Κύριε πρόεδρε της ΠΕΔ Πελοποννήσου,

Κύριε πρόεδρε του ΦοΔΣΑ Πελοποννήσου,

γνωρίζετε ότι την Κυριακή 10/4/2016 πραγματοποιήθηκε στην Τρίπολη συνάντηση συλλογικοτήτων
της Πελοποννήσου, στην οποία παραβρέθηκαν και συνάδελφοί σας, δήμαρχοι μεγάλων πόλεων.
Σας διαβιβάζουμε το ψήφισμα της συνάντησης, καθώς και την εισηγητική παρέμβαση του εκπροσώπου
των φορέων και συλλογικοτήτων, που είχαν την πρωτοβουλία της συζήτησης και σας παρακαλούμε να
τα προωθήσετε στα μέλη σας.
Σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή για το μέλλον της διαχείρισης των αποβλήτων στην περιφέρεια της Πελοποννήσου
έχει πολύ μεγάλη σημασία να ακουστούν όλες οι απόψεις. Ιδιαίτερα αυτές, που εκφράζονται από τους πολίτες
και τις συλλογικότητες που τους εκφράζουν.
Με εκτίμηση
Τάσος Κεφαλάς,
από μέρους του προεδρείου της συνάντησης

Συνάντηση συλλογικοτήτων Πελοποννήσου, για τη διαχείριση των αποβλήτων

(Τρίπολη, 10/4/2016)

 

Ψήφισμα

 

Όσοι/ες ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμα των συλλογικοτήτων της Πελοποννήσου και όσοι/ες συνυπογράφουμε, εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για τη δραματική κατάσταση που επικρατεί στην περιφέρεια Πελοποννήσου, στον τομέα της διαχείρισης των αστικών απορριμμάτων και γενικότερα των αποβλήτων. Η συνέχιση αυτής της κατάστασης θα επιτείνει τα προβλήματα και τους κινδύνους, σε ότι αφορά στη δημόσια υγεία και στο περιβάλλον και θα αποτελεί μόνιμη αιτία για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων.

 

Καταδικάζουμε απερίφραστα το γεγονός ότι, αντί να παρθούν γενναίες αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κατάστασης, συνεχίζεται σκόπιμα το καθεστώς της απραξίας, προκειμένου η περιφέρεια Πελοποννήσου να επιβάλλει τη σύμβαση ΣΔΙΤ και το σχεδιασμό που αυτή προκρίνει. Έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η σύμβαση ΣΔΙΤ δεν είναι, απλά, ένα μέσο χρηματοδότησης δημόσιων υποδομών, αλλά ένα εργαλείο εκτεταμένης ιδιωτικοποίησης και επιβολής ενός ακριβού, συγκεντρωτικού και αντιπεριβαλλοντικού μοντέλου διαχείρισης των αποβλήτων.

Η σύμβαση ΣΔΙΤ και ο σχεδιασμός που επιβάλλει:

  1. Αντιπροσωπεύει ένα σχέδιο που είναι στα μέτρα της ΤΕΡΝΑ και δεν είναι σχέδιο της πολιτείας (της περιφέρειας, του φορέα διαχείρισης ή των δήμων).
  2. Είναι ένα σχέδιο, αποκλειστικά, για τη διαχείριση των σύμμεικτων. Μιλά μόνο για σταθμούς μεταφόρτωσης σύμμεικτων, για εργοστάσια σύμμεικτων και για ταφή των υπολειμμάτων της επεξεργασίας σύμμεικτων.
  3. Αποκλείει την περίπτωση να επιτευχθούν οι στόχοι του εθνικού σχεδίου, καθώς εισάγει την απαράδεκτη επιλογή της εγγυημένης ποσότητας σύμμεικτων. Και, μάλιστα, στο επίπεδο των 150.000 τόνων/έτος, που σύμφωνα με τη μελέτη της ίδιας της ΤΕΡΝΑ αντιστοιχεί στο 68% του συνόλου των αστικών αποβλήτων (ΑΣΑ) της περιφέρειας.
  4. Εκτός από την έννοια της εγγυημένης ποσότητας, υπάρχει και η επιλογή της μέγιστης ποσότητας, που ορίζεται στους 200.000 τόνους/έτος, δηλαδή πάνω από το 90% του συνόλου των ΑΣΑ, με ότι σημαίνει αυτό για το κατασκευαστικό κόστος. Αυτή η πρόβλεψη, μαζί με τη μειωμένη τιμή που προσφέρεται για τις ποσότητες τις πάνω από τους 150.000 τόνους/έτος, είναι μια απροκάλυπτη παρότρυνση προς τους δήμους να αδιαφορήσουν για την ανακύκλωση και την κομποστοποίηση και να στέλνουν όλα τους τα σκουπίδια, σύμμεικτα, στα εργοστάσια.
  5. Στη σύμβαση περιλαμβάνεται όρος για την υποχρεωτική παράδοση του συνόλου των σύμμεικτων των δήμων στα εργοστάσια της ΤΕΡΝΑ. Αυτό που υποκρύπτεται είναι η προσπάθεια να αποτραπεί κάθε προσπάθεια των δήμων, τώρα και στο μέλλον, να αναπτύξουν αποκεντρωμένες υποδομές ήπιας διαχείρισης. Αυτό σημαίνει, πως ακόμη κι αν μειωθούν οι εγγυημένες ποσότητες, τα σύμμεικτα θα εξακολουθήσουν να παραμένουν πάρα πολλά και αναγκαστικά θα οδηγούνται στις μονάδες επεξεργασίας της ΤΕΡΝΑ.
  6. Τα υλικά που δεν θα ανακτώνται με προδιαλογή και θα ανακτώνται μέσα από τη μηχανική επεξεργασία των σύμμεικτων στα τρία εργοστάσια αντιστοιχούν μόνο στο 22% των εισερχομένων (ανακυκλώσιμα υλικά 15% και βιοαέριο 7%). Όλα τα άλλα θα είναι, ουσιαστικά άχρηστα υλικά, με το υπόλειμμα για ταφή να φτάνει το 45%.
  7. Έχει ένα πολύ υψηλό κατασκευαστικό κόστος, της τάξης των 120 εκ. ευρώ, που θα χρηματοδοτηθεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από τα δημόσια ταμεία και τις τράπεζες και θα εξανεμίσει κάθε διαθέσιμο πόρο για τη χρηματοδότηση έργων διαχείρισης στερεών αποβλήτων, αφήνοντας μετέωρα τα τοπικά σχέδια διαχείρισης των δήμων.
  8. Έχει πάρα πολύ υψηλό διαχειριστικό κόστος (99 ευρώ/τόνο για τις εγγυημένες ποσότητες και 43 ευρώ/τόνο για τις ποσότητες πάνω από τις εγγυημένες, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το κόστος μεταφοράς). Πολύ ψηλές τιμές, ακόμη και γι αυτού του τύπου τη διαχείριση και, μάλιστα, καθόλου διαπραγματεύσιμες, απ’ ότι αφήνεται να διαρρεύσει.
  9. Επιβάλλει και άλλες δεσμεύσεις, όπως αυτή που αφήνει ανοιχτό το θέμα της χρέωσης των ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις μέγιστες ή αυτή που μεταφέρει στην περιφέρεια το κόστος επιπρόσθετων ή εναλλακτικών υπηρεσιών, σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας των μονάδων.

Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρούμε ότι η επιλογή της λύσης της ΣΔΙΤ είναι η λάθος λύση. Απορρίπτουμε, ταυτόχρονα, την προσπάθεια «επαναδιαπραγμάτευσής» της, προσπάθεια που φαίνεται να εξαντλείται στον περιορισμό των εγγυημένων ποσοτήτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, οι οποιεσδήποτε «επιδιορθώσεις» της ΣΔΙΤ δεν είναι ικανές να αλλάξουν τη φιλοσοφία και τη στόχευσή της, ούτε να αποδώσουν καλύτερα αποτελέσματα (περιβαλλοντικά και οικονομικά).

Είμαστε πεισμένοι/ες ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή, παρά η ακύρωση της σύμβασης ΣΔΙΤ και η ταχεία επεξεργασία, χρηματοδότηση και υλοποίηση ενός νέου περιφερειακού σχεδίου από το ΦοΔΣΑ και τοπικών σχεδίων διαχείρισης από τους δήμους, στη βάση του μόνου εναλλακτικού μοντέλου, που έχει βάσιμες ελπίδες γρήγορης υλοποίησης και παραγωγής αποτελεσμάτων, αυτού της αποκεντρωμένης διαχείρισης, με δημόσιο χαρακτήρα και με έμφαση στις πολιτικές πρόληψης, επαναχρησιμοποίησης και προδιαλογής των υλικών. Αγνοώντας τις ποικιλώνυμες πιέσεις που ασκούνται και θα ασκηθούν. Αντλούμε χρήσιμα συμπεράσματα και εμπειρίες από δραστηριότητες δήμων της Πελοποννήσου, που κινούνται προς την παραπάνω κατεύθυνση, αφού, εκτός των όποιων αποτελεσμάτων «παράγουν», καταρρίπτουν το μύθο ότι η ΣΔΙΤ και το συγκεντρωτικό μοντέλο είναι μονόδρομος. Ζητάμε από όλους τους δημάρχους και τα δημοτικά συμβούλια να πάρουν ξεκάθαρα και ανοιχτά θέση, να προωθήσουν ολοκληρωμένα τοπικά σχέδια και να μην κρύβονται πίσω από έωλες δικαιολογίες αποφεύγοντας τις ευθύνες τους.

Με βάση τα παραπάνω, είναι αυτονόητο ότι θα μας βρουν αντίθετους/ες πιθανές απόπειρες αναπαραγωγής του μοντέλου της ιδιωτικοποιημένης διαχείρισης που απορρίπτουμε, σε μικρότερη, έστω, κλίμακα και με την προσχηματική επίκληση της αποκέντρωσης. Ιδιαίτερα, οι υστερόβουλες προτάσεις για αποδοχή τεχνολογιών καύσης, που θέλουν να εκμεταλλευτούν την οριακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η διαχείριση των αποβλήτων της περιφέρειας.

Θεωρούμε καθοριστικό το ρόλο των πολιτών και των συλλογικών σχημάτων που τους εκφράζουν, στην προσπάθεια να δημιουργηθεί το πιο πλατύ μέτωπο δυνάμεων για να αλλάξει κατεύθυνση η διαχείριση των αποβλήτων στην περιφέρεια Πελοποννήσου. Κάτι τέτοιο επιβάλλει μια ευρεία γκάμα δραστηριοτήτων, σε όλες τις περιφερειακές ενότητες, που θα ξεκινούν από την ενημέρωση και θα ολοκληρώνονται με μαζικές κινηματικές παρεμβάσεις. Για το σκοπό αυτό θα εξαντλήσουμε όλες τις δυνάμεις και όλα τα μέσα που διαθέτουμε.

(Το ψήφισμα παρουσιάστηκε στη συνάντηση των συλλογικοτήτων και είχε την υποστήριξη της πλειοψηφίας των συγκεντρωμένων)

Τρίπολη, 10.4.2016

το προεδρείο της συνάντησης

 

Συνάντηση συλλογικοτήτων Πελοποννήσου, για τη διαχείριση των αποβλήτων

(Τρίπολη, 10/4/2016)

 

ΟΧΙ

ΣΤΗ ΣΔΙΤ, ΣΤΑ ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΝΕΑ ΧΑΡΑΤΣΙΑ

 

ΝΑΙ

ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

ΣΤΗΝ ΠΡΟΔΙΑΛΟΓΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΥΛΙΚΩΝ

 

Εισαγωγική παρέμβαση

της πρωτοβουλίας των φορέων και συλλογικοτήτων της Πελοποννήσου

Τι αντιπροσωπεύει η πρωτοβουλία των συλλογικοτήτων

Οι συζητήσεις, οι αντιπαραθέσεις, οι καταγγελίες και οι αντιδράσεις για τη διαχείριση των απορριμμάτων στην περιφέρεια Πελοποννήσου είναι η καθημερινή ρουτίνα των τελευταίων χρόνων. Και πώς να μην είναι όταν η περιφέρεια, για πολλές δεκαετίες, δίνει ένα από τα χειρότερα παραδείγματα σε ολόκληρη τη χώρα. Το ξέρετε και το ξέρουμε. Και είναι ένα από τα χειρότερα παραδείγματα, όχι μόνο γιατί, για κάποιους λόγους, βρέθηκε χωρίς βασικές, στοιχειώδεις υποδομές, αλλά και γιατί εξακολουθεί να μην ξεκινά τίποτα ουσιαστικό, που να μπορεί να φανεί χρήσιμο και στο μέλλον, που να μην είναι απλά προσωρινή, πυροσβεστική λύση, όπως οι περίφημοι δεματοποιητές, η αποστολή σκουπιδιών σε άλλες περιοχές κ.ά.. Η αυστηροποίηση των ελέγχων, ιδιαίτερα το (αναγκαίο) κλείσιμο των ΧΑΔΑ με την απειλή των προστίμων, έχει οξύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Με αποτέλεσμα να επανεμφανίζονται συμπεριφορές στα όρια της νομιμότητας και πέρα από αυτήν ή να γεμίζουν πόλεις και χωριά με βουνά σκουπιδιών.

Η κοινωνία, όλα αυτά τα χρόνια, παρακολουθεί από θέση θεατή ή, στην καλύτερη περίπτωση, περιορισμένη σε τοπικές αντιδράσεις, που πολύ δύσκολα ακουμπά και ερεθίζει τα αντανακλαστικά πολιτών από τις άλλες περιοχές της περιφέρειας. Φταίνε πολλά γι αυτή μας τη στάση. Ανάμεσα σε αυτά τα πολλά, έχει παίξει σημαντικό ρόλο η στενή μας οπτική και ο τοπικισμός που μας διακρίνει συχνά – πυκνά. Να κοιτάμε, δηλαδή, μόνο ότι γίνεται στον κοντινό μας περίγυρο. Φταίει, οπωσδήποτε και η αμηχανία που μπορεί να νοιώθουμε από το γεγονός ότι δεν κάτσαμε ποτέ να μιλήσουμε για μια συνολική εναλλακτική λύση, για όλη την περιφέρεια. Από το γεγονός ότι δεν είχαμε τη στοιχειώδη φιλοδοξία να μην περιοριζόμαστε στο τι δε θέλουμε, αλλά να προβάλουμε και να διεκδικούμε αυτό που θέλουμε.

Τώρα, όμως, έστω κι αν χρειάστηκε να φτάσει ο κόμπος στο χτένι, συνειδητοποιούμε ότι δεν μας αξίζει αυτός ο ρόλος. Αλλά όχι μόνο αυτό. Καταλαβαίνουμε ότι αν δεν κάνουμε αισθητή την παρουσία μας δεν έχουμε καμία, μα καμία ελπίδα να έχουμε θετική έκβαση στην υπόθεση της διαχείρισης των απορριμμάτων. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, ο μόνος παράγοντας, που μπορεί με τη στάση του να στηρίξει τους αυτοδιοικητικούς που αντιστέκονται και να γείρει την πλάστιγγα προς τη μια ή την άλλη μεριά, είναι η ίδια η κοινωνία και οι πολίτες της Πελοποννήσου. Η κατανόηση αυτής της αλήθειας είναι που μας οδήγησε σε αυτήν την πρωτοβουλία, που έφερε κοντά συλλογικότητες απ’ όλη την Πελοπόννησο, αλλά και πολίτες από την υπόλοιπη Ελλάδα, μέσω της «Πρωτοβουλίας συνεννόησης για τη διαχείριση των απορριμμάτων» (ΠΡΩΣΥΝΑΤ).

Να μιλήσουμε για την ουσία του προβλήματος

Κατάφεραν να μας κάνουν να θεωρούμε κι εμείς οι ίδιοι/ες ότι το βασικό μας πρόβλημα είναι το αν θα πάρει μιαν ακόμη εργολαβία η ΤΕΡΝΑ ή η οποιαδήποτε ΤΕΡΝΑ. Μιλάμε συνέχεια γι αυτό και χάσαμε από τα μάτια μας το πιο σημαντικό: το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαχειριστούμε τα απόβλητά μας και με ποια «εργαλεία» θα το καταφέρουμε. Μας έφεραν «στο πιάτο» μιαν έτοιμη λύση και μας καλούν να πούμε ένα ναι ή ένα όχι σ΄ αυτήν. Λες και όλη η σοφία της επιστημονικής κοινότητας και η εμπειρία των δεκάδων προηγμένων κοινωνιών, στα θέματα της διαχείρισης των απορριμμάτων, έχει αφομοιωθεί στην πρόταση της ΤΕΡΝΑ. Λες και δεν υπήρχε καμία άλλη πρόταση, καμιά ιδέα και καμιά καινοτομία, στο όνομα της οποίας γίνονται τα πιο φρικτά πράγματα.

Μήπως πρέπει να ξαναθυμηθούμε το πώς φτάσαμε σε αυτήν τη λύση; Θυμάστε το πώς ονομαζόταν ο διαγωνισμός που έγινε; Ονομαζόταν διαγωνισμός ΣΔΙΤ, με ανταγωνιστικό διάλογο. Να δούμε τι σήμαιναν αυτές οι δύο μαγικές λέξεις: ανταγωνιστικός διάλογος; Σήμαιναν, πολύ απλά, ότι η περιφέρεια το μόνο που έκανε ήταν να πει: «έχω 200.000 τόνους/έτος σκουπίδια και θέλω να τα διαχειριστώ με σταθμούς μεταφόρτωσης (ΣΜΑ), με μονάδες επεξεργασίας (ΜΕΑ) και με χώρους ταφής (ΧΥΤΥ). Προτείνετέ μου την τεχνική λύση και πείτε μου πόσο κοστίζει». Τίποτα για στόχους, τίποτα για ανακύκλωση, τίποτα για τα οργανικά, τίποτα για το είδος της μηχανικής επεξεργασίας, τίποτα για τις χωροθετήσεις. Και οι εργολάβοι έκαναν το δικό τους σχεδιασμό και πρότειναν τις δικές τους λύσεις. Και η πολιτεία διάλεξε από τις λύσεις που πρότειναν οι εργολάβοι, όπως ο πελάτης του εστιατορίου διαλέγει από τον κατάλογο. Μια λύση από αυτές που της προσφέρθηκαν και όχι μια λύση που σχεδιάστηκε με βάση τις δικές της (της περιφέρειας)  ή τις δικές μας (της κοινωνίας) επιλογές. Επιλογές που όφειλαν να υπηρετούν το συλλογικό, δημόσιο συμφέρον και όχι τις προτεραιότητες των εργολάβων.

Να γιατί λέγαμε, από την πρώτη στιγμή, ότι με τους διαγωνισμούς ΣΔΙΤ δε δίνεται στους εργολάβους η κατασκευή των υποδομών και η διαχείρισή τους μόνο, αλλά τους παραδίδεται και η ευθύνη του σχεδιασμού της διαχείρισης, που δικαιωματικά και πέρα από κάθε αμφισβήτηση ανήκει στην πολιτεία και τα όργανά της. Αλλά εμείς ήμασταν οι ιδεοληπτικοί, που δε θέλαμε το διαγωνισμό ΣΔΙΤ για ιδεολογικούς ή κομματικούς λόγους. Και αυτοί που τις ήθελαν ήταν οι αμερόληπτοι και οι αντικειμενικοί. Ας έρθουν τώρα, λοιπόν, που όλοι βλέπουν που μας έχει οδηγήσει η δική τους ιδεοληπτική, στην καλύτερη περίπτωση, εμμονή να μας εξηγήσουν ποιος είχε το δίκιο με το μέρος του. Ας έρθουν να μας εξηγήσουν ποιος φταίει για τον πολύτιμο χρόνο που χάθηκε, αντί να κατηγορούν όσους δεν υποτάχθηκαν στα παράλογα σχέδιά τους.

Αλλά επειδή εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας σαν πελάτες κανενός μαγαζιού και επειδή έχουμε την απαίτηση να αποφασίζουμε με τα δικά μας κριτήρια το πώς θα διαχειριστούμε τα απορρίμματά μας, όχι για ένα και δυο χρόνια, αλλά για τις επόμενες τρεις δεκαετίες, έχουμε υποχρέωση να το πούμε με όσο γίνεται πιο καθαρό τρόπο και σήμερα: έχουμε και τη γνώση και τα εργαλεία να εφαρμόσουμε μια άλλου τύπου διαχείριση, σε όφελος της κοινωνίας, σε όφελος της τσέπης των πολιτών και προστατεύοντας το περιβάλλον. Και για να το πετύχουμε αυτό, δε χρειάζεται να πάμε μακριά. Αρκεί να σκεφτούμε και να σχεδιάσουμε με βάση τη λογική, το δημόσιο συμφέρον και, πλέον, με τα όσα προβλέπει το νέο εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων (ΕΣΔΑ). 

Τι υπαγορεύει η λογική

Η λογική υπαγορεύει ότι, αφού τα ανακυκλώσιμα και τα οργανικά υλικά είναι πάνω από το 90% των αστικών απορριμμάτων, το σωστό είναι να ρίξουμε το μεγαλύτερο βάρος στην προδιαλογή των υλικών. Να μην ανακατεύουμε τα υλικά, που στο σπίτι μας τα έχουμε ξεχωριστά και να τα κάνουμε σύμμεικτα. Να συγκεντρώνουμε τα καθαρά υλικά σε μικρές αποκεντρωμένες, δημοτικές ή διαδημοτικές υποδομές ανακύκλωσης, να τα διαθέτουμε ή να τα αξιοποιούμε για λογαριασμό μας και να κερδίζουμε από αυτά. Να μην τα συμπιέζουμε δυο και τρεις φορές και να τα κάνουμε άχρηστα για διαλογή και χρήσιμα μόνο για καύση ή για ταφή. Να μην τα μεταφέρουμε, μέσω των ΣΜΑ, δεκάδες χιλιόμετρα μακριά για να τα πηγαίνουμε σε κεντρικά εργοστάσια επεξεργασίας, που δεν έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σπαταλώντας, από πάνω, τεράστια ποσά για τις μεταφορές και για επεξεργασία σταθερά μεγάλων ποσοτήτων σύμμεικτων.   Αυτές οι μικρές υποδομές, ήπιας διαχείρισης πρέπει να  αποτελέσουν την καρδιά του συστήματος διαχείρισης. Αυτές είναι οι υποδομές που μπορούν να λειτουργήσουν οι ίδιοι οι δήμοι και ο φορέας διαχείρισης, χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγουν στις υπηρεσίες του οποιουδήποτε εργολάβου, με τις σύνθετες τεχνολογικά λύσεις, που, όμως, παράγουν χειρότερα αποτελέσματα και κοστίζουν πολύ περισσότερο. Αυτή είναι, τέλος, η πρακτική εφαρμογή των αρχών της εγγύτητας και της αυτάρκειας, που λένε οι νόμοι και οι οδηγίες και που κάποιοι τις ξεχνούν όταν έρχεται η ώρα των συγκεκριμένων επιλογών.

Τι υπαγορεύει το δημόσιο συμφέρον

Το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει, κάποιες βασικές υπηρεσίες, που χαρακτηρίζουν την ποιότητα και το επίπεδο ζωής των πολιτών να βρίσκονται κάτω από την απόλυτη φροντίδα και εγγύηση της πολιτείας. Δεν μπορεί η διαχείριση των αποβλήτων, που έχει πολλές πλευρές, ή η πρόσβαση στο νερό και στην ενέργεια να εξαρτώνται από το αν παρουσιάζουν επενδυτικό ενδιαφέρον για τον οποιονδήποτε επιχειρηματία. Εδώ χρειάζεται σταθερή εγγύηση ότι οι υπηρεσίες αυτές θα παρέχονται, χωρίς διακοπή και με αξιοπιστία, στους πολίτες. Μπορούμε να φανταστούμε τι θα γίνει αν τεμαχίσουν τις υπηρεσίες διαχείρισης αποβλήτων οι δήμοι και ο φορέας διαχείρισης και τις μοιράσουν αριστερά – δεξιά, σε μικρούς ή μεγάλους εργολάβους και αυτοί, κάποια στιγμή αδυνατούν ή δεν κρίνουν συμφέρον να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους; Θα ξαναζήσουμε ή όχι σκηνές με τα βουνά των σκουπιδιών δίπλα στα σπίτια μας; Το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει ότι, αν πραγματικά τα σκουπίδια είναι χρυσός όπως έχουμε μάθει να λέμε όλοι, πρέπει να επωφελείται από τη διαχείρισή τους ο πολίτης και όχι ο εργολάβος. Το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει να προσδοκούμε από τη σωστή διαχείριση των απορριμμάτων να μειώνεται το κόστος διαχείρισης και όχι να εκτοξεύεται στα ύψη. Δεν πετάμε στα σύννεφα, δε ζούμε σε άλλο κόσμο. Ξέρουμε ότι το δημόσιο δε λειτουργεί πάντα με τον πιο οικονομικό τρόπο. Με τη διαφορά ότι αυτό δεν είναι ούτε δεδομένο, ούτε αυτονόητο. Και, επιπλέον, σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με την παραβίαση του κανόνα. Στην ιδιωτικοποιημένη διαχείριση των αποβλήτων η επιδίωξη του υψηλού κόστους είναι ο κανόνας. Γιατί, κακά τα ψέματα, στην οικονομία της αγοράς, ο μοναδικός θεός είναι το κέρδος. Το δημόσιο συμφέρον, τέλος, υπαγορεύει οι πολίτες να έχουν ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση των αποβλήτων, να την υποστηρίζουν έμπρακτα και να την ελέγχουν. Να διορθώνουν τα στραβά και να επεκτείνουν τις χρήσιμες πρακτικές. Σε αντίθεση με τη φιλοεργολαβική διαχείριση, που θέλει τον πολίτη απαθή πελάτη, με το μόνο που θα τον ενδιαφέρει να είναι να παραδίδει τα σκουπίδια του, να βλέπει καθαρό το δρόμο και τους κάδους, χωρίς να τον νοιάζει ούτε το είδος, ούτε ο χώρος, ούτε το κόστος της διαχείρισης. 

Τι υπαγορεύει το νέο εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων

Το νέο εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων (ΕΣΔΑ) υπαγορεύει το να στηρίζεται στο δημόσιο χαρακτήρα. Υπαγορεύει αυστηρούς περιορισμούς στην ενεργειακή αξιοποίηση – καύση των αποβλήτων, ιδιαίτερα των στερεών αστικών αποβλήτων ή των προϊόντων της επεξεργασίας τους. Υπαγορεύει αποκέντρωση και δημοτικές υποδομές, όπως τις προαναφέραμε. Βάζει και επίσημα στις υποχρεώσεις των δήμων την εκπόνηση και υλοποίηση τοπικών σχεδίων διαχείρισης. Κυρίως, υπαγορεύει υψηλούς στόχους ανάκτησης υλικών, πρώτα απ’ όλα με προδιαλογή των υλικών και δευτερευόντως με μηχανική επεξεργασία. Ας κρατήσουμε στο μυαλό μας τους στόχους του ΕΣΔΑ για το 2020, για να τους συγκρίνουμε στη συνέχεια με τα αποτελέσματα της διαχείρισης που προσπαθούν να μας επιβάλλουν:

στόχοι ΕΣΔΑ για το 2020

 

υλικό προδιαλογή μηχανική επεξεργασία
ανάκτηση διάθεση
οργανικά 40% 40% 20%
ανακυκλώσιμα 65% 10% 25%
ξύλο 50% 30% 20%
άλλα ανακτήσιμα 70% 5% 25%
άλλα μη ανακτήσιμα 100%
σύνολο 50% 24% 26%
σύνολο 74% 26%

 

Αντιμέτωποι με ένα σχέδιο καταδικασμένο σε αποτυχία

Και ενώ η λύση που ωφελεί την κοινωνία είναι μπροστά στα μάτια μας, ακόμη και πριν την έγκριση του νέου εθνικού σχεδίου, η περιφέρεια Πελοποννήσου έχει γαντζωθεί σε μια επιλογή, που είναι φως φανάρι καταδικασμένη σε αποτυχία. Εδώ και πέντε χρόνια, από την προκήρυξη του διαγωνισμού ΣΔΙΤ, έχει παγώσει κάθε θετική πρωτοβουλία και τίποτα δεν κινείται, μέχρι να παρθεί μια τελική απόφαση. Λίγοι δήμοι έχουν κάνει ουσιαστικά τοπικά σχέδια διαχείρισης. Και από αυτούς που το έχουν κάνει κανείς δε ξανοίγεται, μέχρι να ξεκαθαρίσει αν θα περισσέψει κάποιο ψίχουλο για τη χρηματοδότηση των δημοτικών υποδομών και επειδή τρομάζουν με την ιδέα ότι θα έχουν να καλύψουν και το κόστος της τοπικής διαχείρισης, που τους ζητά το εθνικό σχέδιο και το κόστος των εγγυημένων ποσοτήτων, που τους ζητά το σχέδιο της ΣΔΙΤ. Πραγματικά, εφιαλτική κατάσταση, αν το καλοσκεφτεί κανείς. Ας δούμε, όμως, λίγο πιο συγκεκριμένα τι σημαίνει η ΣΔΙΤ:

  1. Όπως αναφέραμε και στην αρχή, η διαχείριση που μας προτείνει η ΣΔΙΤ αντιπροσωπεύει ένα σχέδιο που είναι στα μέτρα της ΤΕΡΝΑ και δεν είναι σχέδιο της πολιτείας (της περιφέρειας, του φορέα διαχείρισης ή των δήμων). Ας μην μας παραπέμπουν στον παλιό περιφερειακό σχεδιασμό, γιατί και άλλα λέει και καθόλου δεν εξειδικεύει με τον τρόπο που το κάνει το σχέδιο της ΤΕΡΝΑ.
  1. Το σχέδιο της ΣΔΙΤ, ακόμη κι αν είναι κοπής και ραφής της ΤΕΡΝΑ, είναι ένα σχέδιο, αποκλειστικά, για τη διαχείριση των σύμμεικτων. Μιλά για σταθμούς μεταφόρτωσης σύμμεικτων, για εργοστάσια σύμμεικτων και για ταφή των υπολειμμάτων της επεξεργασίας σύμμεικτων. Είδε πουθενά κανείς να γίνεται λόγος για προδιαλογή υλικών, για ανακύκλωση και για κομποστοποίηση; Πού είναι οι υποδομές, που θεωρητικά θα έπρεπε να υποδέχονται αυτά τα υλικά; Με έναν παλιό ΠΕΣΔΑ που μιλά τελείως αφηρημένα γι αυτά και με ένα σχέδιο ΣΔΙΤ, που μιλά μόνο για τα σύμμεικτα, είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να γίνουν ουσιαστικά βήματα για την ανάκτηση υλικών; Τελικά τι είναι αυτό που μας ενδιαφέρει: η προδιαλογή των υλικών, που λέει το εθνικό σχέδιο ή η συντήρηση των σύμμεικτων, που λέει το σχέδιο της περιφέρειας και της ΤΕΡΝΑ; Θα μας πει ο κ. Τατούλης ότι αυτό τους ζητήσουμε, αυτό μας έφεραν. Αυτό ακριβώς ισχυριζόμαστε και μεις: άλλα έπρεπε να τους ζητήσετε και άλλα τους ζητήσατε. Άλλα οφείλατε να κάνετε και άλλα κάνατε.
  1. Με το σχέδιο της ΣΔΙΤ δεν υπάρχει περίπτωση να επιτευχθούν οι στόχοι του εθνικού σχεδίου, στον αιώνα τον άπαντα. Πρώτα απ’ όλα επειδή εισάγει την απαράδεκτη επιλογή της εγγυημένης ποσότητας σύμμεικτων. Και, μάλιστα, στο επίπεδο των 150.000 τόνων/έτος, που σύμφωνα με τη μελέτη της ίδιας της ΤΕΡΝΑ αντιστοιχεί στο 68% του συνόλου των αστικών αποβλήτων (ΑΣΑ) της περιφέρειας. Πώς θα καταφέρουμε να οδηγούμε, το 2020, σε μηχανική επεξεργασία μόνο το 50% και στη συνέχεια να το μειώνουμε ακόμη περισσότερο, όταν η εγγυημένη ποσότητα των 150.000 τόνων/έτος οφείλει να παραμένει σταθερή για τα 28 χρόνια που θα διαρκέσει η σύμβαση; Και αφού οι συντάκτες της σύμβασης είχαν αυτήν τη φαεινή ιδέα, θα μπορούσαν να μας πουν πως θα καταμεριστεί στους δήμους η εγγυημένη ποσότητα και τι χαράτσι αναλογεί στους πολίτες δια βίου;
  1. Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Γιατί εκτός από την έννοια της εγγυημένης ποσότητας, υπάρχει και άλλη μια απαράδεκτη επιλογή: αυτή της μέγιστης ποσότητας, που ορίζεται στους 200.000 τόνους/έτος, δηλαδή πάνω από το 90% του συνόλου των ΑΣΑ. Αυτή η πρόβλεψη, μαζί με τη μειωμένη τιμή που προσφέρεται για τις ποσότητες τις πάνω από τους 150.000 τόνους/έτος, δεν είναι μια απροκάλυπτη παρότρυνση προς τους δήμους να αδιαφορήσουν για την ανακύκλωση και την κομποστοποίηση και να στέλνουν όλα τους τα σκουπίδια, σύμμεικτα, στα εργοστάσια; Δεν σημαίνει, επίσης, ότι θα κατασκευαστούν εργοστάσια δυναμικότητας 200.000 τόνων/έτος, ενώ στην πραγματικότητα θα χρειαζόμασταν μικρές αποκεντρωμένες μονάδες, με συνολική δυναμικότητα όχι πάνω από 70-80.000 τόνους/έτος; Μας είναι, μήπως, αδιάφορο το κατασκευαστικό και το διαχειριστικό κόστος αυτών των εργοστασίων; Μας περισσεύουν χρήματα και δεν το γνωρίζουμε; Δεν μας έχουν διδάξει τίποτα τα κακά παραδείγματα άλλων χωρών, κυρίως της Βόρειας Ευρώπης, που επένδυσαν τεράστια ποσά σε μεγάλες μονάδες επεξεργασίας και καύσης και τώρα ψάχνουν πανικόβλητοι να βρουν πρώτη ύλη; Και αντί να μαθαίνουν κάποιοι από αυτά τα λάθη, μας τα πλασάρουν σαν παράδειγμα για μίμηση; Μέχρι εκεί φτάνει η κριτική τους σκέψη ή, μήπως, κρύβονται άλλες επιδιώξεις πίσω από αυτές τις επιλογές;
  1. Να προσθέσουμε ακόμη ότι στη σύμβαση περιλαμβάνεται όρος για την υποχρεωτική παράδοση του συνόλου των σύμμεικτων των δήμων στα εργοστάσια της ΤΕΡΝΑ. Δεν είναι μόνο ότι δε θέλουν να τους ξεφύγει ούτε ένα κιλό σύμμεικτα σκουπίδια. Το πιο σοβαρό είναι ότι θέλουν αν αποτρέψουν κάθε προσπάθεια των δήμων, τώρα και στο μέλλον, να αναπτύξουν αποκεντρωμένες υποδομές ήπιας διαχείρισης. Αυτό σημαίνει, επίσης, πως ακόμη κι αν μειωθούν οι εγγυημένες ποσότητες, τα σύμμεικτα θα εξακολουθήσουν να παραμένουν πάρα πολλά και αναγκαστικά θα οδηγούνται στη στημένη φάκα της ΤΕΡΝΑ.
  1. Μήπως, όμως, τα υλικά που δεν θα ανακτώνται με προδιαλογή θα ανακτώνται μέσα από τη μηχανική επεξεργασία των σύμμεικτων στα τρία εργοστάσια; Η μελέτη της ΤΕΡΝΑ, το λέει καθαρά και με νούμερα. Από τα σύμμεικτα που θα εισέρχονται στα τρία εργοστάσια επεξεργασίας, μόνο το 22% θα ανακτάται (ανακυκλώσιμα υλικά 15% και βιοαέριο 7%). Όλα τα άλλα θα είναι, ουσιαστικά άχρηστα υλικά, με το υπόλειμμα για ταφή να φτάνει το 45%.

Πίνακας με τα «προϊόντα» της επεξεργασίας σύμμεικτων στα εργοστάσια της ΤΕΡΝΑ

 

προϊόντα της επεξεργασίας ποσότητες (t) ποσοστό
ανακύκλωση 30.490 15%
βιοαέριο 13.170 7%
κομπόστ δεύτερης ποιότητας (CLO) 45.040 23%
υπόλειμα 90.000 45%
απώλειες 21.300 11%
σύνολο 200.000 100%

 

Πιστεύει, στ’ αλήθεια, κανείς/μία πώς με αυτό το 22% και με μια αναιμική προδιαλογή που θα γίνεται, μπορούμε να φτάσουμε ποτέ το στόχο της ανάκτησης 74%, που βάζει το εθνικό σχέδιο για το 2020;

  1. Το σχέδιο της ΣΔΙΤ έχει ένα πολύ υψηλό κατασκευαστικό κόστος, της τάξης των 120 εκ. ευρώ, που θα χρηματοδοτηθεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος από τα δημόσια ταμεία και τις τράπεζες, που θα εξανεμίσει ότι διαθέσιμο πόρο υπάρχει για χρηματοδότηση έργων διαχείρισης στερεών αποβλήτων, αφήνοντας μετέωρα τα τοπικά σχέδια διαχείρισης των δήμων. Οι οποίοι, ακόμη κι αν καταφέρουν να στήσουν κάποιες υποδομές τοπικής διαχείρισης, θα έχουν το μόνιμο άγχος της «διπλής» επιβάρυνσης. Με αυτήν που αφορά τις εγγυημένες ποσότητες να φτάνει τα 99 ευρώ/τόνο και τα 43 ευρώ/τόνο για τις ποσότητες πάνω από τις εγγυημένες, χωρίς να υπολογίζεται το κόστος μεταφοράς στις εγκαταστάσεις της ΤΕΡΝΑ. Πολύ ψηλές τιμές, ακόμη και γι αυτού του τύπου τη διαχείριση και, μάλιστα, καθόλου διαπραγματεύσιμες, απ’ ότι αφήνεται να διαρρεύσει.
  1. Σκαλίζοντας τη σύμβαση θα βρούμε και άλλες δεσμεύσεις, όπως αυτή (άρθρο 26) που αφήνει ανοιχτό (υπό διαπραγμάτευση) το θέμα της χρέωσης των ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις μέγιστες, αλλιώς η περιφέρεια πρέπει να βρει κάποιον τρίτο (!!!) να δεχτεί τις υπερβάλλουσες ποσότητες. Ή αυτή (άρθρο 29) που μεταφέρει στην περιφέρεια το κόστος επιπρόσθετων ή εναλλακτικών υπηρεσιών, σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας των μονάδων.

Η επαναδιαπραγμάτευση της σύμβασης ΣΔΙΤ δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η σύμβαση ΣΔΙΤ δεν είναι απλά ένα μέσο για να χρηματοδοτηθεί η κατασκευή κάποιων υποδομών. Πολύ περισσότερο από αυτό είναι ένα σκληρό εργαλείο για να εφαρμοστεί ένα συγκεντρωτικό, αντιπεριβαλλοντικό και ακριβό μοντέλο διαχείρισης αποβλήτων, σε αντίθεση με την κοινή λογική και τα όσα προβλέπει το νέο εθνικό σχέδιο. Και γι αυτό λόγο συνηθίζουμε να μιλάμε για σχέδιο ΣΔΙΤ και όχι για σύμβαση ΣΔΙΤ στεγνά. Που ακόμη κι όταν μας στοιχίζει ο κούκος αηδόνι, δεν παράγει ουσιαστικά αποτελέσματα στον τομέα της ανακύκλωσης. Ενώ, ταυτόχρονα, παγιώνει καθεστώς μόνιμης ιδιωτικοποίησης του μεγαλύτερου μέρους της διαχείρισης των αποβλήτων.

Οπότε τα όσα συζητούνται στα υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια για ανατροπή των αρνητικών συνεπειών, μέσω της επαναδιαπραγμάτευσης της σύμβασης είναι, το λιγότερο, πλάνη. Διότι η φιλοσοφία της και τα αποτελέσματά της δε διαφοροποιούνται με αλλαγές του τύπου «μειώνουμε τις εγγυημένες ποσότητες», κρατώντας στα ίδια επίπεδα το κόστος και αναλλοίωτο το σχεδιασμό της. Το εξηγήσαμε και πιο πριν, πως όσο κι αν αλλάξουν οι εγγυημένες ποσότητες δεν θα πάψει να είναι μια αλλαγή στα χαρτιά, αφού το παιχνίδι είναι έτσι στημένο ώστε η «παραγωγή» σύμμεικτων απορριμμάτων να παραμένει μόνιμα υψηλή και ο αποδέκτης τους να είναι ένας και μοναδικός: η ΤΕΡΝΑ. Κάνουν λάθος υπολογισμούς στη διυπουργική επιτροπή, αν πιστεύουν ειλικρινά πως θα η ανακύκλωση θα εκτοξευτεί στα ύψη, μόνο και μόνο επειδή στο χαρτί έβαλαν μια χαμηλότερη εγγυημένη ποσότητα. Όταν όλες οι άλλες συνθήκες εξακολουθούν να την αποτρέπουν.

Δεν υπάρχει δεύτερη επιλογή, κατά συνέπεια, παρά η ακύρωση της σύμβασης ΣΔΙΤ και η ταχεία επεξεργασία από το ΦοΔΣΑ και τους δήμους του μόνου εναλλακτικού μοντέλου, που έχει βάσιμες ελπίδες γρήγορης υλοποίησης και παραγωγής αποτελεσμάτων, αυτού της αποκεντρωμένης διαχείρισης, με δημόσιο χαρακτήρα και με έμφαση στην προδιαλογή των υλικών. Ας μην αναζητούν οι αυτοδιοικητικοί της περιφέρειας μαγικές λύσεις σε άλλα μήκη και πλάτη, ούτε σε νέους επίδοξους «πράσινους» και υπεύθυνους εργολάβους. Ένας από τους πιο μεγάλους κινδύνους των ημερών είναι οι προτάσεις που επικαλούνται την αποκεντρωμένη διαχείριση και, στην πράξη, επαναφέρουν τα σενάρια που απορρίπτουμε. Έχει, ήδη, «καεί η γούνα μας» από τέτοιους νέους επίδοξους σωτήρες.

Η λύση βρίσκεται κοντά μας: στις βασικές κατευθύνσεις του νέου εθνικού σχεδίου, στα προωθημένα τοπικά σχέδια κάποιων δήμων και στα αναθεωρημένα περιφερειακά σχέδια κάποιων περιοχών, όπως η Κρήτη και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη, που αρχίζουν να αναζητούν πιο αποκεντρωμένες υποδομές ήπιας διαχείρισης, που θα υλοποιηθούν χωρίς ΣΔΙΤ και εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις. Παρά την αποψίλωση των τελευταίων χρόνων, υπάρχει ένα τεχνικό και επιστημονικό προσωπικό στους δήμους και στην περιφέρεια, που μπορεί να υποστηρίξει μια αλλαγή πολιτικής στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων. Αρκεί να δει στις κινήσεις των αιρετών της αυτοδιοίκησης τη βούληση να αντισταθούν στις ποικιλόμορφες πιέσεις  και να προχωρήσουν μπροστά, με βάση το συμφέρον των δημοτών τους. Και, βεβαίως, να δουν μια κοινωνία ολόκληρη να επιμένει και να παρεμβαίνει όπου και όταν χρειάζεται για να υπερασπιστεί τα αυτονόητα.

Οι συλλογικότητες, που αναλάβαμε την πρωτοβουλία αυτής της συνάντησης θέλουμε να λειτουργήσουμε σαν το εμβρυουλκό μιας ακόμη μεγαλύτερης συσπείρωσης και ενεργοποίησης των τοπικών μας κοινωνιών, δίνοντας συνέχεια στις κοινές μας δράσεις, μέχρι να καταφέρουμε να κάνουμε πράξη όλα αυτά που υποστηρίζουμε.