Στην αρχη ηταν μια μακρυνη φιγουρα για μενα.Ο αντιρρησιας συνειδησης. Διαδηλωσεις υποστηριξης. Μετα τον γνωρισα πολιτικα στην Ομοσπονδια Οικολογικων Εναλλακτικων οργανωσεων στα τελη του 1980.Ο Μιχαλης παντα εκει στα συντονιστικα δεν μπορουσες να μην τον δεις ειναι πανυψηλος.Τελος γνωρισα προσωπικα αυτον και την συντροφο του την Μαρια με βαθια σκεψη και πολιτικη αποψη, στην Λευκαδα που ζουν , πριν απο δεκα χρονια και στα τεσσερα χρονια που δουλεψα εκει.

Να προσθεσω καποιες πινελιες στο πορτρετο του που καταγραφεται πιο κατω.

Ο Μιχαλης ειναι βαθεια θρησκευομενος και κοντα στην εκκλησια. Και αγαπα τους ανθρωπους και τα ζωα. Ο Μιχαλης ειναι οικολογος βαθια πολιτικοποιημενος κατεβηκε στις εκλογες με τους Οικολογους Πρασινους τωρα δεν ξερω αν ειναι ενταγμενος καπου. Φυσικα και θα μπορουσε να εχει κανει επαγγελματικη πολιτικη καριερα εχει ολα τα προσοντα. Ομως εμεινε καθαρος. Ενεργος πολιτης. Να υπερασπιζεται στα δικαστηρια φτωχους και κατατρεγμενους. Να ζει σε ενα ορεινο χωριο πανω απο το Νυδρι. Να υπερασπιζεται παντα την ειρηνη την φυση τους ανθρωπους. Ειναι τιμη μου να εχω τετοιους φιλους

http://www.vice.com/gr/read/antirisias-sinidisis-ellada

Τον Μιχάλη Μαραγκάκη δεν είχε τύχει να τον γνωρίσω από κοντά μέχρι εκείνη την Κυριακή το μεσημέρι. Γνώριζα μονάχα την ιστορία του. Το 1986 ήταν ο πρώτος Έλληνας που δήλωσε δημόσια την άρνησή του να καταταγεί στον ελληνικό στρατό για πολιτικούς λόγους. Καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης, πέρασε από ισάριθμες στρατιωτικές φυλακές, προχώρησε σε τρεις απεργίες πείνας έως ότου τελικά απελευθερωθεί το Δεκέμβριο του 1988. Ο αγώνας του δημιούργησε μαζικά κινήματα συμπαράστασης που ξεπέρασαν τα ελληνικά σύνορα -θέτοντας παράλληλα μια σειρά αιτημάτων στη ελληνική κοινωνία όπως η αποποινικοποίηση της άρνησης στράτευσης και η θέσπιση εναλλακτικών  κοινωνικών υπηρεσιών. Σήμερα, εκείνο το πρώτο κίνημα αντιρρησιών συνείδησης, εκφράζεται από τον Σ.Α.Σ (Σύνδεσμο Αντιρρησιών Συνείδησης).

Συναντώ τον Μιχάλη στο κέντρο της Αθήνας. Είναι ένας άντρας με εντυπωσιακό παράστημα -το ύψος του αγγίζει τα δύο μέτρα. Διδάσκει σε ένα γυμνάσιο της Λευκάδας, φυσική,  χημεία, βιολογία και γεωγραφία. Μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που μιλά. Δίχως «κραυγές» και πολιτικές «κορώνες». Παρά με την έμφυτη ευγένεια του ανθρώπου που δυσκολεύεται να αναφέρεται στον εαυτό του.

«Δεν είναι ψέμα ότι,  δεν γεννιέται κάποιος αντιρρησίας συνείδησης. Αλλά δικαιούται να έχει μια πορεία μέχρι να κατασταλάξει και να καταλήξει σε αυτό. Από μικρός -και έχει σημασία να το πω- έζησα σε μια πολύ καλή οικογένεια, με ιδιαίτερη αγάπη, με μια θρησκευτικότητα, γεγονός που έπαιξε πολύ σοβαρό ρόλο καθώς είχα διαμορφώσει έναν ήπιο και μη βίαιο χαρακτήρα ακόμη και στις συνδικαλιστικές, πολιτικές ή κομματικές δράσεις που είχα στο πανεπιστήμιο. Παράλληλα με αυτή την ωρίμανση των σκέψεών μου είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στο εξωτερικό το κίνημα των αντιρρησιών συνείδησης, με τις πληροφορίες να φτάνουν μέχρι την  Ελλάδα. Η καθοριστική στιγμή για την τελική μου απόφαση ήταν όταν βρέθηκα σε μια εκδήλωση στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης με θέμα την αντίρρηση συνείδησης. Επηρεάστηκα πολύ από την ομιλήτρια -μέλος του War Resistance International- και αποχωρώντας από την εκδήλωση είπα ότι εγώ δεν θα πάω στο στρατό. Θα δηλώσω αντιρρησίας συνείδησης.

Δεν μπορώ να πω ότι χάρηκαν οι γονείς μου όταν τους ανακοίνωσα την πρόθεσή μου όμως από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν δίπλα μου. Η μητέρα μου ήρθε στα δικαστήρια, έδωσε συνεντεύξεις, στήριξε με κάθε τρόπο και υπομονή τον αγώνα μου.  Παρά τα σχόλια του κοινωνικού περίγυρου.

Πριν από τη δική μου δήλωση, υπήρχαν πολλοί θρησκευτικοί αντιρρησίες συνείδησης. Οι οποίοι μάλιστα σήκωναν το βάρος ενός άλλου τύπου αγώνα, μη βίαιου αγώνα, σιωπής θα έλεγε κανείς, με πολύ διακριτικές παρεμβάσεις στους διεθνείς οργανισμούς. Όλο αυτό είχε ως αποτέλεσμα να σηκώνουν και το βάρος χιλιάδων χρόνων φυλάκισης. Οι ποινές που έχουν επιβληθεί σε αντιρρησίες συνείδησης στην Ελλάδα ξεπερνούν τα 30 χιλιάδες χρόνια!

Εκτός από αυτούς υπήρξαν και κάποιοι πολιτικοί αντιρρησίες συνείδησης την εποχή της Μικρασιατικής εκστρατείας, του Β’ παγκόσμιου πολέμου ακόμη και του Εμφυλίου. Όμως ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις και δεν αποτέλεσαν πεδίο διαλόγου της κοινωνίας συνολικά. Ενώ εμείς, όταν έκανα τη δήλωση για την αντίρρηση συνείδησης, το θέσαμε συνολικά, απευθείας, στη καρδιά της κοινωνίας, με παρεμβάσεις, αφίσες, δημοσιεύματα. Είχε γίνει μια προετοιμασία αρκετών μηνών, με συνωμοτικό τρόπο, 5-10 άνθρωποι ήμασταν τότε, κάνοντας κάποιες επαφές με τη Διεθνή Αμνηστία, με διεθνής αντιπολεμικές-αντιμιλιταριστικές οργανώσεις, με αντιρρησίες συνείδησης του εξωτερικού, με ευρωβουλευτές.

Η δράση μας συγκίνησε τους ανθρώπους εκείνη την εποχή. Όχι ότι δεν υπήρξαν αντιδράσεις. Και οργανωμένες από ακροδεξιές ομάδες και από συντηρητικούς ανθρώπους οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν και το κατήγγειλαν. Υπήρξε όμως πολύ γλυκιά αποδοχή από πλατιές μάζες ανθρώπων. Από γονείς, ιερείς, δασκάλους ακόμη και πολιτικούς. Έγινε μια ευρεία συμμαχία δυνάμεων από τους Οικολόγους, την Αριστερά με τον Ρήγα Φεραίο, χριστιανοσοσιαλιστών ριζοσπαστών μέχρι τους αναρχικούς. Η Αριστερά βέβαια με πολύ επιφύλαξη προσέγγιζε το θέμα. Δεν το άγγιζε με εύκολο τρόπο αλλά ακόμη και το ΚΚΕ στάθηκε με μια συμπάθεια αλλά ταυτόχρονα εγκράτεια και επιφύλαξη απέναντι στο ζήτημα».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Μιχάλης Μαραγκάκης διακόπτει την αναβολή λόγω σπουδών και είναι έτοιμος να παρουσιαστεί στη στρατολογία και να γίνει ο πρώτος Έλληνας που θα δηλώσει την αντίρρησή του να καταταγεί στο στρατό για πολιτικούς λόγους. Το αποτέλεσμα της πράξης του ξέρει ότι θα είναι αρκετά σκληρό: Φυλάκιση σε στρατιωτικές φυλακές και τρεις απεργίες πείνας μέχρι να εισακουστεί από τη πολιτεία. Έχει όμως και τα απρόοπτά του: Την αμέριστη συμπαράσταση και έμπρακτη αγάπη χιλιάδων συμπολιτών.

«Το 1986, είμαι 29 χρονών και είναι η χρονιά που πρέπει να καταταγώ στο  στρατό. Είχα τελειώσει τις σπουδές μου, στη Γεωλογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και από το 1984, είχα ήδη φύγει από τη γενέτειρά μου, μετακομίζοντας στη Λευκάδα. Συγκεκριμένα στο Νεοχώρι της Λευκάδας, ένα ορεινό εγκαταλελειμμένο χωριό.

Στις 6 Δεκεμβρίου πήγα στο Ρουφ μαζί με το δικηγόρο μου. Κατέθεσα το γραπτό αίτημα, με το οποίο παρέθετα τους λόγους για τους οποίους δεν ήθελα να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Στην αρχή δεν κατάλαβαν τι ήταν αυτό το έγγραφο. Μέχρι να οδηγηθώ στην έξοδο του κτιρίου, κάποιοι άρχισαν να το διαβάζουν και μέσα στα επόμενα λεπτά ακούσαμε φωνές στους διαδρόμους. Φώναζαν στην προσπάθειά τους να με εντοπίσουν και να με προλάβουν και να επιστρέψουν το έγγραφο.

Από εκείνη τη μέρα μέχρι και τη σύλληψή μου, τον Μάρτιο του 1987, συνέχισα με εκδηλώσεις, ομιλίες, συγκεντρώσεις, συνήθως σε πανεπιστημιακούς χώρους, ενημερώνοντας τους πολίτες για την αντίρρηση συνείδησης, για τη βία, τον  πόλεμο. Κάναμε και μία πολύ ωραία παρέμβαση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στη διεθνή συνάντηση «Συνδιάσκεψη 5 Ηπείρων για την Ειρήνη και τον αφοπλισμό» που είχε διοργανώσει τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου, παρουσία ηγετών από 40 χώρες.  Είχα μπει μέσα, με την κάρτα συνέδρου αντιπολεμικής οργάνωσης, την ώρα που μιλούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, φορώντας μία μπέρτα, κάτι σα ράσο που έγραφε «300 αντιρρησίες συνείδησης στη φυλακή. Γιατί;» και μοίρασα ένα έντυπο στους συνέδρους με το οποίο εξηγούσα την κατάσταση στην Ελλάδα. Αυτή η κίνηση διεθνοποίησε αμέσως το ζήτημά μας. Ήταν τόσο καλό το κλίμα, που η πρωτοβουλία χειροκροτήθηκε από τους συνέδρους.

Εκείνο το καιρό δεν υπήρχε επιτροπή του στρατού που θα κρίνει αν είσαι ή όχι αντιρρησίας συνείδησης. Βέβαια επειδή από την πρώτη στιγμή εκφράστηκε  θετικά τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και η Διεθνής Αμνηστία, υπήρχε καλό κλίμα στην κοινή γνώμη. Έτσι, το χειρίστηκαν πολύ διακριτικά στέλνοντάς μου μια πρόσκληση για να εξεταστώ από τον ανακριτή στο στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης. Γνώριζα βέβαια ότι θα με συλλάβουν, έφταιξα μια βαλίτσα με μερικά ρούχα, πήρα και τα εργαλεία μου της ξυλογλυπτικής, και πήγα και παρουσιάστηκα.

Έζησα στις στρατιωτικές φυλακές της Θεσσαλονίκης, που ήταν μέσα στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά, στις στρατιωτικές φυλακές της Καβάλας, ακολούθησαν αυτές των Διαβατών και στις στρατιωτικές φυλακές στην Αυλώνα. Συνολικά έμεινα 20 μήνες στη φυλακή προχωρώντας σε τρεις απεργίες πείνας διάρκειας 71, 50 και 20 ημερών αντίστοιχα. Ξεκίνησα την πρώτη απεργία μετά την καταδικαστική απόφαση του στρατοδικείου για πέντε χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της ανυποταξίας. Μετά την πρώτη καταδίκη με μετέφεραν στις στρατιωτικές φυλακές της Καβάλας. Το γεγονός της μεταφοράς μου στη Καβάλα συνέπεσε με κάποιες μεταρρυθμίσεις για το θέμα των ανυπότακτων του εξωτερικού. Βγήκε τότε μια υπουργική απόφαση με την οποία αποποινικοποιούσαν την ανυποταξία για να δώσουν τη δυνατότητα στους Έλληνες του εξωτερικού να έρχονται στην Ελλάδα χωρίς κυρώσεις. Έτσι, αναγκάστηκαν να με απελευθερώσουν. Αλλά μόνο για μία μέρα, δίνοντάς μου φύλλο πορείας για να καταταγώ στη Δράμα.  Τη θυμάμαι πολύ έντονα εκείνη τη μέρα γιατί κατά την έξοδό μου από τις φυλακές, με υποδέχτηκε μία μπάντα με μουσικά όργανα, κρουστά και πνευστά, που γύριζε όλη την Ευρώπη για την ειρήνη.

Και όχι μόνο έπαιξαν έξω από τις στρατιωτικές φυλακές αλλά με συνόδευσαν μέχρι τον σταθμό του Αυλώνα όπου πήρα το τρένο της επιστροφής. Ήταν μια πολύ συγκινητική στιγμή. Επόμενος σταθμός η Δράμα. Παρουσιάστηκα, δηλώνοντας, για μία ακόμη φορά, την αντίρρησή μου να υπηρετήσω στο στρατό. Νέο στρατοδικείο στη Καβάλα, νέα ποινή πέντε χρόνων φυλάκισης, κράτηση στην Αυλώνα μέχρι να γίνει το τελικό εφετείο στην Αθήνα όπου η ποινή μειώθηκε σε 26 μήνες. Με την απόφαση του εφετείου, η οποία οριστικοποίησε τη ποινή μου, ξεκίνησα νέα απεργία πείνας. Ήταν Καθαρά Δευτέρα θυμάμαι. Απεργία πείνας, παίρνοντας μόνο υγρά. Βέβαια και μόνο με υγρά καταρρέει ο οργανισμός σταδιακά. Έφτασα να χάνω μισό κιλό καθημερινά. Μετά από 50 μέρες, αναγκασμένοι λόγω της κατάστασης της υγείας μου, υποχρεώθηκαν να με στείλουν στο νοσοκομείο. Με έβαλαν στην εντατική στο 401. Συνέχισα για ακόμη 20 μέρες την απεργία πείνας ώσπου έκανε μια δήλωση ο διευθυντής του νοσοκομείου με την οποία τόνιζε προς τη κυβέρνηση ότι δεν θα έχει πλέον καμία ευθύνη για τη ζωή μου και ότι θα έπρεπε να αναλάβει το Υπουργείο την ευθύνη για τη ζωή μου. Εκείνες τις μέρες ήταν που μου τηλεφώνησε ο Γιώργος Παπανδρέου, Υπουργός Παιδείας τότε, λέγοντάς μου «Μιχάλη, θα έρθει κάποιος και από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, η κυβέρνηση αποφάσισε να τακτοποιήσει το ζήτημα των αντιρρησιών συνείδησης». Και πράγματι, ήρθε ο Στάθης Γιώτας, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας της τότε κυβέρνησης. Η δήλωσή του ότι η κυβέρνηση θα νομοθετήσει για να ρυθμίσει το θέμα των αντιρρησιών συνείδησης ήταν η εξέλιξη που με έκανε να σταματήσω την απεργία πείνας.

Βέβαια άργησε αρκετά να προχωρήσει το ζήτημα -το καταλαβαίνω, όμως, δεν ήταν και εύκολο πράγμα. Υπήρχαν πολλές και διαφορετικές πιέσεις από το στρατό, την εκκλησία… Στο μεσοδιάστημα, ξεκίνησα πάλι απεργία πείνας μαζί με τον Θανάση Μακρή ο οποίος φυλακίστηκε και αυτός ως αντιρρησίας συνείδησης και μαζί μου συνέχισε την απεργία πείνας. Από την πρώτη απεργία πείνας ήμασταν μαζί. Πριν ακόμη γίνει η ρύθμιση, συμπλήρωσα τα 2/3 της ποινής μου και βάση του νόμου, απελευθερώθηκα. Μετά από 20 μήνες φυλακή μου έδωσαν απολυτήριο στρατού.

Οι συνθήκες στις στρατιωτικές φυλακές ήταν καλές, μπορώ να πω. Βέβαια υπήρχε μια «μαγκιά» από την πλευρά των δεσμοφυλάκων αλλά και η διοίκηση των φυλακών ήταν υποχρεωμένη να με αντιμετωπίσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο γιατί είχε εντολές από το Υπουργείο. Παράλληλα οι κρατούμενοι έδειξαν μια ευλάβεια απέναντί μου, εντυπωσιασμένοι από το γεγονός ότι ξαφνικά αρνείται κάποιος να πάει στο στρατό κάνοντας μάλιστα έναν τόσο επίπονο αγώνα. Με σεβάστηκαν και με αγάπησαν. Ήμουν ιδιαίτερα καλοδεχούμενος από τους θρησκευτικούς αντιρρησίες συνείδησης οι οποίοι παρακολουθούσαν την υπόθεσή μου και την εξέλιξη του αγώνα περιμένοντας αποτελέσματα που θα επηρέαζαν και τις δικές τους καταδίκες. Εκτός από το γεγονός ότι τη πρώτη μέρα που μπήκα στη φυλακή με κούρεψαν γουλί, δεν έχω άλλο παράπονο.

Μου έχουν μείνει κάποιες αναμνήσεις και από τη διάρκεια της φυλάκισής μου αλλά και από την ημέρα που απελευθερώθηκα. Θυμάμαι τον σκοπό να με χαιρετά καθώς έβγαινα από τις φυλακές κρατώντας δυο τσαντούλες στα χέρια μου. Όπως επίσης -ήμουν τυχερός που το έζησα αυτό- την αγάπη και την φροντίδα δεκάδων αγνώστων που με επισκέφτηκαν στη φυλακή. Αξέχαστη είναι η στιγμή που με επισκέφτηκε ο πρώτος εν ενεργεία στρατιωτικός αντιρρησίας συνείδησης, Βασίλης Λιβερίου, σημαιοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού, που αρνήθηκε για λόγους συνείδησης να συνεχίσει τη στρατιωτική του καριέρα.  Έγινε κουμπάρος μου, βαφτίζοντας τη κόρη μου Στέλλα και παντοτινός αγαπημένος φίλος αν και μοναχός πλέον στο Άγιο Όρος εδώ και 15 χρόνια.

Μια άλλη ακόμα ενδιαφέρουσα ανάμνηση κατά τη διάρκεια της κράτησής μου στη φυλακή ήταν από έναν βουδιστή καλόγερο ο οποίος είχε έρθει έξω από τις στρατιωτικές φυλακές Αυλώνα και επί ώρες έπαιζε ένα τεράστιο τύμπανο δηλώνοντας την συμπαράστασή του στον αγώνα μου. Όταν του επέτρεψαν να με επισκεφτεί μέσα στη φυλακή με χαιρέτησε με αυτόν τον βουδιστικό τρόπο και μου χάρισε το κομποσκοίνι του.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή έκανα και πάρα πολλούς νέους φίλους. Δέχτηκα στη φυλακή πάνω από 5 χιλιάδες γράμματα συμπαράστασης. Κάθε μέρα ερχόταν ο ταχυδρόμος βρίζοντας με μια σακούλα γράμματα. Και άλλη μισή σακούλα για όλους τους άλλους φυλακισμένους».

Ακούω τον Μιχάλη να μιλά και αντιλαμβάνομαι ότι οι αντιρρησίες συνείδησης προτάσσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής. Δεν πρόκειται ούτε για φυγόμαχους ούτε για προδότες όπως κάποιοι με σχετική ευκολία τους χαρακτηρίζουν. Πίσω από την άρνηση να καταταγούν στον στρατό βρίσκεται η άρνηση στην στρατικοποίηση της κοινωνίας, η άρνηση του πολέμου και της αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής.

«Η φιλοσοφία μου ως αντιρρησίας συνείδησης έχει να κάνει με αυτόν τον ανυποχώρητο σεβασμό που πρέπει να έχουμε όλοι στην ανθρώπινη ζωή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα στερήσω από κάποιον την ζωή του. Καμιά φορά φτάνουμε στο σημείο να σκοτώνουμε, νομίζοντας, ότι ο άλλος είναι ένα τίποτα. Λες και η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία. Εγώ δεν μπορώ να υποβιβάσω τον συνάνθρωπό μου σε αυτό το επίπεδο.  Και θέλω να πω ότι υπήρχε και η άλλη πλευρά, που λέει ότι έχουμε την υποχρέωση όλοι μας, περνώντας από αυτό το κόσμο, να αφήσουμε κάτι πίσω μας. Και ‘γω το ήξερα πως όταν έκανα το 1986 την πρώτη άρνηση δήλωσης για πολιτικούς λόγους. Στόχος μου δεν ήταν απλά να μην πάω στο στρατό, αλλά να υπάρξει μια νομοθετική ρύθμιση για τους αντιρρησίες συνείδησης. Υπήρχε μια ανάγκη να αφήσουμε κάτι στις επόμενες γενιές. Να πάψουν να είναι φυλακισμένοι οι αντιρρησίες συνείδησης. Για σκέψου ότι με τον αγώνα που κάναμε, από το 1990 μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αντιρρησίες συνείδησης στη φυλακή. Με πρόχειρο υπολογισμό διαπιστώνω ότι αποφύγαμε περισσότερα από 10 χιλιάδες χρόνια φυλάκισης! Υπήρξε η θέληση να πραγματοποιηθεί μια αλλαγή -ένα χτύπημα στο μιλιταρισμό και τη στρατικοποίηση της κοινωνίας. Οι μιλιταριστές αιφνιδιάστηκαν και πανικοβλήθηκαν από τις ενέργειές μας. Ο στρατός σήμερα είναι η πιο σύγχρονη οργανωμένη μορφή δουλείας παγκόσμια. Που κρατάει εκατομμύρια ανθρώπους σα σκλάβους σε μια βίαιη διαδικασία και ανά πάσα στιγμή τους χρησιμοποιεί σε μια πολεμική επιχείρηση».

Σταδιακά, και μέσα από την κοινωνικοποίηση του ζητήματος των αντιρρησιών συνείδησης η πολιτεία προχώρησε στην αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου και στην αναγνώριση των αντιρρησιών συνείδησης. Αρχικά με την εξοντωτική ποινή των 30 μηνών εναλλακτικής θητείας (όταν για την στρατιωτική θητεία ήταν 12) για να φτάσουμε στους 15 μήνες που ισχύει για σήμερα εφόσον φυσικά η επιτροπή εγκρίνει το αίτημά σου και αποδεχτεί ότι πράγματι είσαι αντιρρησίας συνείδησης.

«Η εναλλακτική θητεία για όσους δηλώνουν αντιρρησίες συνείδησης δεν είναι δίκαιο μέτρο. Έχει τιμωρητικό χαρακτήρα. Είναι καταρχάς μεγαλύτερης διάρκειας από τη στρατιωτική θητεία. Ενώ το αίτημά μας είναι η αποποινικοποίηση της άρνησης της στράτευσης. Και ακόμα και το ζήτημα της εναλλακτικής στρατιωτικής θητείας έχει να κάνει με μια λύση στα πλαίσια αυτού του συστήματος πραγμάτων. Για εμάς τους αντιρρησίες συνείδησης, η εθελοντική συμμετοχή και προσφορά είναι αυτονόητη από μόνη της. Δεν μπορεί να επιβάλλεται με ένα νομοθετικό πλαίσιο. Οι άνθρωποι δεν πάνε να εξαγοράσουν κάτι με την εθελοντική τους συμμετοχή. Αν κάποιος θέλει να προσφέρει ως οργανωμένη εναλλακτική θητεία ας το κάνει. Αν κάποιος θέλει να προσφέρει με άλλον τρόπο στη κοινωνία ας το κάνει επίσης».

Σήμερα, ο Μιχάλης Μαραγκάκης είναι πατέρας 5 παιδιών, ζει και εργάζεται στο Νεοχώρι της Λευκάδας -στα 350 μέτρα υψόμετρο, απολαμβάνει την ηρεμία της υπαίθρου- και ασχολείται, όταν δε διδάσκει στο σχολείο,  με αγροτοκτηνοτροφικές  δουλειές και καλλιτεχνήματα.

«Έχω γίνει πια πολύτεκνος -ο γιος που είχα από όταν βρισκόμουν φυλακισμένος και ερχόταν και με έβλεπε στο 401, τώρα είναι 28 χρονών. Έχω ακόμη 4 παιδιά τα οποία σπουδάζουν. Ο μικρότερος γιος μου τελειώνει το λύκειο. Ο μεγαλύτερος επέλεξε να εκπληρώσει κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Διάλεξε να πάει γιατί του φαινόταν πιο εύκολο και δεν είχε το μεράκι να το κυνηγήσει. Εγώ τον συνόδευσα μέχρι το Μεσολόγγι όταν παρουσιάστηκε. Δεν προσπάθησα να τον μεταπείσω. Αλλά έχει θα έλεγα πολύ ταυτόσημες απόψεις με εμένα όσον αφορά τη βία, τη κοινωνική δικαιοσύνη, τον πόλεμο. Μετά την αποφυλάκισή μου επέστρεψα στο Νεοχώρι Λευκάδας όπου και διορίστηκα στο δημόσιο. Θα μπορούσα βέβαια να κάνω και άλλα πράγματα αν είχα ακολουθήσει αυτό που μου είχε πει ο Γιώργος Παπανδρέου όταν με επισκέφτηκε κρυφά στο 401, προτείνοντάς μου να πάω να δουλέψω μαζί του στο ΠΑΣΟΚ. Σήμερα ίσως ήμουν Γενικός Γραμματέας σε κάποιο υπουργείο!». Το λέει και χαμογελά. Ξέρει ότι η δημοσιότητα ανοίγει δεκάδες πόρτες. Όμως ο Μιχάλης Μαραγκάκης ήθελε να επιστρέψει στο χωριό.