Να ξεκινήσουμε απ’ τα βασικά, μιας και δίπλα απ’ το Βουλεράτι-γιατί έτσι το λένε- είναι το επίσης ελληνόφωνο χωριό της μάνας μου, και βλέπω όλη μέρα τοποθετήσεις επί τοποθετήσεων από ανθρώπους που δεν ξέρουν καν που πέφτει η Κακαβιά και δεν έχουν ιδέα τι πάει να πει η ζωή στα συγκεκριμένα σύνορα.
Καταρχήν, το ότι σε ορισμένες περιοχές ζει ελληνόφωνος πληθυσμός δεν σημαίνει ότι αυτές οι περιοχές είναι ελληνικές και Έλληνας ομογενής μπορεί να είναι κάποιος με ελληνική καταγωγή που ζει στην Αλβανία αλλά και κάποιος με αλβανική καταγωγή που ζει σε ελληνική μειονοτική περιοχή της Αλβανίας. Μόνο που αυτοί που αυτοαποκαλούνται Έλληνες της Αλβανίας δεν ξέρουν ούτε και οι ίδιοι τι είναι. Με το καθεστώς του Χότζα πληθυσμοί μετακινήθηκαν, οικογένειες πήγαν από τα χωριά σε αστικά κέντρα που δεν θεωρούνταν μειονοτικές περιοχές-και το αντίθετο, δημιουργήθηκαν οικογένειες, προσμίξεις, και λίγο πολύ η μπάλα μέσα στις δεκαετίες, χάθηκε. Ούτε και σήμερα υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα για το ποιός μπορεί να θεωρείται «έλληνας» και το ποιος «αλβανός», γι’ αυτό και υπάρχει μια συνεχής διαφωνία για τον ακριβή αριθμό των «ελλήνων ομογενών». Λίγο πολύ υπόκειται στις συνειδήσεις των ανθρώπων λοιπόν, το τι θα νιώσουν, ανάλογα με την περιοχή της Αλβανίας που μεγάλωσαν.
Πάμε τώρα στο αφήγημα, ότι οι «ομογενείς στην Αλβανία κακοπερνάνε». Αφενός πουλάει πάρα πολύ και βοηθάει στο να συντηρηθεί το μίσος, και ένα-δυο περιστατικά που γίνονται μια φορά/πενταετία βοηθούν και στη διεκδίκηση εδαφών που έχουν οριοθετηθεί εδώ και δεκαετίες, αλλά και σε άλλα εσωτερικά παιχνίδια της χώρας. Έλληνες υπάρχουν και σε άλλα μέρη της Αλβανίας, πολύ πιο μακριά από τη Βόρεια Ήπειρο, σε περιοχές όπως στη Σβέρνιτσα, τα Τίρανα, το Ελμπασάν, στη Σκόνδρα και αλλού. Σε πολλές από αυτές λειτουργούν και ελληνικά σχολεία. Έχετε ακούσει ποτέ να αναφέρει κανείς αυτούς τους «ομογενείς»; Έχετε ακούσει να έχουν κανένα πρόβλημα; Όχι. Γιατί πρώτον εκεί δεν πηγαίνουν τα ελληνικής προέλευσης εθνίκια να δημιουργήσουν προβλήματα και δεύτερον γιατί οι Αλβανοί φασίστες δεν βλέπουν κανένα συμφέρον στα συγκεκριμένα εδάφη.
Για το τι πάει να πει «ομογενής από την Αλβανία» και το πώς αντιμετωπίστηκαν μετά το άνοιγμα των συνόρων από το Ελληνικό κράτος και τους Ελληνες φασίστες που σήμερα τους αποκαλούν «αδέρφια τους» ας το αφήσουμε για άλλη μέρα. Προς το παρόν κρατήστε ότι στα σύνορα οι άνθρωποι ζουν αρμονικά και ποτέ σε καμιά ελληνική εθνική επέτειο που γιορτάστηκε δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα από τους αλβανόφωνους των περιοχών. Τα εθνίκια, όπως και ο συγκεκριμένος που «πήγε να κάνει ελληνική τη Βόρεια Ήπειρο» δεν μένουν καν εκεί. Κάτι τέτοιοι τύποι που την είδαν ελληνάρες ανώτεροι πατριώτες, η Χρυσή Αυγή και κάτι Αλβανοί καραγκιόζηδες που στέκονται στο πλευρό των Ναζί, κάτι απολειφάδια της ΜΑΒΗ δημιουργούν συχνά-πυκνά προβλήματα με τις αφίξεις τους και τους θύλακες που θέλουν να δημιουργήσουν. Το ίδιο κάνουν και οι Αλβανοί φασίστες που φτάνουν από άλλα σημεία της χώρας φυσικά.
Οι παππούδες στα καφενεία των χωριών πίνουν τσίπουρα, παίζουν χαρτιά και ντόμινο χωρίς να ρωτάνε ο ένας τον άλλο αν νιώθει Έλληνας ή Αλβανός. Δεν αναφέρουν συχνά τα σύνορα, γιατί τα έχουν στο μυαλό τους σαν κάτι που μόνο προβλήματα δημιουργεί. Δεν ενδιαφέρονται ούτε για Μεγάλες Ελλάδες, ούτε για Μεγάλες Αλβανίες.

Οτάσσιος Θεοφίλου2 ώρες

«Ο Νίκος ήταν ένα πολύ καλό και εργατικό παιδί. Δούλευε εδώ τέσσερα χρόνια και χάθηκε άδικα» λέει ο Θεόδωρος Λ. ιδιοκτήτης της αποθήκης υδραυλικών όπου εργαζόταν το θύμα, και προσθέτει: «Εκείνη την ώρα εγώ δεν βρισκόμουν εδώ. Είχε έρθει ο Νίκος με τον γιο μου για να ξεφορτώσουν κάποια πράγματα από το αυτοκίνητο. Την ώρα που γινόταν η συμπλοκή ο γιος μου ευτυχώς μπήκε μέσα στην αποθήκη, αλλά ο Νίκος δυστυχώς δεν πρόλαβε. Μάλιστα είχε ήδη τελειώσει την εργασία του, απλώς πήγε με τον γιο μου στην αποθήκη για να ξεφορτώσει τα πράγματα και βρέθηκε μέσα στη μάχη».

Ήταν Τρίτη 16 Φεβρουαρίου του 2010 όταν ο 25χρονός Νικόλα Τόντι, υδραυλικός Αλβανικής καταγωγής και πατέρας ενός παιδιού 18 μηνών, δέχτηκε στο κορμί του εννιά σφαίρες από ασφαλίτες της Ελληνικής Αστυνομίας. Έτυχε να περνάει από το σημείο που γινόταν καταδίωξη δυο καταζητούμενων παρανόμων. Έτυχε επίσης οι καταδιωκόμενοι να είναι ομοεθνείς του. Έτυχε με άλλα λόγια να τον περάσουν για Αλβανό.

Στη συνέντευξη Τύπου ο διευθυντής της Ασφάλειας Αττικής ταξίαρχος Γιάννης Δικόπουλος χαρακτήρισε «επιτυχημένη» την επιχείρηση της αστυνομίας καθώς «συνελήφθησαν δύο αδίσταχτοι και επικίνδυνοι κακοποιοί». Οι δυο αστυνομικοί κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Δεν κάθισαν στην φυλακή ούτε μισό λεπτό. Κανένα υπουργείο του Αλβανικού κράτους δεν ζήτησε ποτέ εξηγήσεις.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κοντινό πλάνο
Η ΜΑΒΗ (Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου) στις 10/4/1994 είχε αναλάβει την ευθύνη της δολοφονίας δύο και του τραυματισμού τριών Αλβανών στρατιωτών στο αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων στην Ανω Επισκοπή (4 χλμ. από τα ελληνικά σύνορα). Αν και είχε στείλει αναλυτική προκήρυξη με την πλήρη περιγραφή της πολεμικής ενέργειας και είχε παραθέσει φωτογραφία με τα «λάφυρα» του εγκλήματος (Καλάσνικοφ κ.λπ), το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου και των ΜΜΕ -προφανώς για «εθνικούς λόγους- μιλούσε για «προβοκάτσια Μπερίσα».
…..Ο κ. Παπαθεμελής σε συνέντευξή του στην ΕΤ-1 (29/3/ 1995) εξηγεί ότι τα καλάσνικοφ που είχαν (οι επτά του Δελβινακίου και ο ένας της Παλλήνης), ήταν αυτά που εκλάπησαν από το στρατόπεδο της Επισκοπής, στις 10/4/1994. Στα σπίτια ορισμένων συλληφθέντων, καθώς και των ομοϊδεατών φίλων τους, βρέθηκαν αντίτυπα της προκήρυξης της ΜΑΒΗ για την επιχείρηση στην Επισκοπή.
Το παλιο ΜΑΒΗ
To Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου (MABH), ήταν εθνικιστική βραχύβια αντιστασιακή οργάνωση που έδρασε στον γεωγραφικό χώρο της Βορείου Ηπείρου κατά την διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής της Αλβανίας από τον Άξονα (1941-1944). Η οργάνωση τελικά διαλύθηκε από τους Αλβανούς εθνικιστές της Μπαλί Κομπετάρ και τους αντιστασιακούς του αλβανικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του Ενβέρ Χότζα[4]. Είχε σχέσεις με τον ΕΔΕΣ, ενώ οι δοσιλογικές κυβερνήσεις Αλβανίας και Ελλάδας προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποκτήσουν σύνδεση μαζί της ενάντια στον κομμουνιστικό κίνδυνο

Ετεροχρονισμένα αποκαλυπτήρια για τη ΜΑΒΗ

«Δεν κουκουλώνεται από εμάς η υπόθεση της ΜΑΒΗ. Πρόκειται για μια οργανωμένη, άκρως επικίνδυνη, υπόθεση»
     
  (Ανδρέας Παπανδρέου, 24/7/1995)


Τελικά, έχει και τα καλά της η τηλεοπτική πολυλογία. Μέσα στο πλήθος των απόψεων και των πληροφοριών που κατατίθενται, επί ώρες, καθημερινά, από τους εκατοντάδες προσκεκλημένους των στούντιο, βγαίνουν και ειδήσεις. Η οικειότητα που δημιουργείται μεταξύ του παρουσιαστή και των δημοσίων προσώπων με τα οποία συνομιλεί λύνει τα στόματα. Στις 4 Νοεμβρίου το ΠΡΟΦΙΛ του Πάνου Παναγιωτόπουλου στο Alter-5, είχε θέμα την υπόθεση της τρομοκρατίας. Ομολογουμένως, θέμα που δεν παύει ποτέ να συγκινεί το σύνολο του φιλοθεάμονος κοινού. Ο γνωστός παρουσιαστής είχε καταφέρει να φέρει στην εκπομπή του όλους σχεδόν τους ειδικούς και αρμοδίους. Οσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν στον Ταύρο, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, τους έβγαζε τηλεφωνικώς «στον αέρα».
Κάποια στιγμή που η συζήτηση είχε περάσει στα πεπραγμένα του Στέλιου Παπαθεμελή στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, και ενώ περίμενε στο ακουστικό του ο Ιωάννης Παπαδάκης -επικεφαλής της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας εκείνη της περίοδο- ήρθε η αποκάλυψη. Δεν πιστεύαμε στα αφτιά μας:
-Π. Παναγιωτόπουλος: Ο κ. Παπαθεμελής ήταν εκλεκτός υπουργός. Ως υπουργός παρήγαγε εθνικό έργο σε πολλές προβοκάτσιες που πήγαν να στήσουν ορισμένοι και μυστικές υπηρεσίες ξένες σε άλλα θέματα.
-Ι. Παπαδάκης: Βεβαίως.
-Π. Παναγιωτόπουλος: Και στις σχέσεις μας με την Αλβανία …να μην προχωρήσουμε περισσότερο κι ο κ. Φούσας τα ξέρει (σ.σ. πρόκειται για τον επί των Βορειοηπειρωτικών ζητημάτων βουλευτή της Ν.Δ). Και στις σχέσεις μας με την Αλβανία να δημιουργήσουν θέμα οι μυστικές υπηρεσίες κ.λπ., στάθηκε βράχος ο Παπαθεμελής και είναι προς τιμήν του.
-Ι. Παπαδάκης: Βεβαίως …Θέλω ένα παράδειγμα μόνο να φέρω: η ΜΑΒΗ, την οποία όπως ξέρετε εξαρθρώσαμε επί των ημερών μου, ο κ. υπουργός κράτησε τότε μια τόσο υπεύθυνη θέση, ούτως ώστε και τα εθνικά συμφέροντα κατά κάποιο τρόπο προφύλασσε…
-Π. Παναγιωτόπουλος: Είναι έτσι.
-Ι. Παπαδάκης: …αλλά και την οργάνωση αυτή διέλυσε.
-Π. Παναγιωτόπουλος: Είναι έτσι. Είναι έτσι.

Η προϊστορία της ΜΑΒΗ

Δεν ξέρουμε εάν ήταν στις προθέσεις του απόστρατου πλέον αντιστρατήγου ή του κ. Παναγιωτόπουλου, να αποκαλύψουν έξι χρόνια μετά ότι η ΜΑΒΗ και υπαρκτή ήταν, και κατασκεύασμα των μυστικών υπηρεσιών ήταν, και επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα υπήρξε και ότι χρειάστηκε ειδικός νομικοπολιτικός χειρισμός για να κουκουλωθεί και να εξαρθρωθεί, ταυτόχρονα.
Θυμίζουμε ότι η ΜΑΒΗ (Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου) στις 10/4/1994 είχε αναλάβει την ευθύνη της δολοφονίας δύο και του τραυματισμού τριών Αλβανών στρατιωτών στο αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων στην Ανω Επισκοπή (4 χλμ. από τα ελληνικά σύνορα). Αν και είχε στείλει αναλυτική προκήρυξη με την πλήρη περιγραφή της πολεμικής ενέργειας και είχε παραθέσει φωτογραφία με τα «λάφυρα» του εγκλήματος (Καλάσνικοφ κ.λπ), το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου και των ΜΜΕ -προφανώς για «εθνικούς λόγους- μιλούσε για «προβοκάτσια Μπερίσα». Η χώρα είχε φτάσει στα πρόθυρα του πολέμου. Δεξιές αλλά και φιλοκυβερνητικές εφημερίδες συναγωνίζονταν σε επίδειξη τσαμπουκά κατά της Αλβανίας. Οι επαγγελματίες του «Βορειοηπειρωτικού Αγώνα» (χουντοβασιλικοί, μητροπολίτες, μεταξύ τους και ο Χριστόδουλος, και λοιποί εθνικιστές) έσκουζαν για την «απελευθέρωση της Β. Ηπείρου». Ηθελαν την εισβολή και την κατοχή της «αλύτρωτης πατρίδας». Αν πειραζόταν μια τρίχα Ελληνα μειονοτικού στη Β. Ηπειρο από τους Αλβανούς, ο κ. Παπαθεμελής απειλούσε με πόλεμο (δήλωση στα ΜΜΕ, 13/4/ 1994).
Ενα, περίπου, χρόνο μετά (19/3/1995), η ελληνική αστυνομία συλλαμβάνει στο Δελβινάκι επ’ αυτοφώρω επτά πάνοπλους με λασπωμένες στρατιωτικές στολές παραλλαγής, ασυρμάτους και άλλα «αξεσουάρ» κομάντο. Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν για το τι πήγαιναν να κάνουν. Τα «ΝΕΑ» (20/3/1995) είχαν υποστηρίξει ότι «διέσχισαν πεζή τα σύνορα και κατευθύνθηκαν προς την περιοχή Λόγγος, όπου βρίσκεται το πλησιέστερο αλβανικό στρατόπεδο. Καθ΄ οδόν όμως οι επτά έγιναν αντιληπτοί από Αλβανούς στρατιώτες και επέστρεψαν». Ηταν δύο Ελληνες (πρώην αξιωματικοί στρατού και αστυνομίας) και πέντε Βορειοηπειρώτες, όλοι τους μέλη «εθνικών σωματείων». Μια βδομάδα αργότερα συλλαμβάνεται κι άλλος «αγωνιστής Βορειοηπειρώτης» με θαμμένα καλάσνικοφ στο κτήμα του θείου του, επίσης «γνωστού Χειμαρριώτη αγωνιστή», στην Παλλήνη της Αττικής. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι εξαρθρώθηκε η ΜΑΒΗ. Ο κ. Παπαθεμελής σε συνέντευξή του στην ΕΤ-1 (29/3/ 1995) εξηγεί ότι τα καλάσνικοφ που είχαν (οι επτά του Δελβινακίου και ο ένας της Παλλήνης), ήταν αυτά που εκλάπησαν από το στρατόπεδο της Επισκοπής, στις 10/4/1994. Στα σπίτια ορισμένων συλληφθέντων, καθώς και των ομοϊδεατών φίλων τους, βρέθηκαν αντίτυπα της προκήρυξης της ΜΑΒΗ για την επιχείρηση στην Επισκοπή. Οταν προσήλθαν στον ανακριτή πολλοί φίλοι τους οπαδοί του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα της Β. Ηπείρου, τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες, βρίζοντας συνάμα τους «εθνοπροδότες πολιτικούς» και πιο συγκεκριμένα τον Παπούλια. Του υπουργού τα είχαν μαζεμένα από την εποχή της άρσης του εμπολέμου με την Αλβανία.

Οι υποστηρικτές

Στο πλευρό τους βρέθηκε από την πρώτη στιγμή το σύνολο των φασιστικών εντύπων, αλλά και ο πρόεδρος της «Ενωσης Χειμαρριωτών» Δημ. Δημαλέξης, ο οποίος απέδωσε τη σύλληψη σε «ενδεχόμενη ανάμειξη μυστικών υπηρεσιών της Αλβανίας»! Ο κ. Δημαλέξης, δυστυχώς, δεν ζει πια για να μας διαφωτίσει περισσότερο για τα θέματα των υπηρεσιών. Ωστόσο, από το βιογραφικό σημείωμα που γράφτηκε μετά το θάνατό του στην εθνικιστική επιθεώρηση «Ελλοπία» (Νοέμβριος 1999) προκύπτουν διάφορα για την καταγωγή και την πολιτική του προσωπικότητα: Ο πατέρας του Αναστάσης, που επί Κατοχής προσπάθησε «να αποτρέψει την επικράτηση του αλβανικού παρτιζάνικου κινήματος στην περιοχή της Χειμάρρας», έφυγε το 1944 για την Ελλάδα όπου και «συστρατεύτηκε στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών, ως σύνδεσμος με το ελληνικό στοιχείο της περιοχής». Αυτό είναι το κλίμα μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η πολιτική συγκρότηση και του εκλιπόντος προέδρου Χειμαρριωτών. «Ο Αναστάσης Δημαλέξης πραγματοποίησε αποστολές στην περιοχή, μετακινούμενος τις περισσότερες φορές με ελληνικά υποβρύχια. Σε ένα από τα ταξίδια του αυτά, το 1946, στην επιστροφή πήρε και το γιο του Δημήτρη, προκειμένου να σπουδάσει στο ελληνικό γυμνάσιο της Κέρκυρας». Από τότε, ο Δημήτρης Δημαλέξης προετοίμαζε από τη Ελλάδα «κάποιους ρομαντικούς αγώνες στα πρότυπα του κυπριακού αγώνα». Χωρίς όμως επιτυχία, γιατί σκόνταφτε στις «ενδοτικές ελληνικές κυβερνήσεις». Ενα φεγγάρι πέρασε από το ΠΑΣΟΚ, αλλά διεγράφη για τις απόψεις του το 1984. Από το 1991 αποφάσισε να επαναδραστηριοποιήσει την «Ενωση Χειμαρριωτών». Δεν ξέρουμε πολλές λεπτομέρειες, Θυμίζουμε απλώς την άνθηση, εκείνη την περίοδο, πολλών ημικρατικών και παραστρατιωτικών «εθνικών σωματείων» που απολάμβαναν της πλήρους συμπαράστασης του κ. Σαμαρά, της κ. Τσουδερού και πολλών άλλων κυβερνητικών και κρατικών παραγόντων.

Το οργανωμένο κουκούλωμα

Η συνέχεια της υπόθεσης ΜΑΒΗ είναι λίγο πολύ γνωστή: Ενώ αρχικά οι ένοπλοι του Δελβινακίου κατηγορήθηκαν για φόνους και πολλά άλλα αδικήματα, σχετιζόμενα με την παράνομη οργάνωση ΜΑΒΗ, μετά από μερικούς μήνες (21/3/1996) αποφυλακίστηκαν. Η κυβέρνηση, για λόγους προφανώς «εθνικούς», δεν ήθελε να βγούν όλα στη φόρα. Εδώ ούτε για τα μυστικά κονδύλια σε εθνικά δρώντες δημοσιογράφους δεν μάθαμε τίποτα, ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί το παρακράτος, η ΕΥΠ και η ΜΑΒΗ; Ο εισαγγελέας Ελευθέριος Πατσής με ένα αριστοτεχνικό κείμενο 199 σελίδων επεξεργάστηκε κατάλληλα τις 10.000 σελίδες της δικογραφίας και κατέληξε ότι οι κατηγορούμενοι …ήταν απλώς αφελείς πατριώτες, έμποροι όπλων. Δέχτηκε ότι ο επικεφαλής του κομάντο Γιώργος Αναστασούλης (στέλεχος του βορειοηπειρωτικού και του εφεδροκαταδρομικού κινήματος, αναλυτής «εθνικών θεμάτων» σε ειδικά έντυπα) την επίμαχη μέρα (του εγκλήματος της Επισκοπής) βρισκόταν στο ιδρυτικό συνέδριο του «Ελληνικού Μετώπου». Πράγμα που κατέθεσε μάλιστα και ο ηγέτης του συγκεκριμένου λεπενικού κόμματος, ο γνωστός Μάκης Βορίδης! Τώρα, πώς γίνεται μια παρέα «οικογενειαρχών με ισχυρούς εθνικούς συναισθηματικούς δεσμούς με τη Βόρειο Ηπειρο» -όπως τους χαρακτηρίζει ο κ. Πατσής- να βολτάρουν μαύρα μεσάνυχτα στα σύνορα για να «αγοράσουν οπλισμό από αγνώστους Αλβανούς, με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικό όφελος», μόνο ο εισαγγελέας το ξέρει (βλ. «Ε», 6-7/5/1996)
Ως τότε δεκάδες δημοσιεύματα του δεξιού και του ακροδεξιού τύπου, καθώς και των συνήθων «εθνικών αναλυτών» είχαν συστρατευτεί για τη σωτηρία των «αθώων αγωνιστών», αντιστρέφοντας την πραγματικότητα. Μιλούσαν για «σκευωρία» κάποιων αόρατων ανθελληνικών κύκλων, εννοώντας προφανώς, την αποκάλυψη της παρακρατικής οργάνωσης, που κατά τη γνώμη τους ήταν εφάμιλλη της «Φιλικής Εταιρείας». Παράλληλα η «Ε» και όσοι έβλεπαν με καθαρό μάτι τα πράγματα δέχονταν τόνους λάσπης. «Προς τι αυτή η υστερία για τη ΜΑΒΗ;», αναρωτιόταν ρητορικά ο Δ. Ρίζος. «Την τρομολαγνεία με τους φοβερούς και τρομερούς ‘εγκληματίες’ της ΜΑΒΗ την υποκινούν μερικά άκαπνα κωλόπαιδα του Κολωνακίου, που ειρωνεύονται τους ‘προβοκάτορες εθνικιστές'». Στο ίδιο μήκος κύματος έγραφε και η «Απογευματινή»: «Τώρα ψάχνεται ο κ. Παπούλιας και οι υπεύθυνοι της ΕΥΠ για το φιάσκο της ΜΑΒΗ. Αλλά οι ευθύνες βαρύνουν και κάποιους υπηρεσιακούς παράγοντες που συνέπραξαν στο στήσιμο της σκευωρίας». Ο Αθ. Δρούγος, τρόφιμος πολλών «εθνικών» στηλών, συχνοτήτων και καναλιών είχε αποφανθεί: «Στημένη ιστορία από την ΕΥΠ, που στόχο έχει τη στήριξη της πολιτικής υποτέλειας που ασκεί ο Καρ. Παπούλιας, είναι η υπόθεση με τους επτά συλληφθέντες στο Δελβινάκι». Μέχρι και ο χουντικός υπουργός Γ. Γεωργαλάς επιστρατεύθηκε για να απειλήσει τον «Ιό» και την «Ε».
Επειτα ήρθε η απίστευτη δίκη, τον Φεβρουάριο του 1997. Μία αφιλοκερδής ομάδα σπουδαίων δικηγόρων, όλου του «εθνικού φάσματος», από τον Αλ. Κατσαντώνη, ως τον Νίκο Μαυρομμάτη του ΔΗΚΚΙ, τον πολιτευτή της Ν.Δ Λώρα, τον Φιλοκλή Ασημακάκη και τον Σάκη Κεχαγιόγλου (ο Αλεξ. Λυκουρέζος, αν και στην αρχή είχε δεχτεί, τελικά δεν παρέστη), κατάφερε το ακατόρθωτο: Ενώ οι πελάτες τους δεν αντιμετώπιζαν την κατηγορία συμμετοχής σε φόνους ή σε ένοπλη εθνικιστική οργάνωση, οι συνήγοροί τους επισήμαιναν τα ευγενή εθνικά τους κίνητρα. Τόνιζαν ότι «μετά βδελυγμίας οι κατηγορούμενοι απορρίπτουν την εκδοχή της λαθρεμπορίας όπλων» και επέμεναν ότι η «υπόθεση έχει εθνικές διαστάσεις», χωρίς να μας τις εξηγούν. Ο κ. Λώρας (ειδικός κι αυτός επί του Βορειοηπειρωτικού) ήταν πιο σαφής: «Δεν έπρεπε αυτή η υπόθεση να φτάσει στο ακρατήριο. Εγινε μεγάλη εθνική ζημιά. Δεν έκαναν κανένα έγκλημα. Οι Ελληνες πρέπει να προστατεύουμε τους Ελληνες. Ε, και καλά είχαν κάτι καλάσνικοφ. Και τι έγινε δηλαδή; Ο Αναστασούλης και τώρα γυμνάζεται και πολεμάει. Ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για την πατρίδα». Πολύ λογικά φτάσαμε τότε στο ξέσπασμα του κ. Ασημάκη που, κλαίγοντας μετά την έκδοση της απόφασης, κραύγαζε «Ζήτω το ΜΑΒΗ» (βλ. «Ε», 22/2/1997).
Τον περασμένο Μάιο ήταν φυσικό οι ποινές να πέσουν κι άλλο. Από διακεκριμένη μεταφορά και κατοχή όπλων, που ήταν η πρωτόδικη ποινή, οι «ήρωες της ΜΑΒΗ» έπεσαν στα πολύ μαλακά της απλής οπλοκατοχής, προφανώς πάλι για εθνικούς λόγους.
Αν δεν υπήρχε το ΠΡΟΦΙΛ του Πάνου Παναγιωτόπουλου, ακόμα θα είχαμε απορίες για το φούσκωμα και το ξεφούσκωμα των ΜΑΒΗδων, των κατηγοριών που αντιμετώπισαν και των ποινών τους.
———————————————————–
Υ.Γ. Ευχαριστούμε τον κ. Παναγιωτόπουλο που είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει βιντεοσκοπημένο αντίγραφο της εκπομπής του..

(Ελευθεροτυπία, 11/12/1999)