Ξεκινησα με ενα πυθαρι.

Ειναι του φιλου μου του Τασσου και το εχει τοποθετησει εξω απο το σπιτι του.Μου εδειξε την επιγραφη χαραγμενη πανω. Ειναι πυθαρι που πηγαιναν λαδι στην Μασσαλια μου ειπε.

Brun γραφει το ονομα και αρχισα το ταξιδι στο διαδικτυο.

http://www.marseille-tourisme.com/en/discover-marseille/city-of-art/the-old-marseille/

The Grand’Rue
The Grand’Rue follows the ancient road that may still be seen today in the Jardin des Vestiges (Garden of Greek Remains) and that eventually opens into the Place de Lenche, the ancient Greek market place. The original Greek road lies 3 metres under the modern street level. In the 6th Century B.C. it was already a busy street that connected the various public buildings with one another and provided space for markets and local craft and business transactions. It is amusing to realise that in fact very little has changed over 26 Centuries! Various side streets named after guilds led from the Grand’Rue to the port, the centre of the city’s commerce.

The Hôtel Dieu
The original Saint-Esprit hospital was founded in the 12th Century. It was extended over the centuries and was joined to the Saint-Jacques de Galice hospital in the 16th Century. It eventually became the Hôtel-Dieu a century later. A nephew of the famous architect Hardouin-Mansart then undertook its reconstruction but his ambitious project was only partially completed and the Hôtel-Dieu did not attain its present appearance until the Second Empire. Like all 18th Century hospital buildings it was enclosed on all 4 sides and divided into two main courtyards, one for women and one for men. The architect Blanchet decided to open the southern façade of the hospital to create two wings that end in square pavilions. The three arcades are open to the air and form the walking galleries that are also typical features of hospital architecture of this period. The stairway is the work of Joseph-Esprit Brun and, like that of the Hôtel de Ville, is a fine example of stone vaulting. The handsome wrought iron hand-rail demonstrates the quality of ironmongers’ work in Marseille in the 18th Century. The Hôtel Dieu has been included in the Inventory of Additional National Heritage Sites since 1963.

Ειναι αραγε ο παραληπτης του πυθαριου ο διασημος αρχιτεκτονας BRUN που εφτιαξε την σκαλα στο ανακαινισμενο ξενοδοχειο Dieu το 1700;Και αν ναι τι σημαινουν τα αρχικα ΤΝ; Ειναι συνωνυμια με καποιον εμπορο λαδιου στην Μασσαλια;

Παει πισω η σχεση της Ελλαδας με την Μασσαλια.

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Ιστορία

[Επεξεργασία] Ίδρυση και αρχαία χρόνια

Η περιοχή κατοικείται από την νεολιθική εποχή. Βρέθηκαν πρωτόγονες παρατάσεις σε υποβρύχιο σπήλαιο, που χρονολογούνται μεταξύ 27.000 και 19.000 π.χ. Ανασκαφές κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό έφεραν στην επιφάνεια πρωτόγονο τούβλινο οικισμό χρονολογούμενο από το 6.000 π.χ. Η πόλη της Μασσαλίας ιδρύθηκε από Έλληνες Φωκαείς περί το 600 π.Χ., με άγνωστη την ακριβή ημερομηνία ίδρυσης. Σύμφωνα με θρύλους, ο Πρωτέας είχε φύγει από την πατρίδα του Φώκαια προκειμένου να ανακαλύψει στην Μεσόγειο θέσεις κατάλληλες για την ίδρυση εμπορικών κόμβων. Ανακάλυψε τυχαία στον κόλπο του Λακιντόν ένα ρεύμα γλυκού νερού προστατευόμενο από τη φύση του με δύο ακρωτήρια. Η ενδοχώρα κατοικείτο εκείνη την εποχή από διάφορες φυλές Λιγουρίων.

Προσκλήθηκε από τον αρχηγό μιας φυλής, που μετά από συμπόσιο του πρόσφερε το χέρι της κόρης του Γκυπτίς σε γάμο. Ο Πρωτέας δέχτηκε και εγκαταστάθηκε με την σύζυγό του σε έναν λόφο βορειότερα. Αυτός ήταν ο πυρήνας ίδρυσης της μεγάλης μητρόπολης. Η Μασσαλία εξελίχθηκε σύντομα σε μεγάλη εμπορική αποικία, και ήταν η πρώτη πόλη – κράτος της αρχαίας Ελλάδας στο σημερινό πια Γαλλικό έδαφος. Ο πληθυσμός της ξεπέρασε κατά πολύ τους 1.000 κατοίκους. Την κλασσική εποχή βλέποντας τον κίνδυνο της συμμαχίας Ετρούσκων με Κέλτες εναντίον τους, οι κάτοικοι της αποικίας συμμάχησαν με την Ρωμαϊκή δημοκρατία,

Μασσαλια

του Επαμεινώνδα Βρανοπουλου, Δρα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, από το περιοδικό Τότε, τ. 46, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1994, σελ. 18-23

Τα τοπωνύμια, τα αρχαιολογικά ευρήματα και η ιστορική μνήμη μιλάνε…

Η Μασσαλία, με την ελληνική παράδοση και τα εντυπωσιακά αρχαία ελληνικά ίχνη της, αποτελεί μικρό μόνο μέρος του ελληνισμού της Ν.Δ. Γαλλίας. Νίκαια, Ιεράπολις, Αντίπολις, Μόνοικος, Ολβία, Θηλίνη, Αγάθη είναι οι άλλες ελληνικές αποικίες του τόπου, που κτίστηκαν από Μασσαλιώτες και Φωκαείς.

Ως και στην Αρλ ακόμη υπήρξε ελληνική αποικία με το όνομα Αρελάτη (η πόλη στα έλη), που έδωσε το όνομά της στη σύγχρονη σπουδαία αυτή ιστορική πόλη της Γαλλίας, την Αρλ. (Κατ’ άλλη γνώμη η Θηλίνη ονομάστηκε Αρελάτη, επειδή ήταν κοντά στα έλη). Τον 4ο αι. μ.Χ. η Αρλ ήταν πρωτεύουσα της Γαλατίας και μετά τη μεταφορά της ρωμαϊκής πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη, από τη Ρώμη, η Αρλ έγινε η τρίτη πόλη της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Η επίκαιρη θέση της Αρλ, στην οποία έζησε και ο Βαν Γκογκ, στην άκρη του δέλτα του Ροδανού και στο δρόμο, που ένωνε την Ιταλία με την Ισπανία, δεν διέφυγε της προσοχής των Φωκαέων. Στο Γκλάνουμ (σημερινό Σαιν Ρεμύ) ανασκάφτηκε ελληνική πόλη με εντυπωσιακές διόροφες οικίες (με αίθριο και περιστύλιο), παρόμοιες με εκείνες της Δήλου. Ακόμη και τα σπίτια των ντόπιων Αιγύ-ρων κτίζονταν κατά το ελληνικό πρότυπο, όπως απέδειξαν οι ανασκαφές. Και κάτι που θα έπρεπε να αποτελέσει παράδειγμα για τα Μουσεία μας. Στο μικρό αλλά συμπαθές Μουσείο του Γκλάνουμ, βιντεοταινία προβαλλόμενη σε ειδικό χώρο ζωντανεύει τη ζωή στην αρχαία ελληνογαλατική πόλη, όπου υπάρχουν και ερείπια ναών, νυμφαίου και βουλευτηρίου.

Όσο για την Αρλ, μεταξύ των εντυπωσιακότερων Μνημείων της είναι ένα αρχαίο θέατρο του Α’ αι. π.Χ., ένα Αμφιθέατρο 20.000 θεατών του ίδιου αιώνα και τρεις επιβλητικές υπόγειες στοές, που η χρήση τους παραμένει άγνωστη. Το κοίλο του θεάτρου έχει πλάτος 102 μέτρων και η διακόσμηση του θριγκού του είναι ασυνήθιστη, καθώς συνδυάζει τον κορινθιακό ρυθμό με το δωρικό (μετόπες, τρίγλυφα). Στην Αρλ βρέθηκε στα 1651 και η ομώνυμη Αφροδίτη, που την πρόσφεραν 22 χρόνια αργότερα στο Λουδοβίκο το ΪΔ’ προς διακόσμηση των Βερσαλλιών. Αλλά και σε πρόσφατη ανασκαφή βρέθηκαν στην Αρλ ψηφιδωτά, που εικονίζουν τη Λήδα με τον Κύκνο και τον Ηρακλή συγκρουόμενο με τη Λερναία Ύδρα. Η Αρλ διαθέτει και ενδιαφέρον μεσαιωνικό νεκροταφείο, που ονομάζεται Alycamps. Η ονομασία αποτελεί παραφθορά των Ηλυσίων Πεδίων κατά τον Ροζέ Μιλιέξ.

Αλλά ποιός θα περίμενε πως και η Αβινιόν έχει ίχνη ελληνισμού; Στο Μουσείο Καλβέ υπάρχουν δύο αίθουσες ελληνικών αρχαιοτήτων, ο δε λόγιος βυζαντινός μοναχός Βαρλαάμ της Καλαβρίας, έζησε για κάποιο διάστημα στην Αβινιόν, όπου γνώρισε τον Πετράρχη. Ο Γερμανός λόγιος Korting, αναφερόμενος στην αναχώρηση του Βαρλαάμ από την Αβινιόν, λέει πως στέρησε τον Πετράρχη από τη δυνατότητα να εμβαθύνει στην Ελληνική γλώσσα και στον Πολιτισμό και κατέστρεψε έτσι τη λαμπρότητα του μέλλοντος της Δ. Ευρώπης, προκαθορίζοντας για μερικούς αιώνες τη μοίρα των ευρωπαϊκών λαών.

Κοντά στην Τουλόν, όπου αυτοβυθίστηκε το Νοέμβριο του 1942 ο γαλλικός στόλος, για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών, υπάρχουν τα ίχνη άλλης ελληνικής αποικίας, της Ταυροΐδος. Στις Κάννες, 228 χλμ. Αν. της Μασσαλίας υπάρχουν ελληνικές αρχαιότητες στο Μουσείο ντε λα Καστρ. Στις Κάννες κατέφυγε και ο Χαρ. Τρικούπης μετά την εκλογική αποτυχία του και εκεί πέθανε.

Όσο για τη Νίκαια, την πρωτεύουσα των παραθαλασσίων Άλπεων, την πιο ονομαστή πόλη της Κυανής Ακτής, που απέχει 32 μόνο χλμ. από την Ιταλία, ιδρύθηκε και αυτή από Φωκαείς, οι οποίοι την ονόμασαν Νίκαια σε ανάμνηση νίκης τους κατά των ντόπιων Λι-γύρων. Η παλιά πανέμορφη πόλη της Νίκαιας βρίσκεται ακριβώς στο χώρο της αρχαίας ελληνικής αποικίας, κάτω από την αρχαία ελληνική της ακρόπολη και «Ακρόπολις» ονομάζεται ως σήμερα η συνοικία αυτή, που αποτελεί το Κέντρο (την παλιά πόλη) της σύγχρονης Νίκαιας. «Ακρόπολη» επίσης ονομάζεται και το υπερσύγχρονο μέγαρο Συνεδρίων της Νίκαιας. Αρκετά κτήριά της φέρουν διακόσμηση Καρυατίδων και άλλα μιμούνται στην πρόσοψή τους αρχαίες ελληνικές στοές.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει στην παλιά πόλη και το Μέγαρο των Λασκάρεων. Με αυτό το όνομα ονομάζονταν επί 5 τουλάχιστον αιώνες οι τοπικοί άρχοντες, που δεν ήταν ωστόσο Έλληνες. Αλλά το ΙΓ’ αι. ο άρχοντας της Νίκαιας νυμφεύθηκε την κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεόδωρου Λάσκαρη. Το όνομα του αυτοκράτορα ήταν στη Δύση τόσο λαμπρό, ώστε οι άρχοντες της Νίκαιας ονομάστηκαν έκτοτε Λασκάρεις από το όνομα της βυζαντινής πριγκίπισσας” το οικόσημό τους δε που κοσμεί την είσοδο στο Μέγαρο των Λασκάρεων είναι ο δικέφαλος αετός, το έμβλημα, δηλαδή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και στο αρχαιολογικό Μουσείο της Νίκαιας υπάρχουν ελληνικές αρχαιότητες; στη δε παλιά πόλη βρίσκεται η πλατεία των Φωκαέων, η οποία στολίζεται με αρχαία κρήνη, που ήταν δώρο στον άρχοντα της Νίκαιας από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης.

Δέκα χλμ. από τη Νίκαια, στον ονομαστό τόπο χειμερινών διακοπών Μπωλιέ ουρ Μερ (λόγω των βράχων που ανακλούν θερμότητα), η γνωστή έπαυλη Κερυλός αναπαριστά με γούστο και εξαιρετική πιστότητα αρχαία ελληνική κατοικία. Στο εσωτερικό της υπάρχουν αρχαία ελληνικά εκθέματα και αντίγραφα αρχαίων ελληνικών επίπλων. Την έκτισε ο ελληνολάτρης Ρεϊνάκ, που θαύμαζε τόσο τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ώστε ντυνόταν κι αυτός και η οικογένειά του με ελληνικούς χιτώνες.

Αλλά και στο Μονακό οι Έλληνες ίδρυσαν αποικία, εκεί ακριβώς που βρίσκεται σήμερα η παλιά πόλη και το Ανάκτορο του Πρίγκιπα Ραινιέ. Η πόλη (και η ηγεμονία) ονομάστηκε έτσι από ναό του Μονοοίκου – Μονοίκου Ηρακλέους, του μόνου δηλαδή λατρευομένου στο ναό, σε αντίθεση προς άλλους ναούς, αφιερωμένους σε 2 ημίθεους ή θεότητες. Ο Διόδωρος Σικελιώτης λέει πως εδώ στάθμευσε ο Ηρακλής, όταν πήγαινε στην Ισπανία για να αντιμετωπίσει τον Γηρυόνη.

Η Μόνοικος, που ιδρύθηκε τον ΣΤ’ αι. π.Χ., αμέσως μετά τη Μασσαλία, από Φωκαείς αποίκους, στάθηκε το όριο της προς Ανατολάς επέκτασης των Φωκαέων. Μαζί με τη Νίκαια και τη Μασσαλία υπήρξαν τα «επιτειχίσματα κατά των βαρβάρων». Η στενότητα του χώρου του πριγκιπάτου του Μονακό, που η επικράτειά του απλώνεται σε έδαφος 3 1/2 x 1 1/2 μόνο χιλιομέτρων, οδήγησε σε πυκνή δόμηση, που δεν επιτρφιει διενέργεια αρχαιολογικής ανασκαφής. Έτσι στο Μονακό δεν έχουν έλθει στο φως ελληνικές αρχαιότητες.

Τα ευρήματα στον βυθό της θάλασσας υπενθυμίζουν την ίδρυση της Μασσαλίας από Έλληνες

Δίπλα στο παλιό λιμάνι της Μασσαλίας «Λακυδών», σε μεγάλη εκσκαφή που έγινε στην πλατεία Ιουλίου Βερν για την κατασκευή γκαράζ, ανακαλύφθηκε, πρόσφατα, καλά διατηρημένο μέσα στη λάσπη του βυθού του λιμανιού, που οι αρχαίοι Έλληνες Μασσαλιώτες ονόμαζαν «Λακυδών», το κύτος αρχαίου Ελληνικού πλοίου. Με το πέρασμα των αιώνων το λιμάνι προσχώθηκε, για να επεκταθεί σ’ αυτό η νεότερη πόλη της Μασσαλίας. Πολλές άλλες Ελληνικές αρχαιότητες έχουν βρεθεί στο χώρο του αποξηραμένου λιμανιού, ιδιαίτερα στο χώρο όπου προ ετών έγινε εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση του μεγάλου εμπορικού κέντρου Λα Μπουρς. Μεταξύ αυτών, ήταν τμήματα του αρχαίου τείχους, πύλη, δεξαμενή ύδατος για την ύδρευση των αρχαίων πλοίων και άλλες ενδιαφέρουσες αρχαιότητες. Άλλα τρία Μασσαλιώτικα σκάφη της ρωμαϊκής περιόδου έχουν βρεθεί στον ευρύτερο χώρο. Το πρόσφατο όμως εύρημα, για το οποίο οι Μασσαλιώτικες εφημερίδες γράφουν πως θα συντηρηθεί και θα αξιοποιηθεί, γιατί ανήκει στην πολιτισμική κληρονομιά της πόλης της Μασσαλίας (οι Μασσαλιώτες καυχώνται για την καταγωγή τους από τους Έλληνες αποίκους – βλέπε Ε. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Οδοιπορικό στη Ν. Γαλλία, Κεφ. 1, Μασσαλία), είναι το αρχαιότερο ναυάγιο που έχει βρεθεί ως τώρα στη Δ. Μεσόγειο και πιθανότατα ανήκει στους χρόνους της ίδρυσης της Μασσαλίας (6ος αιώνας π.Χ.). Ίσως μάλιστα να ήταν, λένε οι ειδικοί, ένα από τα πλοία με τα οποία έφθασαν στον τόπο οι πρώτοι Φωκαείς άποικοι. Ο Γαλάτης συγγραφέας Τρώγος Πομποίος άφησε μια γοητευτική ιστορία για την ίδρυση της Μασσαλίας, που αργότερα αξιοποίησε ο Ιουστίνος.

Σύμφωνα με την ιστορία αυτή, στους χρόνους που βασίλευε στη Ρώμη ο Ταρκύνιος, ήλθαν οι Φωκαείς με ιστιοφόρες πεντηκοντόρους και ίδρυσαν τη Μασσαλία, ανάμεσα στα εδάφη των Αιγύρων και των άγριων Γαλατικών φυλών. Οι αρχηγοί των αποίκων επισκέφθηκαν το ντόπιο άρχοντα, το βασιλιά των Αιγύρων Νάννο, για να του ζητήσουν να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν ειρηνικά στον τόπο του. Τη μέρα της επίσκεψης είχαν συγκεντρωθεί στο παλάτι του Νάννου επίδοξοι μνηστήρες από τους οποίους, σύμφωνα με τοπικό έθιμο, η κόρη του Νάννου, η Γύπτις, θα επέλεγε τον μελλοντικό σύζυγο της. Ο βασιλιάς προσκάλεσε και τους Έλληνες στο συμπόσιο της μνηστείας. Όταν εμφανίστηκε η Γύπτις, ο πατέρας της της ζήτησε να προσφέρει ένα κύπελλο με νερό σε εκείνον που θα διάλεγε ως σύζυγο της. Η Γύπτις, προσπερνώντας όλους τους ντόπιους ήλθε στους Έλληνες και απ’ αυτούς επέλεξε τον Πρότη, στον οποίο πρόσφερε το κύπελλο. Ο Πρότης, μαζί με την Γύπτι, πήρε φυσικά και την άδεια να ιδρύσει τη Μασσαλία, όχι μακριά από τις εκβολές του ποταμού Ροδανού. Στη Μασσαλία σήμερα υπάρχει και Rue Proiis.

Το αρχαίο ελληνικό ναυάγιο χρονολογήθηκε στον 6ο αι. π.Χ. με ραδιάνθρακα 14 και δενδροχρονολόγηση καθώς επίσης και από τον τρόπο ναυπήγησής τον, που αποτελεί συνδετικό κρίκο του τρόπου ναυπήγησης των σκαφών της αρχαϊκής και της μεταγενέστερης κλασσικής περιόδου. Οι διαστάσεις του ναυαγίου είναι 14 x 4 μ. Το αρχαίο σκάφος θα τοποθετηθεί προς συντήρηση της ξυλείας του σε θερμαινόμενη δεξαμενή με ρητίνη, επί δύο ολόκληρα χρόνια. Έπειτα, θα εκτεθεί στο Μουσείο Ιστορίας της Μασσαλίας σε σταθερή θερμοκρασία, την οποία θα εξασφαλίζουν κλιματιστικά μηχανήματα.

Από τον τρόπο της ναυπήγησης του αρχαίου σκάφους οι ειδικοί συμπεραίνουν πως πρέπει να ναυπηγήθηκε στην Αθήνα ή στη Νεάπολη (ελληνική αποικία) ή στη Μασσαλία.

Το τελευταίο σημαντικότατο, όπως το χαρακτηρίζουν οι Γαλλικές εφημερίδες, εύρημα (ο ελληνικός τύπος, ως συνήθως, το αγνόησε), θυμίζει άλλο Ελληνικό ναυάγιο του 3ου αι. π.Χ., που Γάλλοι ψαράδες ανακάλυψαν στα ανοιχτά της Μασσαλίας το 1952, στους πρόποδες του βραχώδους νησιού Γκραν – Κονγκλουέ. Το πλοίο ερχόταν από τη Δήλο και ήταν φορτωμένο με κρασί. Από τις εκατοντάδες των αμφορέων, που βρέθηκαν στο κύτος του, ένας μόνο βρέθηκε σφραγισμένος, με το περιεχόμενο του σωζόμενο, δηλαδή με οίνο 2.300 ετών(!). Κατά κακή σύμπτωση ήταν αυτός που ανελκύσθηκε και πρώτος. Οι δύτες πανηγυρίζοντας το εύρημα έκαναν το λάθος να πιούν το περιεχόμενο του και να προσφέρουν σπονδή στον Ποσειδώνα το υπόλοιπο, ως συνήθιζαν οι αρχαίοι Έλληνες, ρίχοντάς το δηλαδή στη θάλασσα. Έτσι χάθηκε η μοναδική ευκαιρία ανάλυσης του αρχαίου κρασιού, που δεν γνωρίζουμε τι ήταν ακριβώς. Το ναυάγιο του Γκραν – Κονγκλουέ εξερεύνησε ο Κουστώ.

Σημείωση σύνταξης: Το πρώτο από τα δύο κεφάλαια αυτής της μελέτης είναι απόσπασμα από το νεοεκδοθέν βιβλίο του δρ. Επαμεινώνδα Βρανόπουλου: «Οδοιπορικό στη Ν. Γαλλία». Το βιβλίο αυτό είναι το 7ο της σειράς των οδοιπορικών στον άγνωστο ελληνισμό που συνέγραψε ο δρ. Βρανόπουλος.