Εκει θελουν να μας πανε. Αυτο ειναι το σχεδιο

http://www.efsyn.gr/arthro/american-dreaming

American dreaming

Αστεγη Αμερικανίδα γιαγιά που ζει σε τροχόσπιτοΗ 80χρονη Ντολόρες Γουέστφολ στο τροχόσπιτο της

Μια που τις τελευταίες εβδομάδες καταπιάστηκα λόγω επικαιρότητας με τα πολιτικά πράγματα (και αδιέξοδα) των ΗΠΑ, λέω σήμερα ν’ αλλάξω τροπάρι και να κλείσω αυτό το άτυπο αφιέρωμα με μια ιστορία που διάβασα πριν από λίγες μέρες στους «Los Angeles Times» και μάλλον έχει περισσότερα πράγματα να πει για την «άλλη», την αληθινή Αμερική, από τα τεκταινόμενα στους διαδρόμους του Καπιτωλίου και τα στούντιο των μεγάλων αμερικανικών καναλιών.

Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας λέγεται Ντολόρες Γουέστφολ και σε λίγους μήνες κλείνει τα 80 της χρόνια. Είναι μια κοντούλα, λεπτοκαμωμένη αλλά πεισματάρα Αμερικάνα γιαγιά, που έζησε για δεκαετίες το αμερικανικό όνειρο και τώρα, στα γεράματα, βρέθηκε μαζί με εκατομμύρια άλλους ηλικιωμένους «στην απέξω».

Γέννημα-θρέμμα Νεοϋορκέζα, κοσμοπολίτισσα και διαβασμένη, σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και δούλεψε για χρόνια ως υπάλληλος σε τράπεζες και μουσεία, ενώ αργότερα ασχολήθηκε με τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων.

Εζησε μια καλή, ανεξάρτητη ζωή: έβγαλε αρκετά χρήματα, παντρεύτηκε δύο φορές, χώρισε άλλες τόσες, και πριν από μερικά χρόνια όλα έδειχναν ότι θα απολάμβανε ήσυχα ήσυχα τη σύνταξή της στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια, όπου είχε αγοράσει ένα σπιτάκι με δάνειο.

Λογάριαζε, όμως, χωρίς τον ξενοδόχο – τους αδηφάγους τραπεζίτες της Wall Street και τη Μεγάλη Υφεση του 2007-8.

Μέσα σε λίγους μήνες, ο κόσμος της Ντολόρες και μυριάδων ακόμη Αμερικανών κατέρρευσε. Οι οικονομίες της, που τις είχε επενδύσει στο χρηματιστήριο, εξανεμίστηκαν, έχασε το σπίτι της, και βρέθηκε ξαφνικά με χρέη πάνω από 50.000 δολάρια.

Είχε βέβαια τη σύνταξή της –κάπου 1.200 δολάρια τον μήνα– αλλά δεν ήταν αρκετά για να την κρατήσουν στη μεσαία τάξη.

Πέρασε χωρίς καλά καλά να το καταλάβει σε μια νέα κατηγορία ανθρώπων – αυτών που, όπως γράφουν οι «L.A. Times», είναι «πολύ φτωχοί για να σταματήσουν να δουλεύουν, και πολύ νέοι για να πεθάνουν» («Too poor to retire and too young to die»).

Οταν συνειδητοποίησε ότι θα χάσει το σπίτι της, την άνοιξη του 2008, σκέφτηκε όπως λέει πολύ σοβαρά να αυτοκτονήσει, αλλά δεν το έκανε: είχε ακόμα ζωή μέσα της και δεν θα τη χάριζε σε κανέναν.

Κι έτσι, από τη μια μέρα στην άλλη μετατράπηκε σε νομάδα. Με τα λεφτά που της άφησε η καλύτερή της φίλη πριν πεθάνει, αγόρασε ένα αυτοκινούμενο τροχόσπιτο, το βάφτισε «Big Foot» και βγήκε στους δρόμους. «Πούλησα ό,τι έπιπλα μου είχαν μείνει κι έφυγα. Ούτε την γκαραζόπορτα δεν έκλεισα…», λέει.

Αλλωστε όταν ήταν νέα, το όνειρό της ήταν να ταξιδέψει σε όλη την Αμερική: και η ανάγκη, ο μόνος Θεός, έκανε την επιθυμία της πραγματικότητα, έστω και με αυτόν τον διεστραμμένο τρόπο…

Στα εφτά χρόνια που περάσαν, η τρομερή γιαγιά έχει γυρίσει 33 Πολιτείες, οδηγώντας δεκάδες χιλιάδες μίλια για να πάει από την μια εποχική δουλειά στην άλλη.

Εργάζεται κυρίως σε ξενοδοχεία, λούνα παρκ, εμπορικά κέντρα, αποθήκες και κάνει πάσης φύσεως δουλειές του ποδαριού, με τον βασικό μισθό των 8-10 δολαρίων την ώρα.

Διαλέγει, βέβαια, πρωτίστως εργοδότες που της επιτρέπουν να παρκάρει το τροχόσπιτο και να «τραβάει» ρεύμα και νερό χωρίς να της ζητούν πρόσθετο νοίκι.

Και θεωρεί τον εαυτό της τυχερό: δεν χρειάζεται τουλάχιστον να καθαρίζει τουαλέτες ή να μαζεύει γογγύλια και καλαμπόκι στους αγρούς, όπως αναγκάζονται να κάνουν χιλιάδες άλλοι νεο-νομάδες.

Ο ρεπόρτερ των «Times», ο Τζον Γκλιόνα, την βρήκε ξεναγό σε ένα θεματικό πάρκο στη λίμνη Ντάριεν, ένα καλοκαιρινό θέρετρο στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Το ωρομίσθιό της είναι 9 δολάρια την ώρα – αρκετά για να συμπληρώνει το εισόδημά της και να επισκευάζει τις ζημιές στο ταλαιπωρημένο της τροχόσπιτο, που μπάζει νερά από παντού όταν βρέχει.

«Ενας από τους δυο μας θα “παραδώσει” πρώτος – η εγώ ή ο “Big Foot”», λέει γελώντας.

Στο πάρκινγκ που μένει ζουν καμιά δεκαπενταριά ακόμη εποχικοί εργαζόμενοι: οι περισσότεροι είναι άνω των 60. Πρέπει να φύγει κι από εκεί: ακόμη δεν ξέρει αν θα καταλήξει στη Γεωργία, όπου έχει βρει μια δουλειά σε mall, ή στο Μέριλαντ, για μια θέση πωλήτριας «πόρτα-πόρτα».

Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να σταματήσει να δουλεύει: πριν από λίγο καιρό έφαγε μια κλήση 300 δολαρίων για υπερβολική ταχύτητα – την πιάσανε να πηγαίνει με 43 μίλια την ώρα σε δρόμο με όριο τα 35 μίλια.

Πήγε να πάθει έμφραγμα – 300 δολάρια είναι ο προϋπολογισμός της για τρόφιμα δύο μηνών. Επεισε, τελικά, τον δικαστή να της μειώσει το πρόστιμο στα 75 δολάρια.

Κι όταν, κάποια στιγμή στη Φλόριντα, ένας νεαρός ένοπλος προσπάθησε να τη ληστέψει στο ATM, του έμπηξε τις φωνές –«Δεν έχω άλλα λεφτά, ρε βλάκα!»– και ο κλέφτης το έβαλε στα πόδια!

Ομως και το κουράγιο κάποια στιγμή τελειώνει: «Νιώθω όλο και περισσότερο ανήμπορη. Δεν μπορώ πια να στέκομαι όρθια για ώρες. Δεν έχω ακόμη απελπιστεί, αλλά δεν θα αργήσω», λέει, χωρίς να χάνει το πικρό χαμόγελό της.

Σαν την Ντολόρες υπάρχουν ακόμη εκατομμύρια. Τα επίσημα στατιστικά από την τελευταία απογραφή αναφέρουν ότι σχεδόν το ένα τρίτο των ανθρώπων πάνω από τα 55 δεν έχουν κάποιο εξασφαλισμένο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ή οικονομίες και ζουν με λιγότερα από 19.000 δολάρια τον χρόνο.

Σε μια χώρα που δεν έχει καθολική ασφάλιση, και όπου οι εργοδοτικές εισφορές αποτελούν μακρινό όνειρο για τους περισσότερους, οχτώ στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν βέβαιο πως δεν θα μπορέσουν να «αράξουν» πριν από τα 70 ή και καθόλου.

Αλλωστε, πολλοί έχασαν τα σπίτια τους: από τα 4,7 εκατ. κατασχέσεις πρώτης κατοικίας που έγιναν από τις τράπεζες μεταξύ 2007 και 2011, πάνω από ενάμισι εκατομμύριο αφορούσαν σπίτια ανθρώπων άνω των 50 ετών – και οι μελέτες δείχνουν ότι το πιο ευάλωτο κομμάτι αυτής της καταραμένης «πίτας» των αποσυνάγωγων είναι, ως συνήθως, οι γυναίκες.