κερ­δη­θεί χρό­νος» κ.ο.κ. Όμως η σκέψη αυτή δεν αντέ­χει στη δο­κι­μα­σία των γε­γο­νό­των και των αρ­χεια­κών δε­δο­μέ­νων. Είναι π.χ. δε­δο­μέ­νο για όλους τους ιστο­ρι­κούς του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του επι­κε­φα­λής της άμυ­νας του Στά­λιν­γκραντ, Ν. Χρου­τσόφ) ότι η ΕΣΣΔ αιφ­νι­διά­στη­κε από τη γερ­μα­νι­κή επί­θε­ση κι ότι είχε αξιο­ποι­ή­σει το «χρόνο που κέρ­δι­σε» με το Σύμ­φω­νο για κάθε άλλου εί­δους υπο­θέ­σεις, παρά για προ­ε­τοι­μα­σία της από μια επί­θε­ση της να­ζι­στι­κής Γερ­μα­νί­ας.

Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, η σκέψη αυτή υπο­τι­μά τις τε­ρά­στιες πο­λι­τι­κές δυ­σκο­λί­ες που το Σύμ­φω­νο πρό­σθε­σε πάνω στις πλά­τες των ηγε­σιών και των στε­λε­χών των ΚΚ στην Ευ­ρώ­πη, που ήδη πα­ρέ­παιαν μπρο­στά σε τε­ρά­στιας κλί­μα­κας δο­κι­μα­σί­ες.2

Η δια­δι­κα­σία αυτή δεν εξε­λί­χθη­κε ως μια αφη­ρη­μέ­νη ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση. Οι «στρο­φές» συν­δυά­ζο­νταν με αλ­λα­γές προ­σώ­πων, με ανα­τρο­πές συ­σχε­τι­σμών, με εκ­κα­θα­ρί­σεις.

Η ηγε­σία Ζα­χα­ριά­δη πα­ρα­κο­λού­θη­σε όλες αυτές τις «στρο­φές», φρο­ντί­ζο­ντας να πα­ρα­μέ­νει μέσα στο πλειο­ψη­φι­κό ρεύμα των «νι­κη­τών» στην Κο­μι­ντέρν. Εγκα­τέ­στη­σε μέσα στην πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ το ρε­φορ­μι­σμό των στα­δί­ων, αλλά όχι με οποια­δή­πο­τε μορφή αυτής της με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κής στρα­τη­γι­κής: Εγκα­τέ­στη­σε τον στα­λι­νι­κό ρε­φορ­μι­σμό των στα­δί­ων. Και σε αυτόν το χα­ρα­κτη­ρι­σμό κάθε λέξη έχει τη ση­μα­σία της, όπως απο­δεί­χθη­κε με τρα­γι­κό τρόπο στη δε­κα­ε­τία που ακο­λού­θη­σε.

Το ΚΚΕ μπρο­στά στον πό­λε­μο

Οι κο­μου­νι­στές της επο­χής βά­δι­ζαν προς τη με­γά­λη δο­κι­μα­σία του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, έχο­ντας ένα ιδε­ο­λο­γι­κό δε­δο­μέ­νο, αυτό της ανά­λυ­σης του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου από τον Λένιν, την Αρι­στε­ρά του Τσί­μερ­βαλντ και, τε­λι­κά, την 3η Διε­θνή. Αυτό το δε­δο­μέ­νο δεν έλυνε όλα τα κρί­σι­μα ζη­τή­μα­τα τα­κτι­κής που θα αντι­με­τώ­πι­ζαν τα ΚΚ, έθετε όμως με σα­φή­νεια τα όρια μέσα στα οποία θα μπο­ρού­σε να κι­νη­θεί η τα­κτι­κή: α) Ο χα­ρα­κτή­ρας το πο­λέ­μου δεν κρί­νε­ται από τα «επει­σό­δια» της αρχής του, από το ποιος έριξε την πρώτη του­φε­κιά ή από το ποιος κί­νη­σε πρώ­τος το στρα­τό του. Κρί­νε­ται από το ποιες τά­ξεις κα­θο­δη­γούν τον πό­λε­μο, για ποιους λό­γους και με ποιους σκο­πούς. β) Κατά συ­νέ­πεια, η κα­θο­δη­γη­τι­κή αρχή για την τα­κτι­κή των κο­μου­νι­στών είναι η προ­σπά­θεια της με­τα­τρο­πής της κρί­σης, που δη­μιουρ­γεί ένας διε­θνής πό­λε­μος, σε κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση, σε αγώνα για τη σο­σια­λι­στι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης. γ) Σε αντί­θε­ση με τις από­ψεις των πα­λιών σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των, αυτή η στρα­τη­γι­κή δεν είναι σωστό να τε­μα­χι­στεί σε στά­δια: Πρώτα η άμυνα, ή πρώτα η νίκη, και μελ­λο­ντι­κά βλέ­που­με. Αντί­θε­τα, το επα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα οφεί­λει, μέσα στην τρο­με­ρή κρίση του πο­λέ­μου, να χα­ρά­ξει το δικό του δρόμο προς τη δική του «έξοδο» από την πο­λε­μι­κή κρίση, όπως έκα­ναν οι Μπολ­σε­βί­κοι το ’17. Το ζή­τη­μα της ανε­ξαρ­τη­σί­ας των ΚΚ απέ­να­ντι στα διλ­λή­μα­τα με­τα­ξύ «χορ­τά­των» και «πει­να­σμέ­νων» ιμπε­ρια­λι­στών θε­ω­ρού­νταν ανα­ντι­κα­τά­στα­τη προ­ϋ­πό­θε­ση για τη δράση.

Πα­ρό­τι (όπως θα εξη­γή­σου­με πα­ρα­κά­τω) με­τα­ξύ του Α΄ και του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου υπάρ­χουν δια­φο­ρές, οι ανα­λο­γί­ες με­τα­ξύ τους είναι δε­δο­μέ­νες και δεν επι­τρέ­πουν αλ­λα­γή στρα­τη­γι­κής: η σύ­γκρου­ση που ξέ­σπα­σε στα 1939-1940 είναι η σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ των «πει­να­σμέ­νων» και «χορ­τά­των» ιμπε­ρια­λι­σμών, όπως αυτοί δια­μορ­φώ­θη­καν από την κα­τά­λη­ξη του Α΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου.

Όμως αυτό το πλαί­σιο ανά­λυ­σης είχε υπο­βαθ­μι­στεί και εξα­σθε­νή­σει μέσα από τις με­τα­το­πί­σεις της Διε­θνούς κατά τη δε­κα­ε­τία του ’30.

Παρ’ όλα αυτά, η στάση του ΚΚΕ, όπως συ­γκε­κρι­με­νο­ποι­ή­θη­κε με το γνω­στό «γράμ­μα» του Νίκου Ζα­χα­ριά­δη πάνω στο ξέ­σπα­σμα του ιτα­λο­ελ­λη­νι­κού πο­λέ­μου, απο­τε­λεί «υπέρ­βα­ση»: Ο γραμ­μα­τέ­ας του ΚΚΕ ορί­ζει τον πό­λε­μο ως «εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό» και κάνει το πα­ρα­πά­νω βήμα να κα­λέ­σει: «Στον πό­λε­μο αυτό που τον διευ­θύ­νει η κυ­βέρ­νη­ση Με­τα­ξά, όλοι μας πρέ­πει να δώ­σου­με όλες μας τις δυ­νά­μεις, δίχως καμιά επι­φύ­λα­ξη» (31 Οκτώ­βρη 1940, οι υπο­γραμ­μί­σεις δικές μας).

Την πο­λι­τι­κή προς την οποία προ­σα­να­το­λί­ζε­ται ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης φω­τί­ζει κα­λύ­τε­ρα το «ση­μεί­ω­μα» που έστει­λε για δια­πραγ­μά­τευ­ση προς τη δι­κτα­το­ρία του Με­τα­ξά και που το ΚΚΕ επι­λέ­γει σή­με­ρα να υπεν­θυ­μί­σει, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντάς το στον τόμο για τον ιτα­λο­ελ­λη­νι­κό πό­λε­μο. Αυτό το ση­μεί­ω­μα πε­ρι­λάμ­βα­νε 4 προ­τά­σεις:

1) Το ΚΚΕ ανα­λαμ­βά­νει τη γραμ­μή του «Ανοι­χτού Γράμ­μα­τος» να την κρα­τή­σει ως το τέλος του πο­λέ­μου (υπο­γράμ­μι­ση δική μας).

2) Η κυ­βέρ­νη­ση δίνει γε­νι­κή αμνη­στία.

3) Ξα­να­βγαί­νει ο «Ρι­ζο­σπά­στης».

4) Όποιο μέλος του ΚΚΕ δια­φω­νή­σει με τη γραμ­μή του «Ανοι­χτού Γράμ­μα­τος» θα δια­γρα­φεί από το ΚΚΕ (η υπο­γράμ­μι­ση δική μας).

(«Το ΚΚΕ στον ιτα­λο­ελ­λην­κό πό­λε­μο», σελ. 138).

Στο ση­μεί­ω­μα αυτό ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης ανα­λαμ­βά­νει να κρα­τή­σει μια πο­λι­τι­κή («υπό τη διεύ­θυν­ση της κυ­βέρ­νη­σης Με­τα­ξά… δίχως καμιά επι­φύ­λα­ξη») μέχρι το τέλος του πο­λέ­μου! Ταυ­τό­χρο­να απο­δει­κνύ­ει τε­ρά­στιες αυ­τα­πά­τες για τις προ­θέ­σεις της «κυ­βέρ­νη­σης» (δη­λα­δή της δι­κτα­το­ρί­ας) Με­τα­ξά (αμνη­στία, επα­να­κυ­κλο­φο­ρία «Ρι­ζο­σπά­στη»), ενώ προ­τι­μά­με να αφή­σου­με ασχο­λί­α­στη τη δέ­σμευ­ση για τη δια­γρα­φή όποιου δια­φω­νή­σει με αυτή την πρω­το­φα­νή «δια­πραγ­μά­τευ­ση» με ένα φα­σι­στι­κό/δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς.3

Πολ­λοί σή­με­ρα μέσα στην Αρι­στε­ρά εξα­κο­λου­θούν να πι­στεύ­ουν και να ανα­πα­ρά­γουν την άποψη ότι το ΕΑΜ χτί­στη­κε πάνω στην πο­λι­τι­κή που προ­δια­γρά­φει το Ανοι­χτό Γράμ­μα του Ν. Ζα­χα­ριά­δη. Είναι μια αντί­λη­ψη που χτί­στη­κε μέσα στις ανώ­μα­λες για την Αρι­στε­ρά συν­θή­κες της δε­κα­ε­τί­ας του ’50 και δεν έχει καμιά σχέση με τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες του 1940 και τις συ­νέ­πειες του Γράμ­μα­τος ακόμα και μέσα στις γραμ­μές του ΚΚΕ.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η δη­μο­σί­ευ­ση του Γράμ­μα­τος οδή­γη­σε σε πα­ρο­ξυ­σμό την πο­λι­τι­κή σύγ­χυ­ση που προ­ϋ­πήρ­χε.

Το «Γράμ­μα» έγινε ση­μαία της χα­φιέ­δι­κης Προ­σω­ρι­νής Διοί­κη­σης. Ο «Ρι­ζο­σπά­στης» που εξέ­δι­δε ο Μα­νια­δά­κης, κάνει έκ­κλη­ση στα μέλη του ΚΚΕ «να τσα­κί­σουν τους άτι­μους χα­φιέ­δες που πάνε να δια­στρε­βλώ­σουν τη γραμ­μή του κόμ­μα­τος… τη γραμ­μή που έβαλε ο σ. Ζα­χα­ριά­δης με το Ανοι­χτό Γράμ­μα… ο πό­λε­μός μας είναι επα­να­στα­τι­κός-αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κός… γι’ αυτό το λόγο τις δια­φο­ρές μας με τη δι­χτα­το­ρία τις θέ­σα­με στην μπά­ντα… Κυ­βέρ­νη­ση Εθνι­κής Σω­τη­ρί­ας υπό τον Με­τα­ξά». Τη γραμ­μή αυτή έτρε­ξε να στη­ρί­ξει από την Ακρο­ναυ­πλία ο Γ. Ιω­αν­νί­δης: «Ανα­γνω­ρί­ζου­με για μο­να­δι­κή πραγ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση του ΚΚΕ την Προ­σω­ρι­νή Διοί­κη­ση. Υιο­θε­τού­με πέρα για πέρα την πο­λι­τι­κή γραμ­μή που αυτή χά­ρα­ξε για την υπε­ρά­σπι­ση των ζω­τι­κών συμ­φε­ρό­ντων του ελ­λη­νι­κού λαού και την ακε­ραιό­τη­τα και την ανε­ξαρ­τη­σία της χώρας μας».

Αντί­θε­τα, η Παλιά ΚΕ κα­ταγ­γέλ­λει το Γράμ­μα ως πλα­στό, επι­μέ­νει στη θέση ότι ο πό­λε­μος είναι ιμπε­ρια­λι­στι­κός και εξα­κο­λου­θεί να υπο­στη­ρί­ζει την ανα­τρο­πή του Με­τα­ξά. Ο Πλου­μπί­δης αρ­θρο­γρα­φεί στον πα­ρά­νο­μο «Ρι­ζο­σπά­στη», δη­λώ­νο­ντας ενυ­πό­γρα­φα ότι το Γράμ­μα είναι κα­τα­σκευή του Μα­νια­δά­κη και ότι όσοι το ακο­λου­θή­σουν, «παίρ­νουν λα­θε­μέ­νη πο­ρεία, προς τα δεξιά». Ανά­λο­γη στάση κρα­τούν οι εξό­ρι­στοι στη Φο­λέ­γαν­δρο (Στ. Ανα­στα­σιά­δης), στην Ανάφη, ενώ ο Θαν. Χα­τζής, από το Μα­κε­δο­νι­κό Γρα­φείο, έγρα­φε στην ανα­φο­ρά του: «Χάος επι­κρα­τού­σε στις γραμ­μές των κομ­μου­νι­στών. Δεν υπήρ­χε ούτε ένας που να υπο­στή­ρι­ζε στο σύ­νο­λο κι ανε­πι­φύ­λα­κτα το γράμ­μα του Ν. Ζα­χα­ριά­δη. Όσοι δεν γνώ­ρι­ζαν το γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα του, υπο­στή­ρι­ζαν πως όλο είναι πλα­στό…».

Ακόμα και έξω από τις γραμ­μές του κόμ­μα­τος το Γράμ­μα δεν ήταν πει­στι­κό. Όταν ο Σα­ρά­φης κλή­θη­κε να πο­λε­μή­σει στο αλ­βα­νι­κό μέ­τω­πο, έθεσε ως προ­ϋ­πό­θε­ση την προη­γού­με­νη ανα­τρο­πή της κυ­βέρ­νη­σης Με­τα­ξά!

Μπρο­στά σε αυτές τις επι­πτώ­σεις, ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης φρό­ντι­σε γρή­γο­ρα να ανα­δι­πλω­θεί. Στο δεύ­τε­ρο και στο τρίτο γράμ­μα του (που μετά το ’50 οδη­γή­θη­καν στην αφά­νεια…) αλ­λά­ζει γραμ­μή και για τον πό­λε­μο και για τον Με­τα­ξά. Φρο­ντί­ζει μά­λι­στα να δη­λώ­σει ότι το πρώτο γράμ­μα, «αν δια­βα­στεί από μόνο του», τότε κα­τα­ντά ένα σο­σιαλ­σο­βι­νι­στι­κό κεί­με­νο που μπο­ρεί να… λε­ρώ­σει την τιμή του ΚΚΕ!

Όσοι επι­μέ­νουν στη θέση ότι ένα με­γά­λο μα­ζι­κό κί­νη­μα χτί­στη­κε στη βάση αυτού του σα­θρού ντο­κου­μέ­ντου, υπο­στη­ρί­ζουν μια λα­θε­μέ­νη στρα­τη­γι­κή επι­λο­γή και υιο­θε­τούν μια αντι-ιστο­ρι­κή, μια σχε­δόν με­τα­φυ­σι­κή, ερ­μη­νεία για τα θε­μέ­λια του ΕΑΜ.

Η στρο­φή σή­με­ρα του ΚΚΕ σε αυτή την υπό­θε­ση, αντι­κει­με­νι­κά βοη­θά­ει να σπά­σουν τα δε­ξιό­στρο­φα στε­ρε­ό­τυ­πα, που εμπε­δώ­θη­καν μέσα στον κόσμο της Αρι­στε­ράς κατά τις ανώ­μα­λες συν­θή­κες της δε­κα­ε­τί­ας του ’50, όταν η κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή εδώ εμπό­δι­ζε κάθε αυ­θε­ντι­κή ιστο­ρι­κή συ­ζή­τη­ση, ενώ στο εσω­τε­ρι­κό του ΚΚΕ το φαι­νό­με­νο που ονο­μά­στη­κε (λα­θε­μέ­να και πε­ριο­ρι­στι­κά κατά τη γνώμη μου…) «προ­σω­πο­λα­τρεία», μπο­ρού­σε να δια­στρε­βλώ­σει τα πάντα…

Πώς χτί­στη­κε το ΕΑΜ;

Η εί­σο­δος των Ναζί στην Αθήνα, τον Απρί­λη του ’41, βρί­σκει το ΚΚΕ σε κα­τά­στα­ση με­γά­λης αδυ­να­μί­ας: Με ελά­χι­στες ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις, με το κλη­ρο­νο­μη­μέ­νο πρό­βλη­μα της διά­βρω­σης από το μη­χα­νι­σμό του Με­τα­ξά, με με­γά­λα προ­βλή­μα­τα πο­λι­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού ως προς τα κε­ντρι­κά κα­θή­κο­ντα της συ­γκυ­ρί­ας, με με­γά­λα προ­βλή­μα­τα κα­χυ­πο­ψί­ας με­τα­ξύ των ηγε­τι­κών στε­λε­χών που θα έπρε­πε να πά­ρουν τις κε­ντρι­κές πρω­το­βου­λί­ες.

Η κα­τά­στα­ση αυτή θα πα­ρα­τα­θεί, του­λά­χι­στον, ως τα τέλη του ’41. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυτής της αδυ­να­μί­ας είναι το γε­γο­νός ότι στην πε­ρί­ο­δο αυτή τα κα­θή­κο­ντα του Γραμ­μα­τέα της ΚΕ ανα­λαμ­βά­νει, με υπό­δει­ξη του μη­χα­νι­σμού της Ακρο­ναυ­πλί­ας, ο Α. Τσί­πας. Κατά τον Θ. Χατζή, ποτέ άλ­λο­τε στην ιστο­ρία του ΚΚΕ δεν υπήρ­ξε τόσο με­γά­λη αντί­φα­ση ανά­με­σα στην κρι­σι­μό­τη­τα των κα­θη­κό­ντων και τις αδυ­να­μί­ες του προ­σώ­που που τα ανα­λάμ­βα­νε.4

Η άποψη ότι ένα κόμμα που βρι­σκό­ταν σε αυτή την κα­τά­στα­ση –και μά­λι­στα με βάση μια «γραμ­μή» που δεν ήταν ενιαία ακόμα και στο εσω­τε­ρι­κό της υπό συ­γκρό­τη­ση ηγε­τι­κής ομά­δας– έχτι­σε ένα κο­λοσ­σιαίο μα­ζι­κό κί­νη­μα, δεί­χνει ελά­χι­στο σε­βα­σμό στην ιστο­ρία του κι­νή­μα­τος, ανα­πο­δο­γυ­ρί­ζει τα ιστο­ρι­κά δε­δο­μέ­να, βά­ζο­ντας τα πόδια απάνω και το κε­φά­λι κάτω.

Αντί­θε­τα, τόσο μέσα από τα ιστο­ρι­κά στοι­χεία, όσο και μέσα από τις «ανα­μνή­σεις» των αγω­νι­στών της επο­χής, προ­κύ­πτει αβί­α­στα η ει­κό­να ότι η κί­νη­ση των πρω­το­πό­ρων στοι­χεί­ων αρ­χι­κά και των με­γά­λων τμη­μά­των των λαϊ­κών μαζών στη συ­νέ­χεια, μια κί­νη­ση μα­ζι­κή που πυ­ρο­δο­τεί­ται από τον άμεσο κίν­δυ­νο της πεί­νας, αλλά, στην ουσία, συ­νι­στά γε­νι­κευ­μέ­νη πα­ρέμ­βα­ση του κό­σμου μπρο­στά στα προ­βλή­μα­τα μιας πρω­το­φα­νούς εθνι­κής/κοι­νω­νι­κής κρί­σης, ήταν η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη που έχτι­σε το κί­νη­μα της πε­ριό­δου της Αντί­στα­σης. Το ξέ­σπα­σμα αυτού του κι­νή­μα­τος έδωσε τη δυ­να­τό­τη­τα στο ΚΚΕ να ανα­συ­γκρο­τη­θεί και να μα­ζι­κο­ποι­η­θεί και όχι το αντί­στρο­φο.

Στις συν­θή­κες της πρώ­ι­μης κα­το­χής εμ­φα­νί­ζο­νται συχνά κά­ποια «στε­λέ­χη» της φυ­σι­κής πρω­το­πο­ρί­ας του πλη­θυ­σμού, συ­νή­θως φα­ντά­ροι που γυρ­νούν εξα­γριω­μέ­νοι και ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποι­η­μέ­νοι από το μέ­τω­πο, που δη­λώ­νουν στους συ­ντο­πί­τες τους ότι είναι «εκ­πρό­σω­ποι» του ΚΚΕ (ακόμα και της ηγε­σί­ας του), και αρ­χί­ζουν να παίρ­νουν πρω­το­βου­λί­ες ορ­γά­νω­σης της αντί­στα­σης. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γε­γο­νός των δια­στά­σε­ων που μπο­ρού­σε να πάρει η δράση αυτών των «ασύ­ντα­κτων» στοι­χεί­ων είναι το ξέ­σπα­σμα της πρό­ω­ρης εξέ­γερ­σης στη Δράμα (Σε­πτέμ­βρη του ’41) που πνί­γη­κε στο αίμα από το βουλ­γα­ρι­κό στρα­τό κα­το­χής.5

Η γε­νί­κευ­ση της κί­νη­σης του πλη­θυ­σμού προς την αντί­στα­ση είχε δύο κε­ντρι­κούς πυ­λώ­νες:

α) Τη δράση της ερ­γα­τι­κής τάξης μέσα στις πό­λεις, με τα «κλα­σι­κά» όπλα του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος –την απερ­γία, τη γε­νι­κή απερ­γία, τη δια­δή­λω­ση και τα με­γά­λα κε­ντρι­κο­ποι­η­μέ­να συλ­λα­λη­τή­ρια– που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν με σθέ­νος, παρά το με­γά­λο κό­στος σε αν­θρώ­πι­νες ζωές, ενά­ντια σε έναν πά­νο­πλο αντί­πα­λο. Το γε­γο­νός ότι οι ερ­γά­τες στις πό­λεις αντι­με­τώ­πι­σαν με αυτόν τον τρόπο τον κίν­δυ­νο της πεί­νας και της επι­στρά­τευ­σης, είχε τε­ρά­στια πο­λι­τι­κή ση­μα­σία. Κα­θό­ρι­ζε την κοι­νω­νι­κή ρα­χο­κο­κα­λιά, τον κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα της αντί­στα­σης. Και ταυ­τό­χρο­να δη­μιουρ­γού­σε μια ολό­κλη­ρη «γενιά» αγω­νι­στών, μια νέα γενιά πο­λι­τι­κών στε­λε­χών, που θα μπο­ρού­σαν στη συ­νέ­χεια να στε­λε­χώ­σουν το ευ­ρύ­τε­ρο κί­νη­μα που ξέ­σπα­γε.

Το γε­γο­νός ότι οι πό­λεις αντι­με­τώ­πι­σαν έτσι τους κιν­δύ­νους της κα­το­χής, ήταν ένα σάλ­πι­σμα που γι­νό­ταν ιδιαί­τε­ρα αντι­λη­πτό στην ύπαι­θρο.

β) Την ορ­μη­τι­κή εί­σο­δο των αγρο­τών στον αγώνα. Ο Θο­δω­ρής Κου­τσου­μπός, στο καλό βι­βλίο του για το 1941-1945, δίνει τον τίτλο: «Πό­λε­μος των χω­ρι­κών και κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση», εξη­γώ­ντας μέσα από το σχήμα του «πο­λέ­μου των χω­ρι­κών» τη μα­ζι­κή βάση του ένο­πλου αγώνα στο πρώτο Αντάρ­τι­κο.

Η κα­θυ­στέ­ρη­ση της αγρο­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης στον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό είχε ως άμεση συ­νέ­πεια ότι η ύπαι­θρος δεν εξαι­ρού­νταν από τον κίν­δυ­νο της πεί­νας. Η αντί­στα­ση στις δια­τα­γές για συ­γκέ­ντρω­ση της σο­δειάς, η αντί­στα­ση στη βαριά φο­ρο­λό­γη­ση της σο­δειάς για να τρα­φεί ο στρα­τός κα­το­χής, η αντί­στα­ση στις λε­η­λα­σί­ες από τους ντό­πιους συ­νερ­γά­τες των κα­τα­κτη­τών και τους μαυ­ρα­γο­ρί­τες, γί­νο­νται οι σκλη­ρές κοι­νω­νι­κές αι­τί­ες που στη­ρί­ζουν το ξε­κί­νη­μα της ένο­πλης αντί­στα­σης στην ύπαι­θρο.

Ο κα­τά­λο­γος των εν δρά­σει ανταρ­το­ο­μά­δων, πριν ο Άρης βγει στο βουνό και πολύ πριν το ΚΚΕ υιο­θε­τή­σει αυτή τη μορφή αγώνα, είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά εκ­πλη­κτι­κός για τις συν­θή­κες μιας κα­τε­χό­με­νης χώρας.6

Ο Θ. Κου­τσου­μπός σωστά ση­μειώ­νει ότι οι ομά­δες αυτές θα μπο­ρού­σαν να εκτρα­πούν σε άλλες πο­ρεί­ες, ακόμα και να γί­νουν μά­στι­γα για τα χωριά. Η τιμή που ανή­κει στον Άρη και στα στε­λέ­χη του πρώ­ι­μου ΕΛΑΣ είναι ότι όχι μόνο συ­νέ­νω­σαν αυτές τις μά­χι­μες ομά­δες, αλλά τις συ­νέ­νω­σαν πάνω στη συ­γκε­κρι­μέ­νη κοι­νω­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση, που έκανε το αντάρ­τι­κο να ανα­γνω­ρι­στεί από τους χω­ρι­κούς σαν πο­λύ­τι­μη δύ­να­μη υπε­ρά­σπι­σης και απε­λευ­θέ­ρω­σής τους. Δεν είναι τυ­χαίο ότι στο βουνό ή στον κάμπο, σε όλη τη διάρ­κεια του πρώ­του αντάρ­τι­κου, ο ΕΛΑΣ κο­λυ­μπά σαν το ψάρι «μέσα στο νερό», που δη­μιουρ­γεί γύρω του η ενερ­γός υπο­στή­ρι­ξη των αγρο­τών.

Η εί­σο­δος του χω­ριού στον αγώνα είχε, με τη σειρά της, τε­ρά­στιες πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες. Οι γυ­ναί­κες κά­νουν ένα ιστο­ρι­κό άλμα, ξε­περ­νώ­ντας σε ελά­χι­στο χρόνο την συ­ντη­ρη­τι­κή αγρο­τι­κή ή κτη­νο­τρο­φι­κή πα­ρά­δο­ση, βγαί­νουν από τα δεσμά του νοι­κο­κυ­ριού και της οι­κο­γέ­νειας και ανα­λαμ­βά­νουν πρω­τα­γω­νι­στι­κούς ρό­λους στην ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας και του αγώνα. Η ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση των μαζών απο­κρυ­σταλ­λώ­νε­ται σε νέες μορ­φές ορ­γά­νω­σης –τις Λαϊ­κές Επι­τρο­πές και τις Λαϊ­κές Συ­νε­λεύ­σεις– που παίρ­νουν στα χέρια τους όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρα κα­θή­κο­ντα, υπο­κα­θι­στώ­ντας τον παλιό κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό, που βρί­σκε­ται υπό κα­τάρ­ρευ­ση. Οι αντι­λή­ψεις με τις οποί­ες εκ­πλη­ρώ­νο­νται αυτά τα βα­σι­κά κα­θή­κο­ντα της νέας ορ­γά­νω­σης της κοι­νω­νί­ας, στα­δια­κά, αρ­χί­ζουν να παίρ­νουν τη μορφή της Λαϊ­κής Αυ­το­διοί­κη­σης και της Λαϊ­κής Δι­καιο­σύ­νης. (βλ. Χρή­στος Τυ­ρο­βού­ζης, «Αυ­το­διοί­κη­ση και Λαϊκή Δι­καιο­σύ­νη», εκ­δό­σεις Προ­σκή­νιο).

Στην πε­ρί­ο­δο της ανά­πτυ­ξης της Αντί­στα­σης τί­θε­νται στο στό­χα­στρο της λαϊ­κής δρά­σης ορι­σμέ­να από τα «ιερά και όσια» του αστι­σμού, όπως η οι­κο­γέ­νεια και η ιδιο­κτη­σία: Τα δια­ζύ­για και γε­νι­κό­τε­ρα οι οι­κο­γε­νεια­κές δια­φο­ρές/συ­γκρού­σεις αρ­χί­ζουν να κρί­νο­νται στη Συ­νέ­λευ­ση του χω­ριού, υπό το άγρυ­πνο μάτι της απε­λευ­θε­ρω­μέ­νης κι απε­λευ­θε­ρω­τι­κής συμ­με­το­χής των γυ­ναι­κών. Οι αγρό­τες, για να αντι­με­τω­πί­σουν την πείνα, βά­ζουν χέρι στα τσι­φλί­κια και στα μο­να­στη­ρια­κά κτή­μα­τα, προ­βάλ­λο­ντας το ιστο­ρι­κό αί­τη­μα του αγρο­τι­κού κι­νή­μα­τος: Η γη ανή­κει σε αυ­τούς που τη δου­λεύ­ουν!7 Στις πό­λεις, οι ερ­γά­τες και οι φτω­χοί, πέρα από την ορ­γα­νω­μέ­νη διεκ­δί­κη­ση αυ­ξή­σε­ων στο μισθό και στο δελ­τίο τρο­φί­μων, για να αντι­με­τω­πί­σουν την πείνα, υπο­χρε­ώ­νο­νται να κα­τα­φύ­γουν συχνά στη λε­η­λα­σία των απο­θη­κών τρο­φί­μων και των μα­γα­ζιών των μαυ­ρα­γο­ρι­τών.

Η ανά­πτυ­ξη αυτού του με­γά­λου κι­νή­μα­τος, με ρυθ­μούς τα­χύ­τε­ρους από κάθε άλλη χώρα στην Ευ­ρώ­πη (με μο­να­δι­κή εξαί­ρε­ση, ίσως, τη Γιου­γκο­σλα­βία), έβαζε επι­τα­κτι­κά το ζή­τη­μα της πο­λι­τι­κής συ­γκρό­τη­σης κι εκ­προ­σώ­πη­σής του.

Αυτό απα­ντή­θη­κε με την τα­χύ­τα­τη ανά­πτυ­ξη του ΚΚΕ. Οι αδυ­να­μί­ες του «ισο­φα­ρί­ζο­νταν» από τη δια­λυ­τι­κή κρίση όλων των άλλων υπο­ψή­φιων να παί­ξουν αυτό το ρόλο. Στα δεξιά του ΚΚΕ, τα παλιά αστι­κά κόμ­μα­τα έμει­ναν πα­ρά­λυ­τα μέχρι να «φανεί το φως» για την κα­τά­λη­ξη του πο­λέ­μου. Στα αρι­στε­ρά του (με την εξαί­ρε­ση των μι­κρών τρο­τσκι­στι­κών ομά­δων, για τις οποί­ες θα ανα­φερ­θώ πα­ρα­κά­τω) δεν υπήρ­χε τί­πο­τα. Αυτό είναι επί­σης ένα τμήμα των εξε­λί­ξε­ων στις δε­κα­ε­τί­ες του ’20 και του ’30, ενώ μόνο όποιος δεν έχει κα­θό­λου αί­σθη­ση του βά­ρους της ιστο­ρί­ας μπο­ρεί να θέτει το ερώ­τη­μα γιατί στην Ελ­λά­δα (ή και στη Γαλ­λία, την Ιτα­λία κ.ο.κ.) δεν υπήρ­ξε μα­ζι­κή ορ­γα­νω­τι­κή εναλ­λα­κτι­κή πέρα από τα ΚΚ.

Όμως έχει ση­μα­σία να επι­μεί­νου­με στην αντί­φα­ση ανά­με­σα στον πο­λι­τι­κό ρόλο που οι μάζες ανέ­θε­ταν στο ΚΚΕ και στην πο­λι­τι­κή γραμ­μή που επι­κρα­τού­σε στο εσω­τε­ρι­κό της ηγε­σί­ας του.

Τη γραμ­μή αυτή πε­ρι­γρά­φει ανα­λυ­τι­κά ο Δημ. Γλη­νός στη «δια­κη­ρυ­κτι­κή» μπρο­σού­ρα του «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Σε όσους επι­μέ­νουν στην άποψη ότι με αυτήν «τέ­θη­καν τα θε­μέ­λια της αντί­στα­σης», να θυ­μί­σου­με ότι τυ­πώ­θη­κε για πρώτη φορά τον Οκτώ­βρη του 1942 (όταν το κί­νη­μα στις πό­λεις και στα βουνά ήταν ήδη μια συ­γκλο­νι­στι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα) και κυ­κλο­φό­ρη­σε σε πε­ρί­που 5.000 αντί­τυ­πα (Χα­τζής).

Όμως είναι φα­νε­ρό ότι η πο­λι­τι­κή που πε­ρι­γρά­φει ο Γλη­νός είχε γίνει μέχρι το τέλος του ’42 κυ­ρί­αρ­χη στο εσω­τε­ρι­κό της ηγε­σί­ας του ΚΚΕ και έπαι­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο στη συ­νέ­χεια. Τα βα­σι­κά της στοι­χεία ήταν: α) Η εκτί­μη­ση ότι ο αγώ­νας είναι εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός. β) Ως εκ τού­του, θα πρέ­πει να γίνει «παλ­λαϊ­κός», με τη συμ­με­το­χή της αστι­κής τάξης και των κομ­μά­των της. γ) Η πε­ποί­θη­ση ότι η τα­ξι­κή πάλη ανα­στέλ­λε­ται μέχρι το τέλος του πο­λέ­μου. δ)) Το «έπα­θλο» για τις λαϊ­κές μάζες θα διεκ­δι­κη­θεί «μετά», αφού θα έχει προη­γη­θεί η επί­τευ­ξη του στό­χου της εθνι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης και το έπα­θλο θα πάρει τη μορφή μιας κά­ποιας «λαϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας».

Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ότι καμιά από αυτές τις προ­βλέ­ψεις δεν ήταν σωστή. Το ΚΚΕ υπο­γραμ­μί­ζει –και σωστά– ότι στην πε­ρί­ο­δο της κα­το­χής η τα­ξι­κή πάλη όχι μόνο δεν ανε­στά­λη, αλλά «έφτα­σε σε πα­ρο­ξυ­σμό». Ως εκ τού­του τα εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά κα­θή­κο­ντα υπήρ­ξαν άρ­ρη­κτα δε­μέ­να με τα τα­ξι­κά. Γι’ αυτό άλ­λω­στε η αστι­κή τάξη και τα κόμ­μα­τά της δεν πήραν μέρος στον «εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό αγώνα».8 Αντί­θε­τα, ο αστι­κός κό­σμος δια­σπά­στη­κε: Ένα τμήμα «δρα­πέ­τευ­σε» στο εξω­τε­ρι­κό (Λον­δί­νο και Μέση Ανα­το­λή), ένα τμήμα συ­νερ­γά­στη­κε αρ­μο­νι­κά με τους Ναζί, ένα τμήμα «λού­φα­ξε» και συ­νο­μι­λού­σε με το ΚΚΕ, φρο­ντί­ζο­ντας κυ­ρί­ως να επη­ρε­ά­ζει τη γραμ­μή του, με το μάτι πάντα στις με­τα­πο­λε­μι­κές εξε­λί­ξεις. Κυ­ρί­ως, όμως, γνω­ρί­ζου­με ότι η αστι­κή τάξη και οι Σύμ­μα­χοι δεν απο­δέ­χθη­καν ποτέ το δια­χω­ρι­σμό με το «μετά»: Αντι­με­τώ­πι­σαν τις εξε­λί­ξεις του πο­λέ­μου και της κα­το­χής με απο­φα­σι­στι­κό κρι­τή­ριο να χτί­σουν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για τη συ­ντρι­βή του ερ­γα­τι­κού και του λαϊ­κού κι­νή­μα­τος μετά το τέλος του πο­λέ­μου. Αυτό το κα­θα­ρό τα­ξι­κό κρι­τή­ριο των ντό­πιων κα­πι­τα­λι­στών και των Συμ­μά­χων ήταν αυτό που έλ­λει­ψε από τη στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ.

Γνώμη μου είναι ότι η πο­λι­τι­κή που πε­ρι­γρά­φει ο Γλη­νός, ενώ δεν έπαι­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο στην πε­ρί­ο­δο της ανά­πτυ­ξης του κι­νή­μα­τος της αντί­στα­σης, υπήρ­ξε ο κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας που ερ­μη­νεύ­ει την ήττα.

Πώς ητ­τή­θη­κε το ΕΑΜ;

Συχνά ακούγεται ο ισχυρισμός, συνήθως από τους συντρόφους που υποστηρίζουν μια «πατριωτική» γραμμή μέσα στην Αριστερά, ότι «υπάρχει σχέση ανάμεσα στο εθνικό και στο ταξικό», ισχυρισμός που συνήθως συνοδεύεται από μια ομιχλώδη αναφορά στα γραπτά του Λένιν για την Παρισινή Κομμούνα.

Αν αυτό ήταν αρκετό, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ως αυτονόητο αυτόν τον ισχυρισμό. Πράγματι κάθε μεγάλη επαναστατική κρίση είναι συνήθως η σύνθεση μιας βαθιάς κοινωνικής κρίσης με μια εθνική κρίση που προκαλείται από πολέμους ή άλλες καταστροφές. Αυτό ήταν αλήθεια στην Κομμούνα, στη Ρωσία του ’17 κ.ο.κ.

Όμως το ερώτημα δεν είναι το αν υπάρχει σχέση μεταξύ εθνικού και ταξικού, αλλά το ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε αυτά τα δύο στοιχεία. Ο Λένιν έγραφε για την Παρισινή Κομμούνα: «Εξεγειρόμενο ενάντια στο παλιό καθεστώς, το προλεταριάτο αναλάμβανε δύο καθήκοντα, το ένα εθνικό, το άλλο κοινωνικό: την απελευθέρωση της Γαλλίας από τη γερμανική εισβολή και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση του προλεταριάτου από το ζυγό του καπιταλισμού. Η συνένωση αυτών των δύο καθηκόντων αποτελεί το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό της Κομμούνας».

Ακριβώς επειδή «η συνένωση αυτών των δύο καθηκόντων» είναι η απάντηση της Κομμούνας, οι κομμουνάροι δεν επιδίωξαν την εθνική ενότητα με τους Βερσαγιέζους για να αντιμετωπίσουν τους Πρώσους, και δεν ανέστειλαν για «μετά» τα καθήκοντα σοσιαλιστικής απελευθέρωσης του προλεταριάτου από το ζυγό του καπιταλισμού. Αντίστοιχα, η γαλλική αστική τάξη δεν σκέφτηκε ποτέ το ενδεχόμενο να συμμετάσχει σε «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα» μαζί με τους κομμουνάρους, αλλά συνεργάστηκε με τους Πρώσους για να κατασφάξει την Κομμούνα.

Αν αυτό το μάθημα μας το κληροδότησε η Κομμούνα με αρνητικό τρόπο, μέσα από την αιματηρή ήττα της, λίγο αργότερα η Ρώσικη Επανάσταση μας το έδωσε με τον θετικό, με τον νικηφόρο τρόπο: η εθνική κρίση που προκαλούσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η κατάρρευση του τσαρισμού, δεν αντιμετωπίστηκε από τους Μπολσεβίκους μέσω της «ενότητας» με τους δημοκράτες αστούς, αλλά με το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!» και την εξέγερση του Οκτώβρη.

Η Ελλάδα του 1941-1945 είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα για το πόσο ακριβά μπορεί να πληρωθεί μια πολιτική που επιχειρεί να διαχωρίσει, αντί για να συνενώσει, τα «εθνικά» από τα «ταξικά» καθήκοντα, μέσα σε μια επαναστατική διαδικασία που από τη φύση της είναι μια ενιαία διαδικασία.

Είναι κοινός τόπος, ακόμα και για τους πιο άπειρους αγωνιστές-στριες, η θέση ότι το μεγάλο κίνημα της Αντίστασης, αυτή η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, οδηγήθηκε σε μια, επιφανειακά, ανεξήγητη αλυσίδα από «γκάφες» ή «προδοσίες»: η συμφωνία στο Λίβανο, η αποκήρυξη του κινήματος στη Μέση Ανατολή, η συμφωνία στην Καζέρτα, η αποφυγή της κατάληψης της Αθήνας, η υποδοχή των στρατευμάτων του Σκόμπι ως απελευθερωτών, η αυτοκτονική στρατιωτική τακτική στο Δεκέμβρη, η Βάρκιζα, η διαγραφή και η εγκληματική απομόνωση του Άρη, είναι «λάθη» που στοίχειωσαν στις ψυχές των μανάδων και των πατεράδων μας.

Σε αυτή τη λίστα θα προσθέσω δύο ακόμα «σημεία» που, κατά τη γνώμη μου, έχουν μεγάλη σημασία, αν και έχουν υποτιμηθεί στη δημόσια συζήτηση:

1) Στα τέλη του ’43 και τις αρχές του ’44, την περίοδο που ο αγώνας μπαίνει στην αποφασιστική καμπή προς τις μεταπολεμικές εξελίξεις, την περίοδο όπου το ΚΚΕ έχει ήδη συγκροτήσει στις γραμμές του μια μεγάλη λαϊκή δύναμη, η ηγεσία του ΚΚΕ αποφασίζει να στρέψει τη δύναμη του κόμματος όχι προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των ριζοσπαστικών λαϊκών οργανώσεων, αλλά προς την πίεση μέσα σε αυτές για μια πιο συντηρητική «εθνικοενωτική» πολιτική. Το ΠΓ του ΚΚΕ στέλνει «εγκύκλιο» προς τις κομματικές οργανώσεις, με την οποία απαιτεί «να αποφεύγουν την καταπάτηση θεσμών, που πρέπει να παραμείνουν σεβαστοί» και συνιστά ιδιαίτερη προσοχή στις σχέσεις με την εκκλησία. Σε πολλά χωριά και κωμοπόλεις επανέρχονται οι παλιοί «εκλεγμένοι» (επί Μεταξά!) αυτοδιοικητικοί «άρχοντες». Ο Κώδικας της Λαϊκής Δικαιοσύνης υφίσταται σοβαρές τροποποιήσεις σε συντηρητική κατεύθυνση (Τυροβούζης). Η 10η Ολομέλεια της ΚΕ (Γενάρης 1944) υπογραμμίζει την αντίθεσή της: «στα αριστερά λάθη, που φάνηκαν σαν αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας των εχθρών, με διαθέσεις για αντιαγγλική πολεμική [σσ: !], για εχτίμηση του ΕΛΑΣ σαν μελλοντικού στρατού [σσ: !!] και σοβαρά στραπατσαρίσματα της πολιτικής γραμμής του κόμματος, ιδίως στην ελεύθερη Ελλάδα, όπου εχθρικά στοιχεία ζήτησαν να ικανοποιήσουν ατομικά συμφέροντα σε βάρος του λαού…».

Το τελευταίο μέρος αυτής της φοβερής φράσης («εχθρικά στοιχεία») αφορά σε μεγάλο βαθμό εκείνο το τμήμα του κινήματος (συμπεριλαμβανομένων στελεχών και οργανώσεων του ΚΚΕ) που σε πολλές περιοχές στήριζε τις απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών και των μοναστηριακών κτημάτων, πρακτική ενάντια στην οποία το ΚΚΕ πήρε πολιτικά, αλλά και οργανωτικά μέτρα. Με τη συγκρότηση της «Κυβέρνησης του Βουνού», της ΠΕΕΑ, οι πρακτικές αυτές τέθηκαν τελικά «εκτός νόμου»:

«Η Πράξη 12 της ΠΕΕΑ, που αναφερόταν στις διατάξεις για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη ξανάφερνε σε ισχύ το πριν την κατοχή ιδιωτικό και ποινικό Δίκαιο. Περιοριζόταν η δικαιοδοσία των Λαϊκών Δικαστηρίων. Δεν θα μπορούσαν να δικάζουν, προς το παρόν, υποθέσεις κληρονομικές, κυριότητας [σσ: δηλαδή ιδιοκτησίας, που ήταν το βασικό «αίτημα» των γαιοκτημόνων], διαζυγίου και ακύρωσης γάμου [σσ: που ήταν το βασικό «αίτημα» της Εκκλησίας]». (Χατζής)

Αυτή η υποχώρηση είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες: στο τέλος του πολέμου οι αγρότες διαπίστωσαν ότι οι μεγάλες θυσίες τους στην περίοδο της αντίστασης, έμειναν χωρίς υλικό αντίκρισμα στη βελτίωση της ζωής τους. Η παραμονή της γης στην κυριότητα των μεγαλοκτηματιών και των μοναστηριών (με τη «βούλα» της ΠΕΕΑ, δηλαδή του ΚΚΕ) είναι η βάση που ερμηνεύει τη διαφορετική στάση της αγροτιάς στο Δεύτερο Αντάρτικο.

2) Είναι φυσιολογικό η προσοχή, ιδίως των νέων αγωνιστών-στριών, να στρέφεται κυρίως στα «ένδοξα» γεγονότα, στις μεγάλες μάχες, στα στρατιωτικά ζητήματα κ.ο.κ. Όμως για την έκβαση των επαναστάσεων η πολιτική γραμμή έχει καθοριστική σημασία. Και ένα ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό γεγονός για την πραγματική πολιτική του ΚΚΕ είναι η συμμετοχή στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό τον Γ. Παπανδρέου, στις μέρες της «σιδερένιας πραγματικότητας της απελευθέρωσης». (Το βιβλίο του Δημ. Μαριόλη «Η αδύνατη ταξική ανακωχή», για την πολιτική του ΕΑΜ στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας και στα συνδικάτα μέχρι τα Δεκεμβριανά, από τις εκδόσεις ΚΨΜ, αποτελεί ένα αναντικατάστατο διάβασμα).

Η ντόπια κυρίαρχη τάξη και οι Εγγλέζοι όχι απλώς δέχτηκαν, αλλά τράβηξαν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ μέσα στην κυβέρνηση Παπανδρέου, που ως αποστολή είχε την «εθνική ανασυγκρότηση». Το ΕΑΜ ανέλαβε τα υπουργεία Οικονομικών (Σβώλος), Γεωργίας (Ζέβγος), Εργασίας (Πορφυρογένης), Δημοσίων Έργων (Ασκούτσης) και τη θέση του υφυπουργού Οικονομικών (Αγγελόπουλος), ενώ νωρίτερα του είχε ανατεθεί ο έλεγχος της διοίκησης της ΓΣΕΕ. Ουσιαστικά «ελέγχει» το σύνολο των οικονομικών και παραγωγικών υπουργείων και τα συνδικάτα.

Τι έκαναν οι Εαμικοί υπουργοί μέσα σε αυτή την κυβέρνηση «ανασυγκρότησης»; Με τη σημερινή πολιτική γλώσσα, η απάντηση είναι μονολεκτική. Μνημόνιο: Μειώσεις μισθών (Μπαρτζώτας: «Τραγική ειρωνία! Οι εργάτες σήμερα πληρώνονται λιγότερο απ’ ό,τι επί Γερμανών»!), απολύσεις «πλεοναζόντων» δημοσίων υπαλλήλων, κίνητρα στους βιομήχανους για να βάλουν, τάχα, «μπροστά την παραγωγή», απίστευτη ρεμούλα με τους πόρους της διεθνούς βοήθειας. Το χειρότερο όμως ήταν ότι οι Εαμικοί υπουργοί ανέχτηκαν τη νομισματική μεταρρύθμιση του Ζολώτα, μέσω της οποίας εξαερώθηκαν οι λαϊκές αποταμιεύσεις, αλλά και τα προπολεμικά χρέη των καπιταλιστών. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αυτή η πολιτική εξαπέλυσε έναν απίστευτο υπερπληθωρισμό, «με αποτέλεσμα να εξανεμίζονται οι μισθοί και να απλώνεται επικίνδυνα το φάσμα της πείνας πάνω από τις μεγάλες πόλεις» (Μαριόλης).

Η ντόπια κυρίαρχη τάξη και οι πολύπειροι Εγγλέζοι, πριν φτάσουν στη στρατιωτική λύση, φρόντιζαν να εκθέσουν το ΚΚΕ μέσα στο σκληρό πυρήνα της κοινωνικής επιρροής του, μέσα στην εργατική τάξη και τους φτωχούς των πόλεων:

«Οι πιο σημαντικές και μαζικές αντιδράσεις στην οικονομική πολιτική των Εαμικών υπουργών προήλθαν από την εργατική και λαϊκή βάση του ΕΑΜ… Οι κοινωνικές συμμαχίες της κατοχικής περιόδου κλονίζονται, τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα ταλαντεύονται, αναζητώντας πολιτικές λύσεις και στηρίζοντας την πολιτική επιλογή της εθνικής ενότητας, ενώ η εργατική τάξη… βλέπει τις πολιτικές και κοινωνικές προσδοκίες της να διαψεύδονται…» (Μαριόλης).

Το ΚΚΕ σήμερα υποδεικνύει ότι σε αυτή την απαράδεκτη πολιτική επιλογή, το τότε ΚΚΕ δεν ήταν μόνο. Παρά τη διάλυση της Κομιντέρν, το «διεθνές κέντρο» της Μόσχας είχε τη δυνατότητα να στρέψει πολλά Κομουνιστικά Κόμματα προς τη συμμετοχή στις αστικές κυβερνήσεις «ανασυγκρότησης» του καπιταλισμού, με κορυφαία παραδείγματα το Γαλλικό και το Ιταλικό ΚΚ. Η στρατηγική της «ειρηνικής συνύπαρξης» στη βάση του σεβασμού των συμφωνιών της Γιάλτας και η πολιτική του «κοινοβουλευτικού δρόμου» (τάχα) προς τον σοσιαλισμό είχαν τεθεί σε εφαρμογή πολλά-πολλά χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Όμως στην Ελλάδα το μέγεθος του κινήματος ήταν τόσο σημαντικό, που δεν άφηνε τους καπιταλιστές και τους Συμμάχους να ησυχάσουν με την προοπτική ενός κοινοβουλευτικού εκφυλισμού του. Η τελική λύση του δράματος θα δινόταν με τον στρατιωτικό-πολεμικό τρόπο.

Δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε στην ανάλυση των Συμφωνιών που σηματοδοτούν το δρόμο προς την ήττα του κινήματος της Αντίστασης (Λίβανος, Καζέρτα, Βάρκιζα). Έχουν καταγραφεί στη συνείδηση του κόσμου της Αριστεράς ως καταστροφικά λάθη. Αυτό που αξίζει να αναζητήσουμε είναι το κόκκινο νήμα που συνδέει και εξηγεί τα λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ. Κατά τη γνώμη μου, το συνθέτουν τρία βασικά στοιχεία:

α) Η εμπέδωση της ρεφορμιστικής στρατηγικής των σταδίων στην πολιτική του ΚΚΕ από το 1934 και μετά. Αυτή η στρατηγική εκφράστηκε στα 1941-1945 με την αυταπάτη ότι είναι δυνατόν να διαχωριστεί ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας από την ταξική πάλη, με την υποτίμηση του ζητήματος της εξουσίας, με τη ροπή προς τις πολιτικές εθνικής ενότητας.

β) Αυτή η μεταρρυθμιστική εθνικοενωτική στρατηγική, όμως, ξεδιπλωνόταν σε συνθήκες παγκοσμίου πολέμου, όπου η αστική τάξη της χώρας είχε επιλέξει «στρατόπεδο», αυτό των Αγγλοαμερικάνων. Το ΚΚΕ, υποχωρώντας από την εκτίμηση του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού, υποχωρώντας από τη θέση της αδιαπραγμάτευτης ανεξαρτησίας του κινήματος απέναντι και στα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, έμπαινε στην επιρροή ενός πανίσχυρου μαγνήτη που το έλκυε προς φιλοαγγλική πολιτική και στην υποτίμηση του κινδύνου της μεταπολεμικής επέμβασης του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα. Μόνο έτσι μπορούν να εξηγηθούν τα «λάθη» του Λιβάνου και της Καζέρτας, η ένταξη του ΕΛΑΣ υπό την καθοδήγηση του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, η αποδοχή και η υποδοχή του Σκόμπι, αλλά και η κατασταλτική αντιμετώπιση του Πολιτικού Γραφείου απέναντι στις προειδοποιήσεις όχι μόνο των καπεταναίων, αλλά και των στρατιωτικών στελεχών της ΚΕ που (από το 1943!) ζητούσαν να διακοπεί η σχέση με τη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή στο Βουνό.

γ) Είναι αδύνατον να γίνει κατανοητή όλη αυτή η ιστορία, αν δεν συνυπολογιστεί η κατεύθυνση που έδινε η ΕΣΣΔ.

Για δεκαετίες γινόταν προσπάθεια να συγκαλυφθεί αυτός ο παράγοντας. Το ΚΚΕ παραδέχεται σήμερα, κυρίως, τις έμμεσες συνέπειες: τη σύγχυση που προκαλούσαν στα ΚΚ οι εναλλασσόμενες θέσεις των σοβιετικών και οι αλληλοσυγκρουόμενες οδηγίες της Κομιντέρν. Όμως όποιος έχει αποκτήσει στοιχειώδη ιστορική αίσθηση για τις σχέσεις μεταξύ των ηγετικών ομάδων των ΚΚ και της Μόσχας, είναι αδύνατον να δεχθεί ότι το ΚΚΕ πήρε όλες αυτές τις κρίσιμες αποφάσεις χωρίς λεπτομερέστερες οδηγίες.

Ο Δημ. Βλαντάς, επί χρόνια στενός συνεργάτης του Ζαχαριάδη, γράφει στις αναμνήσεις του ότι η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στο Λίβανο πήρε από τη ρωσική πρεσβεία στο Κάιρο τις εξής κατευθύνσεις για τη συνέχεια: «α) Η συμφωνία του Λιβάνου ανταποκρίνεται προς τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. β) Η στάση της αντιπροσωπείας σας ήταν σωστή. γ) Πρέπει να μπείτε στην κυβέρνηση, και δ) Να φροντίσετε να γίνει γνωστή η γνώμη αυτή στα βουνά» (Δημ. Βλαντά, «Ο Ζαχαριάδης και οι συνεργάτες του», εκδόσεις Γλάρος). Πρόκειται για επιβεβαίωση της μαρτυρίας του Π. Ρούσου, μέλους του ΠΓ και της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ στο Λίβανο, στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Τετραετία».

Ο Θ. Χατζής περιγράφει αναλυτικά την κρίσιμη συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΕ, που συγκλήθηκε τον Αύγουστο του ’44 για να εκτιμήσει τη συμφωνία του Λιβάνου, με την αίσθηση ότι αυτή αποτελούσε σημείο ιστορικής καμπής (ο Βλαντάς συνοψίζει το κλίμα μεταξύ των μελών της ΚΕ ως εξής: «Καταγγελία της συμφωνίας του Λιβάνου. Ανάκληση της αντιπροσωπείας μας. Μόλις αυτή γυρίσει στην Ελεύθερη Ελλάδα, να παραπεμφθεί σε ανταρτοδικείο»). Ο Χατζής σημειώνει ότι η συνεδρίαση αυτή διακόπηκε από την άφιξη της Σοβιετικής Αποστολής (υπό το συνταγματάρχη Ποπόφ), που ζήτησε συνάντηση με το ΠΓ του ΚΚΕ. Η τελική απόφαση ήταν όχι μόνο να εγκριθεί η συμφωνία του Λιβάνου, αλλά και να βάλει το ΕΑΜ υπουργούς στην «εξόριστη» κυβέρνηση στο Κάιρο.

Κατά τη γνώμη μου, είναι βέβαια η παρέμβαση των σοβιετικών υπέρ της πολιτικής που τελικά ακολούθησε το ΚΚΕ. Και η παρέμβαση αυτή είχε ως μοναδικό κριτήριο τα διπλωματικά συμφέροντα της ΕΣΣΔ, που ήδη βρισκόταν σε διαπραγμάτευση με τους αγγλοαμερικάνους για τις ζώνες επιρροής στον μεταπολεμικό κόσμο. Με την άκομψη γλώσσα του Βλαντά: «Ο Στάλιν μας έριξε στο αγγλικό σακί, κατά τα πειρατικά παζάρια του με τον Τσόρτσιλ στην Τεχεράνη το 1943».9

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, εκδηλώθηκε η διαφωνία του Άρη. Στην ιστορική επιστολή του «προς τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ» (24/3/45), ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ εμφανίζεται ενήμερος για το ζήτημα αυτό, όπως και για τη σημασία του: «Μπορεί όπως μου παράγγειλε ρητά ο σ. Γιάννης [σσ: Ιωαννίδης] δια του Ζήση [σσ: Ζωγράφος] να υπάρχει “σαφής παραίνεση” των Ρώσων συντρόφων προς το ΚΚΕ για το κλείσιμο της συμφωνίας της Βάρκιζας. Όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα… Η διάσκεψη και η συμφωνία της Γιάλτας δεν πρέπει να έχετε καμιά αυταπάτη πως είναι δυνατό να επιδράσει σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να στρέψει το τιμόνι της χώρας που αφήσατε να κρατούν γερά στα χέρια τους οι Άγγλοι… Η Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε να επέμβει “ενεργότερα”… αν εμείς –εσείς δηλαδή– ήσασταν ικανοί να δημιουργήσετε στην Ελλάδα διαφορετική κατάσταση, ανάλογη περίπου με της Γιουγκοσλαβίας και ίσως και καλύτερη, με μια ορθή και συνεπή πολιτική και όχι γεμάτη “αριστερά” και δεξιά οπορτουνιστικά λάθη στα βασικότερα προβλήματα της χώρας…». Αν διαβαστεί, πέρα από τις συμβατικότητες της κομματικής γλώσσας της εποχής, η επιστολή αυτή προτείνει στην ΚΕ του ΚΚΕ: α) Να αδιαφορήσει για τις «σαφείς παραινέσεις» των Ρώσων για υποταγή στο καθεστώς που δρομολογούσε η Βάρκιζα, και β) Να αδιαφορήσει για τα όρια της Γιάλτας, επιχειρώντας να τα σπάσει «με μια κατάσταση ανάλογη με της Γιουγκοσλαβίας και ίσως καλύτερη».

Ανάλογη θέση υποστήριξε, αργότερα, ο Ερνέστ Μαντέλ: «Νομίζω ότι οι επαναστάτες έπρεπε να προσπαθήσουν να κάνουν σε όλες τις κατεχόμενες χώρες ό,τι έκαναν οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές στη Γιουγκοσλαβία –ασφαλώς με καλύτερες μεθόδους και καλύτερα αποτελέσματα, που να οδηγούν σε εργατική δημοκρατία και εργατική εξουσία, που θα ασκείται απευθείας από εργατικά συμβούλια και όχι από ένα γραφειοκρατικοποιημένο εργατικό κόμμα και μια προνομιούχο γραφειοκρατία…». (Ερνέστ Μαντέλ, «Οι Τροτσκιστές και η Αντίσταση στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», παρατίθεται από την ιστοσελίδα E La Liberta).

Αυτή η επιλογή, της ρήξης με τις οδηγίες που έρχονταν από το «διεθνές κέντρο», οδηγίες που ενίσχυαν την αδιέξοδη μεταρρυθμιστική γραμμή της δεκαετίας του ’30, έχοντας πλέον ως αποφασιστικό κριτήριο τη μοιρασιά του μεταπολεμικού κόσμου, δεν έγινε ποτέ από την ηγεσία του ΚΚΕ. Και ένα τεράστιο κίνημα πήρε το δρόμο προς μια απρόσμενη βαριά ήττα.

Οι τροτσκιστικές οργανώσεις και το κίνημα της Αντίστασης

Η σκληρή δεκαετία του ’30 ήταν πολύ περισσότερο σκληρή για τους τροτσκιστές.

Είχαν να αντιμετωπίσουν τη «διπλή καταστολή». Από τη μια, τα χτυπήματα του ταξικού εχθρού, γιατί, παρά το απίστευτο κύμα συκοφάντησής τους, παρέμειναν αφοσιωμένοι αγωνιστές-στριες του εργατικού κινήματος και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Από την άλλη, τα δολοφονικά χτυπήματα του σταλινικού μηχανισμού που τους καταδίωξε συστηματικά, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του ίδιου του Τρότσκι, στο Μεξικό, το 1940.

Όμως το πολιτικό πρόβλημα ήταν ακόμα σκληρότερο. Οι ήττες του διεθνούς κινήματος (στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία κ.ο.κ.) έμοιαζαν να «επιβεβαιώνουν» τις λαμπρές κριτικές του Τρότσκι. Οι λιγότερο έμπειροι οπαδοί του αισθάνονταν ότι έρχεται η ώρα της αντεπίθεσης. Ο ίδιος ο Τρότσκι προειδοποιούσε ενάντια σε αυτές τις ψευδαισθήσεις: «Για τις μάζες, δεν υπάρχει χειρότερο δηλητήριο από τις ήττες…». Προσπάθησε να προετοιμάσει τις μικρές οργανώσεις που αναφέρονταν στις απόψεις του για μια παρατεταμένη πορεία «ενάντια στο ρεύμα». Είχε δίκιο.

Όμως η παρατεταμένη πορεία «ενάντια στο ρεύμα», ακόμα κι όταν είναι επιβεβλημένη, έχει τον κίνδυνο για σοβαρές παρενέργειες. Οι απομονωμένες ομάδες αναπτύσσουν νοοτροπία «αίρεσης», δογματισμό και αυτάρκεια, που συνήθως εκδηλώνονται με την υπερ-αριστερή, σεχταριστική απόκλιση.

Πριν το ξέσπασμα του Πολέμου, το τροτσκιστικό ρεύμα διατρεχόταν από δυο «μεγάλες συζητήσεις»:

α) Σχετικά με το χαρακτήρα του καθεστώτος στην ΕΣΣΔ. Η άποψη του Τρότσκι (που επιμένει στη θέση του «γραφειοκρατικά εκφυλισμένου εργατικού κράτους» και κατά συνέπεια στην υπεράσπιση της ΕΣΣΔ στο ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικής επίθεσης εναντίον της) παρέμενε κυρίαρχη, αν και εντάθηκαν οι αμφισβητήσεις από τη σκοπιά της ανάλυσης του «κρατικού καπιταλισμού» (Σάχτμαν, Ντουναϊέφσκαγια, Σ.Λ.Ρ. Τζέιμς κ.ά.). β) Σχετικά με τη δυνατότητα «ίδρυσης» μιας νέας Διεθνούς, της 4ης Διεθνούς, από το αδύναμο και απομονωμένο δίκτυο των τροτσκιστικών οργανώσεων.

Η δολοφονία του Τρότσκι αφαίρεσε από αυτό το ήδη ασθενικό δίκτυο το μοναδικό «κέντρο» που είχε την πείρα και το κύρος για να τους προσανατολίζει. Και αυτό συμβαίνει την ώρα που ερχόταν η μεγάλη δοκιμασία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η νεοϊδρυμένη «4η Διεθνής» δεν μπόρεσε να καθοδηγήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου τις ασθενικές οργανώσεις που εμφανίζονταν ως τμήματά της.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σύμφωνα με τις αναλύσεις του Τρότσκι ήταν μια «συνέχεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου». Όπως, όμως, τονίζει ο ίδιος ο Τρότσκι: «…συνέχεια δεν σημαίνει επανάληψη. Συνέχεια σημαίνει ανάπτυξη, βάθεμα, όξυνση. Η πολιτική μας… απέναντι στο δεύτερο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι συνέχεια της πολιτικής που διαμορφώθηκε κατά τον τελευταίο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, πρωταρχικά υπό την ηγεσία του Λένιν. Αλλά συνέχεια δεν σημαίνει επανάληψη. Και σε αυτήν την περίπτωση επίσης σημαίνει ανάπτυξη, βάθεμα, όξυνση…». (Τρότσκι, «Βοναπαρτισμός, Φασισμός και Πόλεμος», κείμενα 1939-1940).

Ποια ήταν τα βασικά διαφορετικά χαρακτηριστικά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μέσα στη συνέχειά του με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Το πρώτο ήταν το ζήτημα της κατοχής, το γεγονός ότι πολλές χώρες στην Ευρώπη βρέθηκαν κάτω από τη στρατιωτική κατοχή των δυνάμεων του Άξονα. Έθετε αυτό το ζήτημα ειδικά καθήκοντα; Ο πιο «αρμόδιος» για την απάντηση είναι ο ίδιος ο Τρότσκι:

«Στις ηττημένες χώρες, η θέση των μαζών θα επιδεινωθεί αμέσως στο έπακρο. Στην κοινωνική καταπίεση προστίθεται η εθνική καταπίεση, που το κύριο βάρος της θα κληθούν να σηκώσουν οι εργάτες. Από όλες τις μορφές δικτατορίας, η ολοκληρωτική δικτατορία ενός ξένου κατακτητή είναι η πιο ανυπόφορη.

Ταυτόχρονα, στο βαθμό που οι Ναζί θα προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τους φυσικούς πόρους και το βιομηχανικό δυναμικό των ηττημένων εθνών, οι ίδιοι οι Ναζί θα εξαρτώνται αναπόφευκτα από τους ντόπιους εργάτες. Μετά τη στρατιωτική νίκη αρχίζουν πάντα οι οικονομικές δυσκολίες. Είναι αδύνατο να βάλουν έναν φαντάρο πλάι σε κάθε Πολωνό, Νορβηγό, Δανό, Ολλανδό, Βέλγο και Γάλλο εργάτη και αγρότη. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν έχει καμιά δυνατότητα για να μετατρέψει τους ηττημένους λαούς από εχθρούς σε φίλους… Μπορεί να περιμένει κανείς με βεβαιότητα τη γοργή μετατροπή όλων των κατακτημένων χωρών σε πυριτιδαποθήκες…» (Τρότσκι, «Δεν θα αλλάξουμε πορεία», κείμενα 1939-40).

Η ανάλυση του Τρότσκι δείχνει ως αυτονόητη την πάλη ενάντια στην κατοχική καταπίεση («την πιο ανυπόφορη από όλες τις μορφές δικτατορίας»), αλλά ταυτόχρονα τη δείχνει και ως «ευκαιρία», ως δυνατότητα νίκης απέναντι σε έναν πανίσχυρο αντίπαλο, που στο μεταξύ είχε επιβληθεί στρατιωτικά πάνω στις δυνάμεις της «ιμπεριαλιστικής δημοκρατίας» στην Ευρώπη.

Το δεύτερο ζήτημα ήταν το ζήτημα του Ναζισμού, το γεγονός ότι οι στρατιές της Βέρμαχτ δεν επέβαλαν μόνο μια «ξενική κατοχή», αλλά και ένα πολιτικό πρόγραμμα, αυτό του Εθνικοσοσιαλισμού. Ο Γιώργος Βιτσώρης10 γράφει σχετικά με αυτό:

«Ο Εθνικοσοσιαλισμός που βρέθηκε επικεφαλής των δυνάμεων του Άξονα, καθόρισε σαν στόχο του όχι μόνο να συντρίψει τους αντίπαλους ιμπεριαλισμούς, αλλά επίσης να αναδιοργανώσει την Ευρώπη σύμφωνα με τις φιλοσοφικές και πολιτικές του αντιλήψεις. Δεν περιορίστηκε μόνο σε στρατιωτική κατοχή. Χρησιμοποιώντας τα ντόπια αντιδραστικά στοιχεία, ανέλαβε την εγκατάσταση φασιστικού καθεστώτος. Επέβαλε το κορπορατιστικό σύστημα. Οι εργατικές οργανώσεις απαγορεύτηκαν τελείως. Οι ρατσιστικοί διωγμοί πήραν ανήκουστες διαστάσεις: οι Εβραίοι εξολοθρεύτηκαν… και αυτά δεν είχαν έναν προσωρινό χαρακτήρα: ήταν η εθνικοσοσιαλιστική “νέα Ευρώπη” που θα έπρεπε να συνεχίσει να υπάρχει μετά τον πόλεμο, αν αυτός ο πόλεμος κερδιζόταν από τον φασισμό…» (Παρατίθεται από τον Θ. Κουτσουμπό, στο «Πόλεμος των Χωρικών»)

Οι τροτσκιστές στην Ελλάδα, στην πλειοψηφία τους, δεν έβγαλαν τα ανάλογα συμπεράσματα. Έμειναν σταθεροί στην άποψη ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός και κατά συνέπεια το βασικό καθήκον ήταν η μετατροπή του πολέμου σε κοινωνική επανάσταση. Σ’ αυτό είχαν απολύτως δίκιο. Όμως η θέση αυτή είναι μια «ιδεολογική αρχή» που έπρεπε να καθοδηγεί τους επαναστάτες μαρξιστές στην προσπάθεια να επεξεργαστούν τη συγκεκριμένη πολιτική γραμμή, μέσω της οποίας θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μετατροπή του πολέμου σε κοινωνική επανάσταση. Η υποκατάσταση της συγκεκριμένης πολιτικής γραμμής από την ιδεολογική κατεύθυνση είναι ένα μεγάλο λάθος με, συνήθως, βαριές συνέπειες.

Οι τροτσκιστές στην Ελλάδα δεν κράτησαν όλοι ακριβώς την ίδια στάση. Οι οπαδοί του Άγι Στίνα (ΚΔΕΕ/ΚΔΚΕ) προσανατολίστηκαν σε ένα σκληρό «ντεφετισμό»11 που έβλεπε το ΕΑΜ με απόλυτα απορριπτικό τρόπο. Η θέση αυτή επηρρεαζόταν από τον γενικότερο προσανατολισμό του Στίνα, που απομακρυνόταν από τον τροτσκισμό προς την κατεύθυνση, αρχικά, ενός ομιχλώδους «λουξεμπουργκισμού» και στη συνέχεια προς απόψεις ανάλογες με αυτές που διαμόρφωσε ο Κ. Καστοριάδης. Οι οπαδοί του Πουλιόπουλου (ΕΟΚΔΕ, ΚΚΔΕ) κράτησαν σταθερά τη θέση ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός, επέμειναν στην άποψη ότι η ΕΣΣΔ εξακολουθεί να είναι ένα εργατικό κράτος και κατά συνέπεια υπήρχε το καθήκον υπεράσπισής της απέναντι στη ναζιστική επίθεση, αλλά απέτυχαν να αναγνωρίσουν το επαναστατικό δυναμικό του κινήματος Αντίστασης και να επεξεργαστούν μια τακτική σύνδεσής τους με αυτό. Απέτυχαν να δουν ότι το κεντρικό καθήκον στο οποίο αφιέρωναν τη ζωή τους, η μετατροπή του πολέμου σε κοινωνική επανάσταση, ήταν ακριβώς αυτό που εξελισσόταν γύρω τους με την εκπληκτικών διαστάσεων ενεργοποίηση των εργατικών και λαϊκών μαζών. Αντίθετα, τάσεις που προέρχονταν από τον Αρχειομαρξισμό, αλλά και μικρότερες ομάδες που δρούσαν μέσα στο ΕΣΚΕ (Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, του Θ. Αποστολίδη) και αργότερα στην ΕΛΔ-ΣΚΕ (Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας – Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας) θα ενταχθούν στο κίνημα αντίστασης και κυρίως στον ΕΛΑΣ. (Για περισσότερα βλέπε στο αναλυτικό βιβλίο του Μ. Εμμανουηλίδη, «Αιρετικές Διαδρομές, ο ελληνικός τροτσκισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις Φιλίστωρ).

Στα 1946 η Ευρωπαϊκή Γραμματεία της 4ης Διεθνούς, σε απόφασή της για την κριτική της πολιτικής των Ελλήνων τροτσκιστών, υπογραμμίζει ότι η στάση τους ήταν «υπεραριστερίστικη και σεχταριστική», που «δεν κατόρθωσε να διακρίνει και να αναγνωρίσει τον αντιιμπεριαλιστικό και αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα που περιείχε, σε τελευταία ανάλυση, αυτό το κίνημα, καθώς και το επαναστατικό δυναμικό του», για να καταλήξει στην προειδοποίηση ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί το ελληνικό μας τμήμα, είναι αυτός του σεχταρισμού». Αυτή η σωστή κριτική και αυτή η σωστή θέση ήρθαν, όμως, αργά. (Παρατίθεται από τον Θ. Κουτσουμπό, στο παράρτημά του «Ο Πόλεμος των Χωρικών»).

Ο Πιερ Μπρουέ, ο παθιασμένος τροτσκιστής ιστορικός, γράφει στο «Πώς ο Τρότσκι και οι τροτσκιστές αντιμετώπισαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»: «Οι Έλληνες τροτσκιστές καταδίκασαν τον εαυτό τους σε θάνατο, περιοριζόμενοι στις αρνητικές προοπτικές και μη παίρνοντας μέρος στο μαζικό κίνημα».

Παρότι η οργάνωσή μας δεν προέρχεται από τον χώρο της τροτσκιστικής «ορθοδοξίας» –των διακλαδώσεων της 4ης Διεθνούς– αλλά περισσότερο από τις διαδικασίες διαμόρφωσης της μετά το 1968 «Νέας Αριστεράς», η αναφορά μας στον Τρότσκι, η αναγνώριση της κορυφαίας συμβολής του στη διαμόρφωση και στην υπεράσπιση του επαναστατικού μαρξισμού, υποχρεώνει να θέσουμε στον εαυτό μας με ευθύτητα το ερώτημα: Τι θα έπρεπε να κάνουν;

Η γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε να αναγνωρίσουν τον αντικατοχικό-αντιφασιστικό αγώνα των μαζών στην Αντίσταση και να αναλάβουν το μερίδιο του βάρους που τους αντιστοιχούσε. Θα έπρεπε να εκτιμήσουν ότι ο αγώνας αυτός και οι οργανώσεις του –το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ– ήταν το πραγματικό (όχι το φαντασιακό και θεωρητικά «καθαρό») «μονοπάτι» που μετέτρεπε τη φοβερή κρίση, στην οποία είχε οδηγήσει ο πόλεμος, σε ευκαιρία κοινωνικής επανάστασης. Θα έπρεπε να προσπαθήσουν –μέσα σε πρωτοφανείς δυσκολίες– να μείνουν μέσα σε αυτό το κίνημα με το πρόγραμμά τους, με τις προβλέψεις τους, με τις προτάσεις τους. Και στην κρίσιμη ώρα των καθοριστικών αποφάσεων, στα 1944-1945, να είναι εκεί, μαζί με τα στελέχη και τον απλό κόσμο που αντέδρασε στο Λίβανο και στη Βάρκιζα, που μπήκε σε κίνηση ενάντια στην κυβέρνηση Εθνικής Ανασυγκρότησης του Παπανδρέου, παρά τη συμμετοχή των Εαμικών υπουργών. Είναι εξαιρετικά απίθανο ότι θα κατόρθωναν να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων, όμως θα είχαν θέσει τον εαυτό τους και τις οργανώσεις τους στο ίδιο «κάδρο» που οι μανάδες και οι πατεράδες μας έθεσαν τον Άρη. Και θα είχαν χτίσει τα θεμέλια για μια διαφορετική προοπτική του τροτσκισμού στις επόμενες δεκαετίες.

Γιατί, όπως υπογραμμίζει ο Μαντέλ, όταν καταδικάζεσαι «να σηκώνεις το ηθικό βάρος της παθητικότητας και της αποχής από ένα μεγάλο εμφύλιο πόλεμο… (τότε) οδηγείσαι σήμερα σε μια, τουλάχιστον, πολύ δύσκολη θέση» («Οι Τροτσκιστές και η Αντίσταση στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», E La Liberta, ό.π.).

Έχοντας πει αυτά, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν αποτελούν κανενός είδους δικαιολογία για το όργιο δολοφονικής βίας που εξαπόλυσε εναντίον τους το ΚΚΕ στις μέρες λίγο πριν και λίγο μετά τα Δεκεμβριανά.

Ο Μ. Εμμανουηλίδης έχει συγκεντρώσει τον κατάλογο των 84 βεβαιωμένων δολοφονιών τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών. Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι αυτός ο αριθμός είναι μικρός: δεν περιλαμβάνει τα θύματα που η δολοφονία τους δεν καταγγέλθηκε (καθώς οι τροτσκιστικές οργανώσεις επέλεγαν να μην προκαλέσουν την επέμβαση του αστικού κράτους στο «εσωτερικό» του εργατικού κινήματος), αλλά και τους τροτσκιστές που πέθαναν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες ως αντάρτες του ΕΛΑΣ.

Ο Στίνας μιλά για «εκατοντάδες δολοφονίες». Ο Πιέρ Μπρουέ έχει «ξεθάψει» μια αναφορά του Μπαρτζώτα, όπου ο υπεύθυνος της ΟΠΛΑ κοκορεύεται για περισσότερες από «800 εκτελέσεις τροτσκιστών». Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μεγάλος. Προφανώς ο Μπαρτζώτας, κατά τις συνήθειες της εποχής, περιλαμβάνει στην κατηγορία «τροτσκιστής» κάθε αγωνιστή –μέλος ή όχι του ΚΚΕ– που διαφώνησε με τις επιλογές της ηγεσίας.

Η ένταση αυτής της «εσωτερικής βίας» που, αν και δεν είχε φτάσει ποτέ στην κορύφωση ενός οργανωμένου κύματος δολοφονιών όπως στα 1944-45-46, όμως προϋπήρχε από τις αρχές της δεκαετίας του ’30, εξηγεί, σε έναν βαθμό, τα «λάθη» των ηγεσιών των τροτσκιστικών οργανώσεων το ’40.

Και θα πρέπει να προσθέσουμε κάτι ακόμα. Παρά το λάθος τους σχετικά με το ΕΑΜ, δεν πέρασαν «απέναντι», όπως με χυδαίο τρόπο συχνά κατηγορήθηκαν. Μέσα σε πρωτοφανείς δυσκολίες, που κανένας από εμάς δεν έχει αντιμετωπίσει, προσπάθησαν να συνεχίσουν να δρουν, πληρώνοντας το αντίτιμο. Στον τοίχο των εκτελέσεων, στην Καισαριανή ή στο Κούρνοβο, η «συμμετοχή» των τροτσκιστών που έπεσαν φωνάζοντας «Ζήτω η παγκόσμια επανάσταση!» είναι μια από τις αποδείξεις.

Όμως, όπως γράφει ο Βιτσιώρης, συνοψίζοντας την κριτική του στους Έλληνες συντρόφους του: «Το καθήκον μας ήταν όχι να γυρίσουμε την πλάτη στις μάζες και να μείνουμε “πάνω από το ρεύμα”, αλλά να μπούμε μέσα στον αγώνα με το πρόγραμμα και τα συνθήματά μας… “Ενάντια στο ρεύμα” δεν σημαίνει “πάνω από το ρεύμα”…».

Σημειώσεις

1. Γράφει το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ: «Τα στελέχη του ΚΚΕ που πήραν την πρωτοβουλία να συγκροτήσουν την Παλιά ΚΕ, έπραξαν σωστά και υπεύθυνα… Στην πορεία της διαπάλης εκείνης της περιόδου, η Παλιά ΚΕ ήταν το μοναδικό εμπόδιο στη δράση της Προσωρινής Διοίκησης» («Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο», σελ. 113). Αυτή η θέση, κατά τη γνώμη μου, αφήνει έκθετους τους Ν. Ζαχαριάδη και Γ. Ιωαννίδη ως προς την αντιμετώπιση της «διείσδυσης» του Μανιαδάκη στις γραμμές του ΚΚΕ (ενώ ρίχνει κι ένα πρόσθετο φως στις δραματικές συνθήκες της μετέπειτα εκτέλεσης του Ν. Πλουμπίδη υπό την κατηγορία σε βάρος του για χαφιέδικο ρόλο).

2. Ο Βλαντάς στις αναμνήσεις του αναφέρει ότι η Κομιντέρν είχε στείλει μήνυμα στο ΚΚΕ, μετά την υπογραφή του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, να υποβαθμίσει την πάλη ενάντια στην κυβέρνηση Μεταξά. Το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ δημοσιεύει πλέον τη γραπτή οδηγία της Κομιντέρν τον Ιούλη του ’39 (πριν την έναρξη του ιταλοελληνικού πολέμου!) που περιλαμβάνει τη φράση: «…δεν υπάρχει λόγος να επιδιώκεται πρώτα απ’ όλα την ανατροπή της».

3. Έχει σημασία το γεγονός ότι το ΚΚΕ σήμερα θέτει το ερώτημα αν «ο Ν. Ζαχαριάδης γνώριζε, και σε ποιο βαθμό, τις αλλεπάλληλες, εξελισσόμενες κι αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις-οδηγίες της ΚΔ». Το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ υιοθετεί το συμπέρασμα ότι «κατά βάση ο Ζαχαριάδης γενικά ήταν ενημερωμένος… είχε υπόψη του τη γενική κατεύθυνση της Κομ. Διεθνούς πριν το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ και τη θέση της μετά από αυτό..». Αυτό, κατά τη γνώμη μου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ανεξήγητη κατά τα άλλα «φιλικότητα» του Γράμματος προς το καθεστώς Μεταξά εδράζεται στην εκτίμηση ότι η ιδεολογική συγγένεια του Μεταξά με τους Ναζί θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εξελιχθεί σε μια ρήξη με το στρατόπεδο των Αγγλογάλλων, ρήξη που, πριν τη γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ, «ταιριάζει» στις επιθυμίες της ρωσικής διπλωματίας στα Βαλκάνια.

4. Ο Α. Τσίπας κατέρρευσε κι αντικαταστάθηκε από τον Γ. Σιάντο, όταν, κατά τον Θ. Χατζή, σε ένα από τα πολλά μεθύσια του έστειλε τον ταβερνιάρη να ζητήσει να πληρωθεί για το λογαριασμό, στο σπίτι όπου συνεδρίαζαν τα υπόλοιπα μέλη του ΠΓ, σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας.

5. Ο Αντρέας Τζήμας, σε μια μετέπειτα αναφορά του σχετικά με τα γεγονότα της Δράμας, αφού περιγράφει την «αριστερίστικη» πολιτική της ηγεσίας των εξεγερμένων (με αιτήματα για λύσεις «σοβιετικού τύπου»), σημειώνει ότι τα γεγονότα αυτά έχτισαν στην περιοχή μια πολιτική παράδοση, που τα καθοδηγητικά στελέχη του ΚΚΕ έβρισκαν μπροστά τους για πολλά χρόνια μετά. Αυτή είναι, πιστεύω, η ιστορική βάση για την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι δυνάμεις του αντάρτικου στον Έβρο σε όλη τη μεγάλη δεκαετία.

6. Ο Χατζής αναφέρει: τους «κλαρίτες» στη Ρούμελη, τους «Λαϊκούς Εκδικητές» στην Ανατολική Μακεδονία, τις «Ένοπλες Ομάδες για την Ελευθερία» στο Κιλκίς και στη Νιγρίτα, τις «Ομάδες Αυτοάμυνας» στη Δυτική Μακεδονία, τους «Ελεύθερους Σκοπευτές» στον Όλυμπο, τις «Ομάδες Αιφνιδιασμού» στη Θεσσαλία, τους «Ελευθερωτές» στην Ήπειρο, τους «Αυτοαμυνίτες» στην Πελοπόννησο, τη «Νέα Φιλική Εταιρία» στην Καλαμάτα, το «Μέτωπο Ελεύθερης Ελλάδας» στην Κρήτη κ.ο.κ. Στη Νιγρίτα και στο Κιλκίς εμφανίστηκαν επίσης  οι πιο συνδεδεμένες με το ΚΚΕ ανταρτοομάδες «Οδυσσέας Ανδρούτσος» και «Αθανάσιος Διάκος».

7. Το φαινόμενο της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών είχε μεγαλύτερη έκταση απ’ ό,τι αφέθηκε να «επιβιώσει» στην ιστορική ανάμνηση, ενώ απασχόλησε έντονα το ΚΚΕ. Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε ότι αυτή την τάση την υποστήριξε το Άρης και γενικότερα οι Καπεταναίοι: η πρώτη ένοπλη «ενέργεια» του Βελουχιώτη είναι η επίθεση στο κτήμα του τσιφλικά Μαραθιά και η εκτέλεσή του για παραδειγματισμό των ομοίων του. Η πράξη αυτή προκάλεσε σκάνδαλο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των αστικών κομμάτων για τη συγκρότηση του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου και η ηγεσία του ΚΚΕ δεν την αποδέχθηκε (Χατζής). Η «αμαρτία» αυτή δεν ήταν η μοναδική του Βελουχιώτη. Τα λεγόμενα «παραστρατήματα» του αντάρτικου στη Ρούμελη κάνουν το ΠΓ του ΚΚΕ, το 1942, να στείλει τον Βαγγέλη Παπαδάκη στο βουνό, με εντολή να παραλάβει αυτός την ηγεσία των ενόπλων και να διατάξει τον Άρη να επιστρέψει στην Αθήνα για «να αναλάβει άλλα καθήκοντα». Βλέποντας τις πραγματικότητες στο βουνό, ο Παπαδάκης παραβίασε την απόφαση, δεν έδωσε στον Άρη την εντολή της επιστροφής στην Αθήνα και αντίθετα «μετατράπηκε», ο ίδιος, στον Καπετάν Λευτεριά.

8. Ως εξαίρεση εδώ, εμφανίζεται η συμμετοχή ενός αριθμού αξιωματικών –με εμβληματική τη μορφή του Σαράφη– από κάποια στιγμή και μετά στον ένοπλο αγώνα. Δεν αντικατοπτρίζει μια «εθνικοαπελευθερωτική» μειοψηφία του αστικού δυναμικού. Είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης βαθιάς κρίσης στο στρατό, μέσα από τη σύγκρουση βενιζελικών-μοναρχικών. Στη δεκαετία του ’30 αποστρατεύτηκαν εκατοντάδες βενιζελικοί αξιωματικοί, που οδηγήθηκαν στην ανεργία και την περιθωριοποίηση, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να ριζοσπαστικοποιηθούν ιδιαίτερα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι πολλοί από αυτούς κράτησαν στις μετέπειτα αντιπαραθέσεις μια γραμμή στα «αριστερά» του ΠΓ, κυρίως στα στρατιωτικά ζητήματα.

9. Ο Βλαντάς αναφέρεται σε μια ακόμα «επαφή» με την ηγεσία του ΚΚΣΕ, που αφορά τη γραμμή για το δεύτερο Αντάρτικο: «Στα μέσα του Μάρτη του ’46, ο Ν. Ζαχαριάδης έκανε ένα ταξίδι αστραπή στη Μόσχα. Συνάντησε τον Στάλιν και του έκθεσε όλη την προπαρασκευή για μια αστραπιαία πολιτικοστρατιωτική εξέγερση. Ο Στάλιν απόρριψε κατηγορηματικά την πρότασή του. Όμως επειδή ένας μίζερος ένοπλος αγώνας στην Ελλάδα θα βοηθούσε τη ρωσική ηγεσία να δημιουργήσει την εντύπωση κινδύνου ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, που θα της έδινε τη δυνατότητα της συντριβής των αντιρωσικών δυνάμεων στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, και κυρίως στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία, χάραξε στον Ζαχαριάδη μια στρατηγική μίζερου και σποραδικού ανταρτοπολέμου… Από τα χωριά προς τις πόλεις βαθμιαία, με σκοπό αναζήτηση πολιτικής λύσης. Ο πολύπειρος Στάλιν ήξερε ότι με τέτοια στρατηγική ήταν σίγουρη η ήττα μας… Μας έπαιξε σαν πιόνι στη διεθνή σκακιέρα». Κατά τη γνώμη μου, ο Βλαντάς δεν είναι αξιόπιστος, ιδίως ως προς τα πολιτικά συμπεράσματά του: όσο αδίστακτος και βίαιος υπήρξε ως δεξί χέρι του Ν. Ζαχαριάδη, τόσο χοντροκομμένος και αφοριστικός παρουσιάζεται, όταν βρέθηκε «εκτός». Παρ’ όλα αυτά κάποιες από τις αναφορές του σε γεγονότα έχουν επιβεβαιωθεί και από άλλες πηγές. Η συγκεκριμένη αναφορά σχετικά με τη «γραμμή» για το δεύτερο Αντάρτικο «ταιριάζει» με τις εκθέσεις του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και τις μαρτυρίες άλλων στελεχών, που ήρθαν αργότερα στη δημοσιότητα.

10. Ο Γιώργος Βιτσώρης (1899-1954) ξεκίνησε ως Αρχειομαρξιστής. Στη σύγκρουση μεταξύ του Τρότσκι και του Δ. Γιωτόπουλου, ακολούθησε τη γραμμή υπέρ της ίδρυσης της 4ης Διεθνούς. Λαμπρός ηθοποιός στο επάγγελμα, μετά από παρέμβαση της Κοτοπούλη, βρέθηκε από τις φυλακές του Μεταξά, εξόριστος στο Παρίσι. Αναδείχθηκε Οργανωτικός Γραμματέας της 4ης Διεθνούς.

Στη διάρκεια του πολέμου υποστήριξε τη συμμετοχή στο κίνημα της Αντίστασης και ανέπτυξε σημαντική ένοπλη δράση ως δυναμιτιστής/σαμποτέρ. Υπήρξε ο σύνδεσμος του τροτσκιστικού POI (Διεθνιστικό Εργατικό Κόμμα) και του «Εθνικού Συμβουλίου» των αντιστασιακών οργανώσεων στη Γαλλία. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε και παρασημοφορήθηκε μεταπολεμικά.

Πέθανε από καρκίνο το 1954 και τάφηκε τιμητικά στο νεκροταφείο Περ Λεσέζ, όπου βρίσκεται το «μνήμα» των εκτελεσμένων κομμουνάρων, δίπλα στον τάφο του Λεόν Σεντόφ, του δολοφονημένου γιου του Τρότσκι.

11. Ο «επαναστατικός ντεφετισμός» (επαναστατική ηττοπάθεια) αναβαθμίστηκε στις συζητήσεις στην Ακροναυπλία, μεταξύ κυρίως των Π. Πουλιόπουλου και Α. Στίνα, σε «αρχή», σχεδόν σε ιδεολογικό θεμέλιο του επαναστατικού μαρξισμού.

Αντίθετα, ο ίδιος ο Τρότσκι είναι πολύ πιο προσεκτικός, περιγράφοντας την εμπειρία των μπολσεβίκων: «…στο ζήτημα της υπεράσπισης της καπιταλιστικής πατρίδας οι επαναστάτες, φυσιολογικά, απάντησαν αρνητικά… Αυτή η ξεκάθαρη αρνητική απάντηση λειτούργησε ως βάση για προπαγάνδα και για εκπαίδευση στελεχών. Αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει τις μάζες, που δεν ήθελαν τον ξένο κατακτητή… Οι Μπολσεβίκοι στο διάστημα των 8 μηνών [σσ: μετά την επανάσταση του Φλεβάρη του ’17] κατέκτησαν την πλατιά πλειοψηφία των εργατών. Αλλά τον αποφασιστικό ρόλο σε αυτή την κατάκτηση δεν τον έπαιξε το σύνθημα άρνησης υπεράσπισης της αστικής πατρίδας, αλλά το σύνθημα “Όλη η εξουσία στα σοβιέτ!”. Και μόνο αυτό! Η κριτική στον ιμπεριαλισμό και στο μιλιταρισμό του, η αποποίηση της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας κ.ο.κ. ποτέ δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού στο πλευρό των Μπολσεβίκων. Σε όλες τις άλλες εμπόλεμες χώρες, με εξαίρεση τη Ρωσία, η επαναστατική πτέρυγα συνέχισε μέχρι το τέλος του πολέμου να προβάλλει μόνο αρνητικά συνθήματα…» («Βοναπαρτισμός, Φασισμός και Πόλεμος, Κείμενα 1939-1940, Pathfinder 1972).

Ο Αμερικανός επαναστάτης μαρξιστής Χαλ Ντράπερ, κεντρικός θεωρητικός της αντίληψης «σοσιαλισμός από τα κάτω», ανέπτυξε την άποψη ότι ο «επαναστατικός ντεφετισμός» ως θέση αρχής, είναι μια κατασκευή του Ζινόβιεφ, μετά το 1924 («War and Revolution: Lenin and the Myth of Revolutionary Defeatism», Hal Draper, 1996).

*Αναδημοσίευση από το τεύχος Νο 12 του περιοδικού «Κόκκινο»