Οποιαδηποτε συσχετιση με σημερινα γεγονοτα θα μπορουσε και να ειναι πραγματικη.

Λεφτα Υπαρχουν

ΔΑΝΕΙΟΓΕΡΜΑΝΩΝ

ΚΑΤΟΧΙΚΟΔΑΝΕΙΟ

Άρθρο του Αντώνη Μπρεδήμα στην εφημερίδα Αυγή, 07/03/2010

Καταρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι το Κατοχικό Δάνειο αποτελεί πράγματι «δάνειο», παρά το γεγονός ότι επιβλήθηκε στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής (αναγκαστικό δάνειο). Στο νομικό επίπεδο, οι δυνάμεις κατοχής (Γερμανία, Ιταλία) είχαν τη δυνατότητα να αποσπάσουν από την Ελλάδα τα ποσά του δανείου ως «έξοδα κατοχής». Όμως, η ίδια η Γερμανία συνειδητοποίησε ότι η διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας στην Ελλάδα ήταν η προϋπόθεση για την ισχυροποίησή της στη χώρα, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στο μέτωπο της Β. Αφρικής. Και αυτό δεν θα ήταν κατορθωτό με τη συνέχιση της αφαίμαξης από την Ελλάδα αυτών των τεράστιων ποσών (το κόστος κατοχής για την Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 114% του ΑΕΠ της, ενώ σε άλλες κατεχόμενες χώρες το ποσοστό αυτό ήταν: 18% για την Ολλανδία, 24% για το Βέλγιο και 69% για τη Νορβηγία). Έτσι, προκειμένου να συνεχιστεί η χρηματοδότηση των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας στην Ελλάδα (αλλά στην πράξη και σε άλλες περιοχές, όπως λ.χ. στη Βόρεια Αφρική), χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του δανείου, ώστε να «ελαφρυνθεί» η κοινωνική πίεση σε βάρος των Ελλήνων, αφού τα δανεικά θα επιστρέφονταν κάποια στιγμή.

http://www.insurancedaily.gr/blog/?p=15947

Β. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

Η σχετική δανειακή συμφωνία θα υπογραφεί στις 14.3.1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23. 3.1942.

Σύμφωνα μ’αυτήν:

• Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).

• Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος (στο εξής ΤΕ), άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).

• Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (αρθ. 4).

• Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρ. 5).

Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν την μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφληση του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές.

Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2.4.1942 ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην ΤΕ να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Αλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλει τις δανειακές προκαταβολές.

Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική. Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο.

Με την πρώτη τροποποίηση (2.12.1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3).

Μάλιστα κατέβαλαν και δύο εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο.

Το ύψος του δανείου κατά την ΤΕ ανέρχεται (δίχως τους τόκους) σε 227.940.201 εκ. δολ. το 1944 και κατά τον Αλτενμπουργκ 400 εκ. μετακατοχικά μάρκα. Με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ.

Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Απρίλιο του 1943 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Ως τέτοια δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που αναστέλει την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.

TSOLAKOGLOY

η Ιστορία γράφει …

η φωτο απο http://stavrochoros.pblogs.gr/2010/05/apo-ton-tsolakogloy-ston-papandreoy-.html

*

click to zoom

Ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου  με τον Γερμανό στρατηγό Γιοντλ και τον Ιταλό στρατηγό Φερρέρο, υπογράφει το τρίτο και οριστικό πρωτόκολλο παράδοσης της Ελλάδας στην ναζιστική Γερμανία και την φασιστική Ιταλία

Βιογραφία

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Τσολάκογλους και ήταν αμφιθαλής αδελφός του αντιστράτηγου Νικολάου Σπυρόπουλου. Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό και στη συνέχεια εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία αποφοίτησε το 1912 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού.

Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ο Τσολάκογλου συμμετείχε στις κυριότερες μάχες στους Βαλκανικούς Πολέμους, και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και προάχθηκε κατ΄ εκλογή σε λοχαγό και ταγματάρχη και υπηρέτησε στο επιτελείο της 1ης Μεραρχίας στην οποία και αργότερα ανέλαβε επιτελάρχης. Συμμετείχε στην εκστρατεία στην ΟΥΚΡΑΝΙΑ και στην Μικρασιατική εκστρατεία ως διοικητής τάγματος ευζώνων του 1/39ου και αργότερα ως επιτελάρχης της 4ης Μεραρχίας, κατά την επίθεση του Αυγούστου το 1922. Στην επακολουθήσασα σύμπτυξη του Α΄ Σώματος Στρατού στο οποίο ανήκε ακολούθησε στην αρχή την φάλαγγα του στρατηγού Τρικούπη και λίγο πριν την Σμύρνη την φάλαγγα του στρατηγού Φράγκου. Αντισυνταγματάρχης το 1923, συνταγματάρχης το 1925 και ανώτατος πλέον αξιωματικός το 1935 διοίκησε διαδοχικά: Μεραρχία, την Σχολή Ευελπίδων, και το Γ΄ Σώμα στρατού, του οποίου την διοίκηση ανέλαβε αφού παρέδωσε τη διοίκηση Κρήτης που είχε αναλάβει το 1938, όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Το 1940, είχε φθάσει στον βαθμό του αντιστρατήγου και ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού (Δυτική Μακεδονία). Μετά την επίθεση των Ιταλών κατά τη μάχη του Μόραβα, με επιτυχημένο ελιγμό, και παρά τους δισταγμούς των ανωτέρων του, συνέβαλε στη πλήρη νίκη του υπ’ αυτού Σώματος στρατού. Μετά την επίθεση όμως των Γερμανών κατά της Ελλάδος (6 Απριλίου 1941), την βαθιά στην συνέχεια διείσδυση αυτών προς την Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου του 1941 και την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, ο Τσολάκογλου και ορισμένοι άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού έλαβαν την πρωτοβουλία για συνθηκολόγηση, κρίνοντας εκείνοι πως κάθε αντίσταση στους κατακτητές θα ήταν μάταιη.

Έτσι, στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ (Σεπ) Ντήτριχ (Josef “Sepp” Dietrich), στο Βοτονόσι του Μετσόβου. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά.

Την επόμενη ημέρα (21 Απριλίου) στην Λάρισα, ο Τσολάκογλου, «υπό το κράτος βίας», υπέγραψε ως διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς. Εκ μέρους των Γερμανών, το πρωτόκολλο της παράδοσης συνυπέγραψε ο αρχηγός των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγός φον Γκράιφφενμπεργκ (von Greinffenberg).

Στις 23 Απριλίου, ο Τσολάκογλου αναγκάσθηκε να υπογράψει στην Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) και τον Ιταλό στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο (Alberto Ferrero), για να ικανοποιηθεί και το γόητρο των Ιταλών.

Στα απομνημονεύματα του,[1] ο Τσολάκογλου γράφει:

«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος: Ή ν’ αφήσω να συνεχισθη ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατου ν’ αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως… “Τολμήσας” δεν υπελόγισα ευθύνας… Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.»

Στις 30 Απριλίου του 1941 και ώρα 11 το πρωί ο Τσολάκογλου, χωρίς την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, που είχε αρνηθεί να τον ορκίσει, ορκίσθηκε από μόνος του (- διορίστηκε) στα Παλαιά Ανάκτορα, (σημερινή Βουλή), παρουσία των ανωτάτων διοικητών των δυνάμεων κατοχής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου του 1942. Κατά την πρωθυπουργία του προσπάθησε να διατηρήσει τη δραχμή ως κατοχικό νόμισμα, πλην όμως η δέσμευσή του από τις Αρχές κατοχής είχε σαν συνέπεια τη συνεχή υποτίμηση, που οδήγησε σε ραγδαίες αυξήσεις τιμών και πείνα, ενώ η χρυσή λίρα τότε αποθησαυριζόταν. Για την κατάσταση εκείνη οι Γερμανοί επέρριψαν ακέραιη την ευθύνη στους Ιταλούς που δεν έπραξαν τίποτε, κατά αρμοδιότητα που διατηρούσαν, για να προλάβουν αυτή την οικονομική εξέλιξη, αν και εισήγαγαν στη συνέχεια τη λεγόμενη “μεσογειακή δραχμή”. Τελικά ο Τσολάκογλου παραιτούμενος από το αξίωμά του, μετά από πολλές πιέσεις που του άσκησαν εγγράφως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί, μεταξύ των οποίων οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος, Πάγκαλος, ακόμη και ο Ράλλης, αλλά και μετά από δύο ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τους Γερμανούς (Βερολίνο – Σεπτέμβριος 1942) και Ιταλούς (Ρώμη – Οκτώβριος 1942), που αφορούσαν τα ελληνικά δημοσιονομικά, στη συνέχεια ιδιώτευσε. Στην πρώτη αυτή κατοχική κυβέρνηση συμμετείχαν οι άλλοι δύο αντιστράτηγοι της συνθηκολόγησης, Δεμέστιχας και Μπάκος, ο επόμενος κατοχικός πρωθυπουργός (ιατρός) Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που τελούσε χρέη αντιπροέδρου, καθώς και ο τότε υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης που διατηρήθηκε στην ίδια θέση από την επόμενη κυβέρνηση.

Μετά την απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και παραπέμφθηκε στο δια της Συντακτικής Πράξεως με αριθμό 6/1945 συσταθέν Ειδικό Δικαστήριο, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση που είχε προβεί με τον εχθρό, χαρακτηριζόμενη ως «συνθηκολόγησιν εν ανοικτώ πεδίω» και «πριν η υπ’ αυτόν στρατιωτική δύναμις εκπληρώση πάν ό,τι το στρατιωτικόν καθήκον επιβάλλει» , καθώς και για εθνική αναξιότητα για την συνεργασία του, στη συνέχεια, με τις κατοχικές Δυνάμεις, αναλαμβάνοντας Πρωθυπουργός της χώρας. Στις 31 Μαΐου του 1945, το Ειδικό αυτό Δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά το Συμβούλιο Χαρίτων μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη.

Έχοντας προσβληθεί από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), όπου και πέθανε τον Μάιο του 1948. Η κηδεία του έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο.

http://istoria.forumotion.com/forum-f27/topic-t8.htm

Και κάποιος θα μπορούσε να τον δικαιολογήσει (που αν και στρατιωτικός παραβίασε την ιεραρχία ), με την αιτιολογία ότι το έκανε για να σώσει τον διαλυμένο στράτευμα απο ένα ολοκαύτωμα, αλλά η πορεία του σαν Πρωθυπουργός απο τον Απρίλη του ’41 έως τον Δεκέμβρη του ’42 έδειξε άλλα πράγματα.
Χωρίς να σταθώ στην περίπτωση του λιμού στην Αθηνα που στοίχισε χιλιάδες νεκρούς θα σταθώ στο στρατιωτικό καθήκον του Τσολάκογλου.
Δεν έλαβε καμία μέριμνα για τους ηρωικούς τραυματίες πολέμου του ’40 ούτε για τους παρα πολλούς Κρητες πολεμιστές που είχαν ξεμείνει στην ηπειρωτική Ελλάδα και γυρνάγανε στους δρόμους της Αθήνας ικέτες για ένα κομμάτι ψωμί και οι περισσότεροι απο αυτους πεθάνανε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Και αν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα επειδή δεν του δίνανε το περιθώριο οι κατακτητές τότε να είχε τα κότσια να παραιτηθεί. Η μήπως τότε , δεν υπήρχε αυτή η ευαισθησία που επικαλέστηκε για να κάνει την πραξικοπηματική του κίνηση και έκανε ότι έκανε με φιλογερμανικά κίνητρα ? (βλέπε ”Κουίσλινγκ”).

http://www.alfavita.gr/artro.php?id=4312

http://geranistas.pblogs.gr/538160.html

Ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης αναφέρει σχε­τικό παράδειγμα:

    «Στις 4 Φεβρουαρίου 1943 οι γερμανικές οικονομικές αρχές έριξαν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας 48.000 χρυσές λίρες και 1.250.000 χρυσά γαλ­λικά φράγκα. Επρόκειτο για ματωμένο χρυσάφι αρπαγμένο από τις χώρες που κατακτήθηκαν, από τις λεηλασίες και από τις περιουσίες των Εβραί­ων που είχαν σταλεί στα κρεματόρια. Οι ενδιαφερόμενοι δεν ασχολούνταν με το αίμα που έσταζε από αυτόν τον χρυσό. Τα λαμπερά νομίσματα έγι­ναν ανάρπαστα από όλους εκείνους οι οποίοι έβλεπαν να αυγατίζουν τα ει­σοδήματα τους σε δραχμές και επιθυμούσαν διακαώς να μετατρέψουν τα κέρδη τους σε κάτι πιο σταθερό: σε χρυσάφι. Στις28 Φεβρουαρίου, αυτή η δια του χρυσίου αναγνώριση των υπηρεσιών που ο ελληνικός καπιταλι­σμός πρόσφερε στη Νέα Τάξη του ναζισμού επαναλήφθηκε: 63.000χρυ­σές λίρες έπεσαν στην αγορά. Στις 2 Μαρτίου ρίχτηκαν στην αγορά 33.000 ακόμα χρυσές λίρες, την επομένη, στις 3 Μαρτίου, δύο ημέρες πριν από το αιματοκύλισμα της Αθήνας, οι συνεργάτες των Γερμανών αμείφθηκαν δια του τρόπου αυτού με ακόμα 1.700.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Την ώρα που στους δρόμους της πρωτεύουσας οι διαδηλώσεις του ΕΑΜ πνίγονταν στο αίμα από τους κατακτητές και την Αστυνομία, αποτρέποντας την επι­κράτηση της δουλικής εργασίας, μερικοί είχαν άλλου τύπου ασχολίες: Με­τρούσαν το χρυσάφι που οι υπηρεσίες τους στον κατακτητή και η συμμε­τοχή τους στην καταλήστευση της ίδιας τους της χώρας και του λαού της, τους εξασφάλισαν».

ΤΑΓΜΑΤΑΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Με την ονομασία ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ έμειναν γνωστές οι μονάδες που συγκροτήθηκαν το 1943-1944 από τις κατοχικές αρχές και την κυβέρνηση Κουϊσλιγκ Ιωάννη Ράλλη για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σκοπός της δημιουργίας τους, εκτός από την “εξοικονόμηση γερμανικού αίματος”, ήταν, σύμφωνα με τον τότε στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας, Αλεξάντερ Λέερ, “να χρησιμοποιηθεί πλήρως η….
αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, για να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας”. Η διεύρυνση, με άλλα λόγια, των κατά τόπους συμμαχιών του κατοχικού μηχανισμού και η μετατροπή του πολέμου κατά της Αντίστασης σε εμφύλιο.

Το εγχείρημα υλοποιήθηκε με την συγκρότηση παραστρατιωτικών ομάδων σε δύο μορφές:
Εννέα (9) Ευζωνικά τάγματα οργανωμένα από την δoσιλογική κυβέρνηση Ράλλη, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών
Είκοσι δύο (22) εθελοντικά τάγματα, αυτοτελώς συγκροτημένα, συνολικής δύναμης 16.625 ανδρών.

http://geranistas.pblogs.gr/538160.html

Η κυβέρνηση που σχημάτισε στις 7 Απρίλη του 1943 ο Ιωάννης Δ. Ράλ­λης ήταν η τρίτη στη σειρά κατοχική κυβέρνηση που αναλάμβανε τη «δια­κυβέρνηση» της χώρας με γερμανική εντολή. Είχαν προηγηθεί οι κυβερ­νήσεις του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου (29 Απρίλη 1941-2 Δε­κέμβρη 1942) και του καθηγητή της Ιατρικής Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου (2 Δεκέμβρη 1942 – 6 Απρίλη 1943), τον οποίο όρισε πρωθυπουρ­γό ο Τσολάκογλου.

Ο τελευταίος, από τους πρωτοστάτες της συνθηκολόγησης με το γερ­μανικό στρατό και της παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς, τερμάτι­σε τον πρωθυπουργικό βίο του μετά από 18 μήνες. Η αστική τάξη χρεια­ζόταν μία «νέα» κατοχική κυβέρνηση, πιο κατάλληλη και ικανή να «χειριστεί» το λαό. Ο Λογοθετόπουλος δεν εκπλήρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις και λόγω πολιτικής οξυδέρκειας και λόγω πολιτικής επιρροής. Η επιλογή του ως πρωθυπουργού ήταν αναγκαστική και φανερά μεταβατική λύση. Σύντομα επαναβεβαιώθηκε ότι τη θέση του πρωθυπουργού έπρεπε να καταλάβει πρόσωπο αποφασιστικό, προερχόμενο από τον αστικό πολιτικό κόσμο του κοινοβουλευτισμού, προκειμένου να διευρυνθούν οι συμμαχίες και η κοινωνική βάση της κατοχικής κυβέρνησης. Ο Ι. Δ. Ράλλης, στον οποίο προτάθηκε η πρωθυπουργία, εκείνη την ώρα αρνήθηκε. Βασικός λόγος ήταν το ότι δεν έγινε δεκτό το αίτημα του να δημιουργηθούν κι Τάγματα Ασφαλείας. Ως αιτία της απόρριψης φέρεται η αντίδραση της Ιταλικής στρατιωτικής διοίκησης.