Συνεχιζω με πληροφοριακο υλικο για την καυση -πυροληση των απορριμματων
Ο επιστημονας που υπογραφει το παρακατω αρθρο συμπυκνωνει ολα οσα εχουν γινει μεχρι σημερα σχετικα με το θεμα.Ακολουθει καταγραφη πηγων για οσους οσες ενδιαφερονται για περισσοτερες πληροφορίες.

Ακομα διαβαστε αυτο  http://www.nea.gr/popular/docs1/dwdeka.pdf  για τα αποβλητα ελαιουργειων.Ενδιαφερει ιδιαιτερα την επαρχια μας.

Συγνωμη για το σεντονι ξερω πως δεν διαβαζεται τοσο ευκολα βαλτε στο αρχειο σας και μπορειτε να το μελετησετε σιγα σιγα.

ΚΑΥΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ
Παιχνίδια με τη φωτιά
«Δεν αποκλείω τίποτα, γιατί σήμερα η τεχνολογία έχει εξελιχθεί πάρα πολύ. Δεν καταλαβαίνω γιατί σε άλλες μεγάλες πόλεις, που είναι εξίσου, ίσως και περισσότερο, ευαίσθητες σε θέματα περιβάλλοντος, επιτρέπουν και χρησιμοποιούν τέτοιες τεχνολογίες, που σημαίνει ότι η επιβάρυνση δεν είναι τέτοια, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι στη χώρα μας. Σήμερα υπάρχουν και άλλοι τρόποι, όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση, που θα επιλεγούν από τους φορείς διαχείρισης».

Οχι, δεν πρόκειται για μια δήλωση ανυποψίαστου πολίτη εν έτει 1991 ή 1996, χρονιές που οι πολυεθνικές άσκησαν έντονες πιέσεις για την αποδοχή της καύσης των απορριμμάτων, σαν μια «φιλικής» μεθόδου καταστροφής των απορριμμάτων στην Αττική. Πρόκειται για τις δηλώσεις της υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Βάσως Παπανδρέου, σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, το Μάη του 2003.

  • Σα να μην έγινε η διεθνής διήμερη συνάντηση το Γενάρη του 1992, που οργάνωσε ο αείμνηστος Τρίτσης, για το θέμα των μεθόδων διάθεσης των απορριμμάτων, με συμμετοχή, πέραν των ξένων αντιπροσωπειών, και όλων των εμπλεκόμενων φορέων (κυβέρνηση, Τοπική Αυτοδιοίκηση, πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικοί φορείς, επιστημονικοί φορείς). Συνάντηση που κατέληξε ομόφωνα στην αποδοχή του μεσοπρόθεσμου, τότε, προγράμματος του ΕΣΔΚΝΑ, απορρίπτοντας την καύση.
  • Σα να μη δημοσιεύτηκαν δύο μεγάλες μελέτες του ΤΕΕ («Για τη διαχείριση απορριμμάτων στην Ελλάδα», 1993 και «Αναγκαίες δράσεις για την Προστασία του Περιβάλλοντος στην Ελλάδα», 1993)  http://portal.tee.gr/portal/page/portal/SCIENTIFIC_WORK/EKDILOSEIS_P/EPISTHMONIKES_EVENTS/MEOP%20HELECO/177/KWSTOBASILIS2.doc , οι οποίες έθεταν την καύση των απορριμμάτων στο περιθώριο.
  • Σα να μην έγιναν ημερίδες και συνεδριάσεις της ΤΕΔΚΝΑ και θεματικά συνέδρια της ΚΕΔΚΕ, που επιβεβαίωναν τους βασικούς άξονες της διαχείρισης: Πρόληψη – Ανακύκλωση με Διαλογή στην Πηγή – Μεταφόρτωση – Μηχανική Ανακύκλωση και βιοσταθεροποίηση – Υγειονομική ταφή των υπολειμμάτων.
  • Σα να μη μεσολάβησαν πλήθος επιστημονικών μελετών που, και πάλι, επιβεβαίωναν τους παραπάνω άξονες. Ενδεικτικά αναφέρονται:

* Η «Τεχνική και οικονομική σύγκριση μεθόδων διάθεσης απορριμμάτων», Υπ. Εσωτερικών/1991.

* Η «Συγκριτική μελέτη – παρουσίαση μεθόδων διαχείρισης αστικών στερεών αποβλήτων» Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Περιβάλλοντος/1992.

* Η «Στρατηγική της ΤΑ για τη διαχείριση των απορριμμάτων στην Ελλάδα» ΕΕΤΑΑ/1993.

* Η τρίτομη μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Περιφέρειας Αττικής και ολοκληρώθηκε το Δεκέμβρη του 1994 «Μελέτη για τον καθορισμό πολιτικών διαχείρισης αποβλήτων Τοπ. Αυτοδιοίκησης στην Περιφέρεια Αττικής».

* Το «Αττική S.O.S.: Πρόγραμμα διαχείρισης απορριμμάτων» ΥΠΕΧΩΔΕ/96, πρόγραμμα που έμεινε στα χαρτιά.

* Η μελέτη του Πανεπιστημίου Πατρών που εκπονήθηκε στο τέλος του 1996 για λογαριασμό της ΤΕΔΚΝΑ, με τίτλο «Αξιολόγηση Τεχνολογιών επεξεργασίας και Διάθεση Απορριμμάτων – Χωροθετήσεις για την Αττική».

  • Σα να μην έγινε η σύσσωμη κινητοποίηση του επιστημονικού κόσμου, των περιβαλλοντικών οργανώσεων και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Αττικής, όταν γερμανική πολυεθνική προσπάθησε το 1995-96 με μεγάλη επιμονή να επιτύχει την κατασκευή εργοστασίου καύσης απορριμμάτων στα διοικητικά όρια του Δήμου Φυλής.
  • Αξίζει επίσης να θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από γραπτή εισήγηση του ΤΕΕ στην ημερίδα που οργάνωσε γι’ αυτό το θέμα ο Δήμος Φυλής στις 12/4/95: «Με βάση λοιπόν τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις και μελέτες που έχουν εκπονηθεί, το Τεχνικό Επιμελητήριο συμφωνεί γενικά με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα του ΕΣΔΚΝΑ και της ΤΕΔΚΝΑ, που προβλέπει μείωση των παραγόμενων απορριμμάτων, διαλογή στην πηγή, ανάπτυξη δικτύου σταθμών μεταφόρτωσης, μηχανική ανακύκλωση και βιοσταθεροποίηση και υγειονομική ταφή των τελικών υπολειμμάτων. Συμφωνούμε επίσης με τη δυνατότητα της ενεργειακής αξιοποίησης (και όχι κατ’ ανάγκην καύσης) του πλέον πρόσφορου προς τούτο κλάσματος, του λεγόμενου RDF (Refuse Derived Fuel) που μπορεί να ανακτηθεί μέσω των εργοστασίων μηχανικής ανακύκλωσης».
  • Σα να μη δημοσιεύτηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ τον Ιούνιο του 2000 ο Εθνικός Σχεδιασμός για τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων στην Ελλάδα, που κι αυτός δεν περιλαμβάνει την καύση ή τις παραλλαγές της.
  • Σα να μη δημοσιεύτηκε το 2001 ο Ν. 2939 για την εναλλακτική διαχείριση των συσκευασιών και άλλων προϊόντων (και μάλιστα με μεγάλη καθυστέρηση), που ιδιωτικοποιεί βέβαια τον τομέα της ανακύκλωσης των υλικών συσκευασίας και άλλων προϊόντων, αλλά θέτει υψηλούς και δεσμευτικούς στόχους για την ανάκτηση, κατά κύριο λόγο, υλικών όπως το χαρτί – χαρτόνι και τα πλαστικά. Στόχοι ανέφικτοι, εάν τα υλικά αυτά αντί να ανακτώνται οδηγούνται στην πυρά.
  • Σα να μην ολοκληρώθηκε, μόλις πριν λίγες μέρες, η μελέτη για τη χωροθέτηση στην Αττική των δράσεων και εγκαταστάσεων διάθεσης που προέβλεπε το Πλαίσιο του Σχεδιασμού, δηλαδή προγραμμάτων διαλογής στην πηγή, κέντρων διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών, μονάδων ανακύκλωσης και βιοσταθεροποίησης και χώρων υγειονομικής ταφής των υπολειμμάτων και των υπολοίπων στερεών αποβλήτων.
  • Σα να μην κυκλοφόρησε η «Πράσινη Βίβλος» για το PVC (COM (2000) 469 τελικό/26-7-2000), η οποία ομολογεί ότι «η συμβολή των αποτεφρωτών (απορριμμάτων) στις συνολικές εκπομπές διοξινών στην Κοινότητα ανήλθε περίπου 40% κατά την περίοδο 1993-95».

Σα να μην έγινε τίποτε απ’ όλα αυτά, η κ. υπουργός μάς προτρέπει να στραφούμε προς τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, που χρησιμοποιούν άλλες τεχνολογίες επεξεργασίας απορριμμάτων. Αν όμως ακολουθήσουμε την προτροπή της για αναζήτηση «άλλων τεχνολογιών», το βλέμμα μας θα προσκρούσει και πάλι στις πανύψηλες καμινάδες των εργοστασίων καύσης, ηλικίας τα περισσότερα από 10 έως 30 χρόνων, όσα βέβαια δεν έχουν κλείσει κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης. Τίποτε άλλο «τεχνολογικά εξελιγμένο» δεν πρόκειται να δούμε. Ούτε μία μονάδα πυρόλυσης δημοτικών απορριμμάτων, σε παραγωγική λειτουργία, ούτε μία μονάδα αεριοποίησης.

Οσο για το αν η πανάκριβη πυρόλυση αποτελεί «σύγχρονη τεχνολογία» για την επεξεργασία των απορριμμάτων, όλοι πλέον γνωρίζουν ότι τριάντα περίπου χρόνια προσπαθεί «με νύχια και με δόντια» να καθιερωθεί, προσπαθώντας να επιτύχει τη σταθερή λειτουργία έστω ενός εργοστασίου παραγωγικής κλίμακας σε όλο τον κόσμο, χωρίς μέχρι τώρα να καταφέρει τίποτα. Ας θυμίσουμε ακόμη για τη «σύγχρονη» αυτή τεχνολογία ότι πριν από 18 χρόνια η πρωτοποριακή μελέτη του ΤΕΕ «Μελέτη για την προώθηση των τεχνολογιών ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης των απορριμμάτων στην Ελλάδα» (ΤΕΕ, 1985), διαπίστωνε αναφερόμενη στην πυρόλυση:

«Παρά την εντατική έρευνα στον τομέα, η μέθοδος δεν έχει δώσει αρκετά ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Η μόνη εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας λειτουργεί από το 1983 στην Ιαπωνία» (προ πολλού έκλεισε κι αυτή).

Μήπως όμως, από το 1985 και πέρα υπήρξε διεθνώς, κάποια, μικρή έστω, πρόοδος; Ο G. Tchobanoglous είναι κατηγορηματικός. Στο βιβλίο του «Ολοκληρωμένη διαχείριση στερεών αποβλήτων» (Intergrated solid Waste management) Διεθνείς Εκδόσεις mc GRAW- HILL, 1993, αναφέρει:

«Μόνο ένα κανονικού μεγέθους σύστημα πυρόλυσης δημοτικών στερεών αποβλήτων έχει κατασκευαστεί στις ΗΠΑ… Δεν πέτυχε τους αρχικούς του στόχους (παραγωγή υγρού καυσίμου προς πώληση) και έκλεισε ύστερα από δύο, μόλις, χρόνια λειτουργίας».

Τόσο σύγχρονη είναι η τεχνολογία αυτή!

Ιδιαίτερα όμως επικίνδυνη είναι και η προσπάθεια, που γίνεται την περίοδο αυτή, να προωθηθεί η καύση ή πυρόλυση ή αεριοποίηση των σύμμεικτων απορριμμάτων, με τη διαστρέβλωση του προγράμματος του ΕΣΔΚΝΑ για τη διαχείριση των Στερεών Αποβλήτων στην Αττική. Αντί να αντιπαραθέσουν την καύση στην ολοκληρωμένη, ως προς τις επιλεγείσες μεθόδους διάθεσης των απορριμμάτων, πρόταση του ΕΣΔΚΝΑ, οι θιασώτες των νέων, δήθεν, τεχνολογιών αποδίδουν στον ΕΣΔΚΝΑ δηλαδή στο εγκεκριμένο σήμερα πλαίσιο σχεδιασμού, μονομερή προσανατολισμό υπέρ της υγειονομικής ταφής. Τίποτε αναληθέστερο και, σε μεγάλο βαθμό, ψευδέστερο! Από το σύνολο των 5.000 τόνων περίπου πρωτογενών στερεών αποβλήτων που παράγονται στην Αττική, μόνο το ένα τρίτο προβλέπεται να οδηγείται προς υγειονομική ταφή (δηλαδή σε ΧΥΤΑ), ενώ το υπόλοιπο υπόκειται, κατά περίπτωση, σε διαλογή στην πηγή, σε ανακύκλωση μέσω δύο ρευμάτων είτε σε κέντρα ανακυκλώσιμων υλικών είτε σε εργοστάσια μηχανικής ανακύκλωσης, σε βιοσταθεροποίηση. Ενα μέρος των προϊόντων από τα εργοστάσια μηχανικής ανακύκλωσης υψηλής θερμογόνου δύναμης προβλέπεται να αξιοποιείται (με τη μορφή τυποποιημένου καυσίμου – RDF) είτε σε μονάδες παραγωγής τσιμέντου είτε για παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, όχι όμως με στοιχειομετρική καύση, αλλά, κατά προτίμηση, με αεριοποίηση («Το Πρόγραμμα του ΕΣΔΚΝΑ για τη Διαχείριση των Στερεών Αποβλήτων της Αττικής και η Τεκμηρίωσή του – Συνοπτική Παρουσίαση» ΕΣΔΚΝΑ, Αθήνα 1996).

Γιατί, όμως, η προσπάθεια εισαγωγής στην Αττική της καύσης (και των παραλλαγών της) των δημοτικών απορριμμάτων δείχνει τόση μεγάλη αντοχή επιβίωσης; Η απάντηση είναι απλή. Αποτελεί πανάκριβη μέθοδο με σύνθετη τεχνολογία, με την οποία εμπλέκονται ελάχιστα μονοπώλια και έχει ήδη ενσωματώσει μεγάλο κόστος για έρευνες και δοκιμές, οφείλει επομένως, πάση θυσία, κατά την αμείλικτη λογική του μεγάλου κεφαλαίου, να αποδώσει τα προσδοκώμενα υπερκέρδη, μέσω της κατασκευής και λειτουργίας των σχετικών εγκαταστάσεων, ανεξάρτητα από τις περιβαλλοντικές και άλλες επιπτώσεις.

Τα μειονεκτήματα, όμως, της καύσης δεν είναι μόνο οικονομικά. Ας ανακεφαλαιώσουμε μερικά από αυτά:

  • Αποτελεί αντικίνητρο για την υλοποίηση της πρόληψης (μείωση παραγόμενων απορριμμάτων) και την εφαρμογή προγραμμάτων ανακύκλωσης χαρτιού και πλαστικών.
  • Παραμένει η πλέον αντι-περιβαλλοντική μέθοδος καθώς οι εκπεμπόμενοι στο περιβάλλον ρύποι (παρ’ όλα τα συστήματα κατακράτησης που εφαρμόζονται) εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρή απειλή για την υγεία και το περιβάλλον. Στις αναπόφευκτες περιπτώσεις παύσης και έναρξης λειτουργίας του κάθε θαλάμου καύσης (τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο) οι εκπομπές διοξινών και άλλων τοξικών ρύπων είναι εκατονταπλάσιες των επιτρεπόμενων και γι’ αυτό άλλωστε εξαιρούνται από τους περιορισμούς που θέτει η ισχύουσα οδηγία 2000/76/ΕΚ! Επιτρέπεται, με άλλα λόγια, να εκρήγνυνται τέσσερις και περισσότερες φορές το χρόνο υπερ- βόμβες διοξινών διάρκειας αρκετών ωρών η καθεμιά.
  • Απαιτεί συνεργασία και με ΧΥΤΑ για τις περιπτώσεις των αναγκαστικών παύσεων λειτουργίας, αλλά και με ΧΥΤΑ επικίνδυνων στερεών αποβλήτων για την ασφαλή διάθεση όσων επικίνδυνων ρύπων κατακρατούν τα συστήματα αντιρρύπανσης. Αρκεί να επισημανθεί ότι για την επίτευξη του στόχου των 10mgr/m3 απαερίων, απαιτείται η παραγωγή ενός κιλού επικίνδυνων αποβλήτων (ιπτάμενη τέφρα) επιπρόσθετα για κάθε κιλό PVC που καίγεται.
  • Ειδικότερα για τη χώρα μας, απαιτεί επίσης συνεργασία με μονάδα βιοσταθεροποίησης του οργανικού κλάσματος, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η αυτοσυντήρηση της καύσης τους θερινούς μήνες, λόγω της υψηλής υγρασίας των απορριμμάτων.
  • Επηρεάζεται άμεσα και έντονα από την εποχιακή διακύμανση της ποσότητας και σύνθεσης των στερεών αποβλήτων με εμφανή προβλήματα δυσλειτουργίας.
  • Το ενεργειακό ισοζύγιο είναι έντονα ελλειμματικό, εάν υπολογίσει κανείς το ενεργειακό περιεχόμενο που είναι ενσωματωμένο στην κατασκευή και στη λειτουργία της μονάδας.
  • Η κατασκευή της εγκατάστασης πηγαίνει «πακέτο» με τη λειτουργία, λόγω της αυστηρά εξειδικευμένης τεχνολογίας της κάθε μονάδας. Ευθεία ιδιωτικοποίηση με άλλα λόγια και, ανεξέλεγκτη στην πράξη, λειτουργία της μονάδας, κύρια ως προς τα υλικά τα οποία μπορεί παράνομα να συναποτεφρώσει, έναντι ιδιαίτερης αμοιβής.
Τι απομένει ύστερα από αυτά!

Καιρός να αντιδράσουμε. Το σύνολο του επιστημονικού κόσμου της χώρας και των περιβαλλοντικών οργανώσεων εξακολουθεί να αντιτίθεται στην καύση. Πώς το εκδηλώνει, όμως; Γιατί αυτή τη φορά, τη στιγμή μάλιστα που για πρώτη φορά ο εχθρός βρίσκεται, πλέον, εντός των τειχών (απόψεις πολιτικής ηγεσίας ΥΠΕΧΩΔΕ και ΤΕΔΚΝΑ), επικρατεί μακαριότητα και εφησυχασμός; Δεν πάει άλλο. Η υγεία του λαού της Αττικής δεν μπορεί να ρίχνεται, στην κυριολεξία, στην πυρά. Και στο κάτω κάτω το θέμα δεν αφορά μόνο τον επιστημονικό κόσμο και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις. Μαχόμενες δυνάμεις ενάντια στις αντιλαϊκές επιλογές του μεγάλου κεφαλαίου και των πολιτικών εκφραστών του υπάρχουν στα συνδικάτα, στους μαζικούς φορείς, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η αντιμετώπιση της καινούριας απειλής είναι και δική τους υπόθεση, είναι, σε τελευταία ανάλυση, υπόθεση όλων των εργαζομένων, όλου του λαού.

Μπάμπης ΖΙΩΓΑΣ
Πολ. Μηχ/κός- Υγ/γος, μέλος του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Περιβάλλοντος του ΚΚΕ. Μέλος της Μόνιμης Επιτροπής Περιβάλλοντος του ΤΕΕ
Αλλα και ενας αλλος επιστημονας καταθετει την γνωμη του  εδω http://www.makthes.gr/index.php?name=News&file=article&sid=1534
Καύση απορριμμάτων ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΦΑΜΕΛΛΟΥΣΩΚΡΑΤΗΣ ΦΑΜΕΛΛΟΣ
χημικός μηχανικός
μέλος του μέλους ΔΕ ΤΕΕ/ΤΚΜ
Η έντονη δημόσια συζήτηση την τελευταία περίοδο, κυρίως στην Αττική, για τη μέθοδο της καύσης των απορριμμάτων έχει ως αφορμή τα αδιέξοδα διαχείρισης των απορριμμάτων που σωρεύτηκαν στην Αθήνα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, από την αδιέξοδη, περιβαλλοντικά και κοινωνικά, επιλογή της ταφής.

Η καύση ως μέθοδος διαχείρισης των απορριμμάτων είναι τόσο παλιά όσο και οι χωματερές. Διαφέρει όμως από τη σύγχρονη αποτέφρωση, που εφαρμόζεται την τρέχουσα περίοδο στην Ευρώπη, όσο διαφέρουν οι χωματερές από τους χώρους υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ), που ακόμη δυστυχώς δεν διαθέτουμε στη χώρα μας.
Η βιομηχανία στερεών αποβλήτων στην Ευρώπη παρακολουθεί την εξέλιξη του θεσμικού πλαισίου, που προάγει την ανακύκλωση και την ανάπτυξη βιώσιμων τεχνολογιών επεξεργασίας, ενώ συνεχώς απομακρύνεται από τη μέθοδο της υγειονομικής ταφής χωρίς επεξεργασία. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσονται οι μέθοδοι θερμικής επεξεργασίας και ενεργειακής ανάκτησης στερεών αποβλήτων, σε συνδυασμό με την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας και ορυκτών καυσίμων και μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου.
Ισχυρές αντιρρήσεις και προβληματισμοί υπάρχουν για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αποτέφρωσης, τους κινδύνους για την υγεία, την πολυπλοκότητα της τεχνολογίας και κυρίως για το υψηλό κόστος που συνεπάγεται. Κρίσιμο θέμα είναι η εξέλιξη των θερμικών τεχνολογιών τους και η μετάβαση σε τεχνικές με έμφαση στη δημιουργία λιγότερων υπολειμμάτων (αιωρούμενη τέφρα, εκπομπές αερίων κτλ.)

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν σύγχρονες μονάδες αποτέφρωσης απορριμμάτων, παρότι ειδικά απόβλητα συναποτεφρώνονται σε βιομηχανικές μονάδες και υπάρχει συγγενής ελληνική εμπειρία σε ατμοηλεκτρικούς σταθμούς λιγνίτη (ΑΗΣ ΔΕΗ).
Τρεις είναι οι βασικές θερμικές τεχνολογίες: η αποτέφρωση (incineration), η αεριοποίηση (gasification) και η πυρόλυση (pyrolysis). Και οι τρεις αυτές μέθοδοι, κατά περίπτωση εφαρμογής, έχουν συνδυαστεί με την ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή, όπως και με συστήματα μηχανικής διαλογής. Η δυνατότητα αυτή έχει γίνει πια αναγκαιότητα με τα νέα δεδομένα του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, εφόσον απαιτείται πλέον συγκεκριμένη ανάκτηση υλικών, αλλά και εκτροπή βιοπαοικοδομήσιμων αποβλήτων πριν από την ταφή.
Πέρα από τις ανωτέρω, διεθνώς έχουν εφαρμοστεί περιορισμένα και άλλες πιλοτικές μέθοδοι, οι οποίες λειτουργούν σε υψηλή θερμοκρασία και παράγουν καύσιμα προϊόντα (τεχνολογία πλάσματος κτλ.)
Στη θερμική επεξεργασία απορριμμάτων εντάσσεται και η συναποτέφρωση, που αφορά τη χρήση και αξιοποίηση των στερών αποβλήτων ή προϊόντων διαλογής τους (RDF) ως καυσίμων και ως πρώτης ύλης κυρίως στην ανόργανη βιομηχανία. Η αξιοποίηση των απορριμμάτων στην τσιμεντοβιομηχανία παρουσιάζει θετικά στοιχεία όσον αφορά την οικονομική βιωσιμότητα της μεθόδου και στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε., το 2000 λειτουργούσαν 363 εγκαταστάσεις με ισοδύναμο εξυπηρετούμενο πληθυσμό 155 εκατομμυρίων κατοίκων.
Η αποτέφρωση αποτελεί εναλλακτική λύση σε συνδυασμό με το προτέρημα της ανάκτησης ενέργειας, με την παράλληλη απαίτηση επενδύσεων για την αποφυγή τομικών εκπομπών, τον προσεκτικό σχεδιασμό και τη συνετή διαχείριση της εγκατάστασης και την υπεύθυνη επιλογή χώρων.
Με την αποτέφρωση επιτυγχάνεται η ελάττωση του όγκου των απορριμμάτων και η εκμετάλλευση της ενέργειας των απορριμμάτων για διάφορους σκοπούς, π.χ. θέρμανση, παραγωγή ατμού, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Κρίσιμοι παράμετροι για την ασφαλή λειτουργία στους σύγχρονους αποτεφρωτήρες είναι η ομοιογένεια των εισερχομένων υλών, η εξασφάλιση ροής περίσσειας αέρα, η απαγωγή των απαερίων διατηρώντας συνθήκες πλήρους ανάμιξης και η απομάκρυνση της τέφρας ου πυθμένα χωρίς διακοπή της διεργασίας και μηχανικά προβλήματα.
Η ένταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τις μονάδες αυτές εξαρτάται από το τεχνολογικό επίπεδο κάθε εγκατάστασης. Κατά τη λειτουργία της αποτέφρωσης δημιουργούνται εκπομπές στο περιβάλλον τόσο αέριων όσο και υγρών και στερεών ρύπων. Στους αέριους ρύπους που παράγονται περιλαμβάνεται ευρύ φάσμα τοξικών ουσιών (π.χ. διοξίνες). Σημαντικές επιπτώσεις παρατηρούνται και από τις εκπομπές άλλων αέριων εκπομπών (υδράργυρος, μόλυβδος κτλ.).
Μέρος των αποβλήτων ενός αποτεφρωτήρα (κυρίως η τέφρα των φίλτρων) ανήκει στην κατηγορία των επικίνδυνων αποβλήτων και πρέπει να διατίθεται σε κατάλληλο ΧΥΤ. Οι εγκαταστάσεις αντιρρύπανσης σε έναν σύγχρονο αποτεφρωτήρα αποτελούν σημαντικότατο ποσοστό της αρχικής επένδυσης και κάνουν την αρχική επένδυση ιδιαίτερα υψηλή.

Μία μονάδα συμβάλλει στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου, εφόσον αντικαθιστά για την ηλεκτροπαραγωγή ορυκτά καύσιμα, που θα παρήγαγαν επιπλέον εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, εκπομπές που τα απορρίμματα είναι αναπόφευκτο να δημιουργήσουν κατά την ελεγχόμενη ή μη βιοαποικοδόμησή τους. Με βάση, λοιπόν, τα προβλήματα της κλιματικής αλλαγής, προκύπτει το εξής ερώτημα: Να αντλήσουμε από τα απορρίμματα όλη τη διαθέσιμη ενέργειά τους, αφού εξαντλήσουμε πρώτα τις δυνατότητες ανάκτησης υλικών;
Ένα σύγχρονο σύστημα διαχείρισης στερεών αποβλήτων πρέπει να είναι περιβαλλοντικά αποτελεσματικό, οικονομικά εφικτό και κοινωνικά αποδεκτό. Οι μέθοδοι και οι τεχνολογίες επεξεργασίας
δεν αποτελούν από μόνες τους επίλυση.

 

Για περισσοτερες πληροφορίες

Τρεις είναι οι βασικές θερμικές τεχνολογίες:

η αποτέφρωση (incineration),

http://www.minagric.gr/Greek/data/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82%20%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AD%CF%86%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7%20%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%B7.doc

http://www.ntua.gr/lsbtp/Monada%20mixanikis%20dialogis%20athina%20-%20Sypsas.pdf

http://utopia.duth.gr/~kourtidi/finrep.doc

η αεριοποίηση (gasification)

http://courseware.mech.ntua.gr/ml22058/pdfs/M15b-Biomass_Conversion_Technologies.pdf

http://courseware.mech.ntua.gr/ml22058/pdfs/M15b-Biomass_Conversion_Technologies.pdf

και   η πυρόλυση (pyrolysis).

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%85%CF%81%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7

Ακομα

http://aix.meng.auth.gr/lhtee/education/swm5.pdf

http://kpe-edess.pel.sch.gr/

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11900&subid=2&tag=8334&pubid=2472848#

http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=797528

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%85%CF%81%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7

http://www.greenpeace.org/greece/press/118517/stopincineration

https://sikam.wordpress.com/2009/03/30/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%89%CF%83%CE%B7-post/

http://stigalaria.wordpress.com/2008/10/16/xyta/

http://www.e-telescope.gr/gr/cat08/art08_071113.htm

http://www.oikologos.gr/News2005/0261.html

Έρευνες που έγιναν σε εργαζόμενους μονάδων καύσης αλλά και σε κατοίκους γειτονικών περιοχών δείχνουν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία τους (αύξηση καρκινογενέσεων, αυξημένες συγκεντρώσεις διοξινών, αυξημένα αναπνευστικά προβλήματα κλπ).

Ακόμη και το υποτιθέμενο πλεονέκτημα της καύσης σχετικά με τη δυνατότητα παραγωγής ενέργειας, καταρρίπτεται μόλις συγκριθεί με την ενέργεια που κερδίζουμε από τη χρήση ανακυκλωμένων υλικών.

«Εκεί που η καύση είναι αξεπέραστη είναι στο κόστος. Πέρα από το αποτρεπτικό κόστος εγκατάστασης, όπως προκύπτει από πρόσφατη ευρωπαϊκή έρευνα, το λειτουργικό κόστος των μονάδων καύσης μπορεί να ξεπεράσει κατά 30 φορές αυτό της ταφής, ενώ παραμένει υψηλότερο από το κόστος κομποστοποίησης»

KKE

http://www2.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5144371

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=5169322&publDate=10/7/2009

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3408532&publDate=7/6/2006

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=4476289&publDate=25/3/2008

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=1796697&publDate=25/5/2003

ΣΥΝ

http://enedra.blogspot.com/2009/06/blog-post_14.html

Κινησεις πολιτων

http://symparataxi.blogspot.com/2009/06/b.html

Η  greenpeace για την ανεξελεγτη καυση

Έκλυση διοξινών από την καύση απορριμμάτων σε χωματερές
Μια εκτίμηση της Greenpeace
Αθήνα, 20 Iουλίου 2000
Σύμφωνα με το ΥΠΕΧΩΔΕ (Αποφ. 14312/1302, ΦΕΚ 723Β, 9-6-2000), σε επίπεδο χώρας έχουν καταγραφεί 3.430 χώροι ανεξέλεγκτης απόρριψης οι οποίοι δέχονται το 35% των οικιακών απορριμμάτων και οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται σε ακατάλληλες περιοχές (κοντά σε ακτές ή ρέματα). Επιπλέον, υπάρχουν 1.420 εγκεκριμένοι χώροι που δέχονται το 65% περίπου της συνολικής ποσότητας των παραγόμενων απορριμμάτων. Ακόμη και αυτοί οι εγκεκριμένοι χώροι όμως παρουσιάζουν προβλήματα, αφού, σύμφωνα πάντα με το ΥΠΕΧΩΔΕ, το 50% αυτών των χώρων απόθεσης απορριμμάτων βρίσκεται σε διαπερατά πετρώματα και θεωρούνται εντελώς ακατάλληλοι, ενώ στο 19% των χώρων τα υποκείμενα πετρώματα είναι ημιπερατά και υπάρχει κατείσδυση των υγρών διαστάλλαξης.
Σε σχέση με τη μορφολογία του εδάφους, το 35,5% των χώρων βρίσκεται σε πεδινές περιοχές, το 36% σε χειμάρρους, το 3,5% σε ποτάμια, το 22,5% σε ακτές και το 3% σε έλη. Εντελώς ακατάλληλοι, από άποψη μορφολογίας, χαρακτηρίζονται οι χώροι που βρίσκονται σε επαφή με το επιφανειακό υδρογραφικό δίκτυο (ποτάμια και χείμαρροι) καθώς και με τον υδροφόρο ορίζοντα (όπως τα έλη). Από τους χώρους που εξετάστηκαν, μόνο το 6,4% πληρεί τις προϋποθέσεις καταλληλότητας, το 12,2% παρουσιάζει προβλήματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λήψη κατάλληλων μέτρων και το υπόλοιπο 81,4% των χώρων δεν πληρεί βασικούς και κρίσιμους όρους καταλληλότητας. Σε αρκετούς από τους χώρους αυτούς υπάρχουν σημαντικά προβλήματα όπως σχηματισμός στραγγισμάτων, παραγωγή βιοαερίου, αυταναφλέξεις και δυσοσμία.
Από το σύνολο των οικιακών αποβλήτων που παράγονται (3,9 εκατ. τόνοι το 1997, περίπου 4,5 εκατ. τόνοι σήμερα), ένα 45% καταλήγει σε ακατάλληλες χωματερές, ένα 45% σε ΧΥΤΑ (σήμερα υπάρχουν μόλις 22 οργανωμένοι Χώροι Υγειονομικής Ταφής – ΧΥΤΑ σε όλη τη χώρα) και 10% ανακυκλώνεται, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ. Εκτιμάται ότι ένα ποσοστό της τάξης του 10% των απορριμμάτων καίγεται τελικά στις χωματερές (από αυτανάφλεξη ή σκόπιμη καύση των σκουπιδιών για μείωση του όγκου τους).
Διοξίνες σε χωματερές: Η έρευνα της Greenpeace
Με αφορμή την καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την υπόθεση της χωματερής στον Κουρουπητό Χανίων, η Greenpeace συγκέντρωσε στοιχεία για την έκλυση διοξινών από φλεγόμενες χωματερές σε όλο τον κόσμο. Με βάση τα στοιχεία αυτά (που προέρχονται από αντίστοιχα περιστατικά στην Ελλάδα, τις ΗΠΑ, την Ελβετία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία), υπολογίστηκαν οι ποσότητες διοξινών που εκλύονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα.
Δεδομένου ότι τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται από χώρες στις οποίες το πρόβλημα δεν είναι τόσο έντονο και οξύ, όσο στην Ελλάδα, οι υπολογισμοί αυτοί της Greenpeace θα πρέπει να θεωρηθούν αρκετά συντηρητικοί και ίσως η πραγματικότητα να είναι ακόμη χειρότερη.Η ποσότητα διοξινών που εκτιμάται ότι εκλύεται από τις καιγόμενες χωματερές, είναι 47,7-920 g I-TEQ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις μόνες γνωστές μετρήσεις που έχουν γίνει για διοξίνες σε χωματερές στην Ελλάδα (και πιο συγκεκριμένα στη χωματερή του Κουρουπητού), οι συγκεντρώσεις διοξινών στο χώρο της χωματερής ήταν 572 φορές μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες που ανιχνεύτηκαν σε απομακρυσμένη γεωργική γη που δεν επηρεάζεται από τη χωματερή.
Η κύρια αιτία έκλυσης διοξινών από τα καιγόμενα σκουπίδια είναι η παρουσία χλωρίου στα απορρίμματα. Μια σημαντική, αν όχι η σημαντικότερη, πηγή χλωρίου στα απορρίμματα είναι τα πλαστικά PVC. Χιλιάδες τόνοι πλαστικών PVC καταλήγουν κάθε χρόνο στις χωματερές (με τη μορφή φιαλών νερού, σωλήνων, δαπέδων, καλωδίων, μουσαμάδων, κ.λπ). Η Greenpeace εκτιμά πως μόνο τα μπουκάλια εμφιαλωμένου νερού από PVC που καταλήγουν κάθε χρόνο στις χωματερές ξεπερνούν σε βάρος τους 3.500 τόνους. Να σημειώσουμε εδώ, ότι τα μπουκάλια από PVC αποτελούν σήμερα μόλις το 20% της σχετικής αγοράς στην Ελλάδα, αφού τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία στροφή στις φιάλες από πλαστικό ΡΕΤ που παρουσιάζουν λιγότερα προβλήματα. Επιπλέον, όπως έδειξαν πρόσφατες σχετικές μελέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το PVC που καταλήγει στις χωματερές, υφίσταται μια φυσιολογική φθορά, που έχει ως αποτέλεσμα την έκλυση των πρόσθετων που περιέχει στο περιβάλλον. Τα πρόσθετα αυτά είναι τοξικά μέταλλα και διάφοροι πλαστικοποιητές. Κάποια από τα πρόσθετα είναι ενδοκρινικοί αποδιοργανωτές, μπορούν δηλαδή να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο αναπαραγωγικό σύστημα.
Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι, έχοντας δύο διαφορετικά πλαστικά για την ίδια ουσιαστικά χρήση, δυσχεραίνεται η διαλογή και ανακύκλωσή τους, όπου αυτή είναι δυνατή. Ένα και μόνο μπουκάλι PVC, ανακατεμένο με 1.000 μπουκάλια ΡΕΤ, καθιστά προβληματική την ανακύκλωση των τελευταίων. Αντίθετα, αν υπήρχε ένα μόνο υλικό για τη συγκεκριμένη χρήση, η διαλογή στην πηγή, αλλά και η ανακύκλωση θα ενισχύονταν.
Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι το PVC έχει αναγνωρισθεί ως το χειρότερο από περιβαλλοντικής σκοπιάς πλαστικό και γίνονται διεθνώς προσπάθειες για την κατάργησή του, είναι σαφές ότι η απαγόρευση των πλαστικών συσκευασιών PVC στα εμφιαλωμένα νερά αποτελεί ένα πρώτο ουσιώδες βήμα για την επίλυση του προβλήματος.
Η Greenpeace προτείνει λοιπόν την κατάργηση των πλαστικών φιαλών από PVC και την υποκατάστασή τους από γυάλινες ή πλαστικές συσκευασίες ΡΕΤ πολλαπλών χρήσεων.

Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο στόχος;

Η πρότασή μας θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε δύο στάδια. Πρώτο στάδιο θα ήταν η απαγόρευση των μπουκαλιών από PVC. Δεύτερο, ξεχωριστό στάδιο, η απαγόρευση συσκευασιών μιας χρήσης για εμφιάλωση νερού και αναψυκτικών. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να πριμοδοτηθεί η συσκευασία πολλαπλών χρήσεων έναντι αυτής της μιας χρήσης μέσω φορολογικών μέτρων. Χαρακτηριστική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η περίπτωση της επιβολής αντίστοιχου φόρου (ecotax) στο Βέλγιο ή η φορολόγηση του PVC στη Δανία. Μια τέτοια πολιτική είναι πλέον δοκιμασμένη και αποδεκτή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις που είχαν αρχικά εκφραστεί για τη λήψη μονομερών και μεροληπτικών μέτρων που στοχεύουν στην προστασία του περιβάλλοντος.

Το πρώτο σκέλος, η απαγόρευση δηλαδή των συσκευασιών από PVC, είναι και το ευκολότερο, αφού ο νομοθέτης έχει προβλέψει κάτι ανάλογο στο νόμο πλαίσιο για το περιβάλλον. Συγκεκριμένα, το άρθρο 13 του Ν.1650/86 αναφέρει τα εξής:

» 1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, μπορεί να απαγορευθεί ή να περιορισθεί η χρήση ορισμένων τύπων συσκευασίας προϊόντων, εφόσον λόγω του υλικού κατασκευής, του όγκου ή της ποσότητάς τους είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής ή δαπανηρή η εφαρμογή των γενικών αρχών και περιορισμών της παραγράφου 1 του άρθρου 12 και ιδίως η ανακύκλωσή τους. Με όμοια απόφαση μπορεί να επιβάλλεται απαγόρευση της διαφήμισης τέτοιων προϊόντων ή να τίθενται περιορισμοί για το υλικό και τα λοιπά χαρακτηριστικά της συσκευασίας καθώς επίσης και προθεσμία συμμόρφωσης».

Συμπληρωματικά, η παράγραφος 1 του άρθρου 12 προβλέπει τα εξής:

» 1. Η διαχείριση των στερεών αποβλήτων γίνεται με τρόπο ώστε:
α) να μη δημιουργούνται κίνδυνοι για την υγεία και το περιβάλλον και ενοχλήσεις από θόρυβο ή δυσοσμίες.
β) να μη προκαλείται υποβάθμιση στο φυσικό περιβάλλον και σε χώρους που παρουσιάζουν ιδιαίτερο οικολογικό, πολιτιστικό και αισθητικό ενδιαφέρον.
γ) να εξοικονομούνται πρώτες ύλες και να μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη δυνατή επαναχρησιμοποίησή τους».

Είναι σαφές ότι η πρόταση της Greenpeace συμφωνεί, τόσο με το πνεύμα, όσο και με το γράμμα του νόμου αυτού, που πρέπει κάποτε να μπει σε ισχύ και στην πράξη.

Η Greenpeace ζητά:

  • Την εφαρμογή μιας πολιτικής για τη διαχείριση των απορριμμάτων που θα βασίζεται σε μέτρα μείωσης του όγκου τους (κυρίως των απορριμμάτων συσκευασίας), την ανακύκλωση-λιπασματοποίηση και την ασφαλή διάθεση του τμήματος που παραμένει μετά την ορθολογική διαχείριση των σκουπιδιών.
  • Το κλείσιμο, το συντομότερο δυνατόν, των χιλιάδων ανεξέλεγκτων χωματερών και την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων χώρων.
  • Μια εθνική πολιτική για την απάλειψη όλων των πηγών διοξινών.
  • Την κατάργηση των πλαστικών PVC και την υποκατάστασή τους από ασφαλέστερα υλικά.
Οι κίνδυνοι από τις διοξίνες
Οι διοξίνες είναι μια κατηγορία 75 ουσιών που περιέχουν χλώριο. Συνήθως στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και εκατοντάδες άλλες συγγενείς ουσίες όπως τα φουράνια και τα PCBs (κλοφέν). Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης της τοξικότητας όλων αυτών των ουσιών, συνήθως εκφράζονται ως ισοδύναμο της πιο τοξικής διοξίνης, η οποία είναι γνωστή και ως «διοξίνη του Σεβέζο». Η διοξίνη δεν είναι κάποιο χρήσιμο προϊόν της χημικής βιομηχανίας, αλλά άχρηστο και επικίνδυνο παραπροϊόν των διεργασιών όπου εμπλέκεται το χλώριο. Από τη βιομηχανική παραγωγή του χλωρίου και των χλωριωμένων πλαστικών PVC, ως την καύση των σκουπιδιών ή των αποβλήτων που περιέχουν χλωριωμένες ενώσεις, παράγονται σημαντικές ποσότητες διοξινών που απειλούν το περιβάλλον και την υγεία.
Βιοχημικές έρευνες έχουν δείξει πως οι διοξίνες δρουν ως ισχυρές «περιβαλλοντικές ορμόνες». Όπως και οι φυσικές ορμόνες, οι διοξίνες μπορούν να διαπεράσουν τη μεμβράνη των κυττάρων και να αλλάξουν τη δράση των γονιδίων που ρυθμίζουν τη διαδικασία της ανάπτυξης. Ακόμη και απειροελάχιστες συγκεντρώσεις διοξινών μπορούν να επηρεάσουν το ανοσοποιητικό και νευρικό σύστημα των οργανισμών. Σε πειραματόζωα, η έκθεση σε διοξίνες έχει προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα τοξικολογικών επιπτώσεων. Μερικές απ’ αυτές εμφανίστηκαν σε εξαιρετικά μικρές δόσεις διοξινών, της τάξης των λίγων τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου. Στις επιπτώσεις αυτές συγκαταλέγονται η ενδομητρίωση και η ενίσχυση θηλυκών χαρακτηριστικών σε αρσενικά πειραματόζωα. Κάποιες διοξίνες μπορούν ακόμη να προκαλέσουν καρκίνο, όπως καταδεικνύεται από πολλές πρόσφατες μελέτες.
Δεν υπάρχει κάποιο ασφαλές όριο κάτω από το οποίο να μη κινδυνεύει κανείς από την έκθεση σε διοξίνες. Επειδή όμως εκτιθέμεθα ούτως ή άλλως σε πολλές πηγές διοξινών, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας όρισε ως «ανεκτή» δόση την πρόσληψη 1-4 τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου (pg) ανά κιλό βάρους ανά μέρα, ως τη δόση εκείνη που με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «κοινωνικά αποδεκτή». Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο βάρους 60 κιλών δεν θα πρέπει να δέχεται πάνω από 60-240 pg ημερησίως. Σε κάποιες χώρες, π.χ. ΗΠΑ, ισχύουν ακόμη αυστηρότερα όρια. Σε πρόσφατη έκθεση μάλιστα της αμερικανικής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (ΕΡΑ), αναφέρεται πως η επικινδυνότητα των διοξινών είναι τουλάχιστον δεκαπλάσια αυτής που μέχρι σήμερα πιστεύαμε. Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο ιατρικό επιστημονικό περιοδικό Lancet τον Μάϊο του 2000 και αφορά στις επιπτώσεις των διοξινών στην ευρύτερη περιοχή του Σεβέζο της Ιταλίας (όπου είχε υπάρξει σημαντική έκλυση διοξίνης το 1976) έδειξε πως η έκθεση του πληθυσμού στις διοξίνες έχει επηρεάσει σημαντικά τον καθορισμό του φύλου των νεογέννητων παιδιών. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μία σημαντική αύξηση των γεννήσεων κοριτσιών στις περιπτώσεις εκείνες που ο πατέρας είχε εκτεθεί σε υψηλά επίπεδα διοξίνης.

 Η greenpeace για τα εργοστασια πυρολησης http://www.greenpeace.org/greece/press/118517/stopincineration

 
Το παράδειγμα της προτεινόμενης καύσης στη Ρόδο είναι αποκαλυπτικό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΟΕΑ, το συνολικό κόστος των υποδομών για τη διαχείριση του συνόλου των απορριμμάτων στη Ρόδο μπορεί να μειωθεί από τα 100 εκατομμύρια € (που προϋπολογίζεται αρχικά με την καύση) σε σημαντικά κάτω από 8 εκατομμύρια €. Ταυτόχρονα, για κάθε μία (1) θέση εργασίας σε εργοστάσιο καύσης ή ΧΥΤΑ, η ολοκληρωμένη περιβαλλοντική διαχείριση προσφέρει από 10 έως και 300 θέσεις εργασίας ανάλογα το υλικό και την μέθοδο διαχείρισης. Τέλος, αποφεύγεται η έκλυση επικίνδυνων αερίων όπως οι διοξίνες και εξοικονομείται ενέργεια, με συνέπεια να μειώνεται η έκκληση διοξειδίου του άνθρακα.
Το πρόβλημα της διαχείρισης των απορριμμάτων σε όλη την Ελλάδα έχει φθάσει πάλι σε οριακό σημείο ενώ η χώρα μας κινδυνεύει από επιβολή προστίμων από την Ε.Ε. για τις ανεξέλεγκτες χωματερές και για την μη συμμόρφωση με τους στόχους για την ανακύκλωση[1]. Όμως πολλές φωνές επανέρχονται στις «μαγικές λύσεις» της «ενεργειακής αξιοποίησης» ή αλλιώς «θερμικής επεξεργασίας»[2] με τη εκδοχή κυρίως της καύσης, αλλά και της πυρόλυσης ή της αεριοποίησης. Η περίπτωση της μονάδας καύσης στη Ρόδο, που σχεδιάζεται εδώ και τουλάχιστον 8 χρόνια από τη Διαδημοτική Επιχείρηση Ρόδου, είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης (ΟΕΑ) και η Greenpeace για άλλη μία φορά[3] καλούν τα αρμόδια υπουργεία, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα κόμματα και τους επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς της χώρας να απορρίψουν αυτές τις τεχνολογίες. Με βάση τα διεθνή τεχνολογικά δεδομένα της καύσης – πυρόλυσης – αεριοποίησης σε σχέση με τις εναλλακτικές τεχνολογικές επιλογές που έχουμε (πρόληψη, ανακύκλωση, εναλλακτική διαχείριση και κομποστοποίηση), καθώς και από τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της χώρας μας δεν πρέπει να επιλέξουμε κάποια από αυτές τις τεχνολογίες σαν μέθοδο διαχείρισης των απορριμμάτων μας.
«Για άλλη μια φορά, η καύση παρουσιάζεται ως η μαγική λύση, χωρίς όμως να γίνεται η παραμικρή συζήτηση για τους κινδύνους που ενέχει για την υγεία και το περιβάλλον και για το τεράστιο κόστος της. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να ενημερωθούν για τις λύσεις αλλά και για τις υποχρεώσεις της χώρας, να γνωρίσουν τους κινδύνους και το κόστος της καύσης» δήλωσε ο Φίλιππος Κυρκίτσος, πρόεδρος της Οικολογικής Εταιρίας Ανακύκλωσης.
«Η καύση είναι ακριβή, αναποτελεσματική και επικίνδυνη. Η ανακύκλωση και η μείωση των απορριμμάτων στην πηγή αναδεικνύονται σε βέλτιστες λύσεις, τόσο στο κρίσιμο θέμα των εκπομπών αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου όσο και στο θέμα της παραγωγής επικίνδυνων τοξικών στερεών και αερίων καταλοίπων», τόνισε ο Νίκος Χαραλαμπίδης, Διευθυντής στο Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace.
Η καύση και η ενεργειακή αξιοποίηση παρουσιάζουν πολλά μειονεκτήματα από περιβαλλοντικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πλευράς και από τη στιγμή που μέχρι σήμερα δεν υιοθετήσαμε τέτοιες τεχνολογίες, είναι πλέον πολύ πιο ασύμφορο να δεσμεύσουμε το μέλλον μας με αυτές, όταν με τις μικρές δυνάμεις και πόρους της χώρας μας μπορούμε να αξιοποιήσουμε πολύ πιο αποτελεσματικά στην πολιτική της πρόληψης – ανάκτησης – ανακύκλωσης – εναλλακτικής διαχείρισης – κομποστοποίησης με στόχο τις «Πόλεις Χωρίς Σκουπίδια».
Μειονεκτήματα τεχνολογιών θερμικής επεξεργασίας

• Ακόμα και αν εξαφανιστούν οι επιπτώσεις στην υγεία και λυθούν δια μαγείας όλα τα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, οι τεχνολογίες θερμικής επεξεργασίας απαιτούν τουλάχιστον 6 – 10 χρόνια μέχρι να μπορέσουν να λειτουργήσουν παραγωγικά.

• Παράγουν στα διάφορα στάδια θερμικής καταστροφής των υλικών επικίνδυνα αέρια (διοξίνες, φουράνια, βαρέα μέταλλα και πολλές άλλες τοξικές ουσίες) ακόμη και στις πλέον τεχνολογικά προηγμένες εκδοχές τους.

• Χρειάζονται την παράλληλη ύπαρξη και λειτουργία ενός ΧΥΤΑ απορριμμάτων, για τις περιπτώσεις διακοπής της λειτουργίας των μονάδων καύσης ή για περιόδους μετά από απεργία υπαλλήλων καθαριότητας, όπου οι μονάδες δεν θα μπορούν να απορροφήσουν μεγαλύτερες ποσότητες από τη δυναμικότητά τους.

• Χρειάζονται και ένα ΧΥΤΑ επικινδύνων για την τοξική στάχτη που θα προκύπτει από τις διεργασίες τους. Είναι βέβαιο ότι οι κοινωνικές αντιδράσεις για την χωροθέτηση αυτού του ΧΥΤΑ επικινδύνων θα είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές της χωροθέτησης ενός ΧΥΤΑ απορριμμάτων. Επίσης, η εναλλακτική «αξιοποίηση» της τοξικής στάχτης με μετατροπή της σε δομικό υλικό μεταφέρει απλώς τις τοξικές ουσίες στο περιβάλλον μέσω των έργων στα οποία θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα δομικά υλικά, συνεπώς δεν είναι, κοινωνικά και περιβαλλοντικά, αποδεκτή επιλογή.

• Αυτές οι τεχνολογικές επιλογές είναι εντάσεως κεφαλαίου και όχι εργασίας. Δημιουργούν πολύ λιγότερες θέσεις απασχόλησης από την εναλλακτική διαχείριση και την ανακύκλωση. Συγκεκριμένα η καύση δημιουργεί μία (1) θέση εργασίας ανά 10.000 τόνους απορριμμάτων, όσο και οι ΧΥΤΑ, ενώ η επαναχρησιμοποίηση και εναλλακτική διαχείριση δημιουργούν 25-300 θέσεις εργασίας ανάλογα το προς διαχείριση υλικό.

• Είναι μακράν οι ακριβότερες μέθοδοι τελικής διαχείρισης απορριμμάτων, τόσο σαν επένδυση, όσο και σαν λειτουργία. Εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος χρέωσης ανά τόνο με αυτές τις τεχνολογίες θα ξεπεράσει κατά πολύ τα 100-150 €/τόνο σύμφωνα με σχετική δήλωση του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ κ. Σουφλιά, που σημαίνει ότι π.χ. τα δημοτικά τέλη στους ΟΤΑ της χώρας θα πρέπει να αυξηθούν τουλάχιστον 30-100% και το κόστος αυτό θα το πληρώσουν βέβαια οι δημότες.

• Εάν για τη χωροθέτηση των ΧΥΤΑ υπάρχουν κοινωνικές αντιδράσεις, για τις πιθανές μονάδες καύσης εκτιμάται ότι θα υπάρξουν πολύ μεγαλύτερες. Η χωροθέτηση της ενεργειακής αξιοποίησης σε αποστάσεις μεγαλύτερες από τις σημερινές περιοχές τελικής διάθεσης θα δημιουργήσουν ένα επιπλέον κόστος μεταφοράς κατά 2-8 €/t για κάθε 10 km επί πλέον απόστασης.

• Η υιοθέτηση της καύσης – πυρόλυσης – αεριοποίησης θα δυσκολέψει κατά πολύ την επίτευξη του ποσοτικού στόχου της ανακύκλωσης συσκευασιών της χώρα μας, που είναι ανακύκλωση κατ’ ελάχιστον 55% κατά βάρος στο σύνολο της απορριπτόμενης συσκευασίας μέχρι την 31/12/2011. Ταυτόχρονα, η επίτευξη των στόχων της ανακύκλωσης θα καταστήσει την ενεργειακή αξιοποίηση ακόμη πιο αντιοικονομική για τους δημότες.

• Η υιοθέτηση της ενεργειακής αξιοποίησης θα δεσμεύσει τους ΟΤΑ για τουλάχιστον 20-30 χρόνια, αφού θα πρέπει να παραδίδουν συγκεκριμένες ποσότητες απορριμμάτων με συγκεκριμένη ποιοτική σύσταση στις μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι εάν οι ΟΤΑ θελήσουν να αυξήσουν στο μέλλον την πρόληψη, την ανακύκλωση ή την κομποστοποίηση θα κινδυνεύουν να πληρώσουν μεγάλα χρηματικά ποσά στη ενεργειακή αξιοποίηση από τις ποινικές ρήτρες που υπάρχουν συνήθως στις συμβάσεις αυτών των τεχνολογιών με τους ΟΤΑ.

• Από ενεργειακής πλευράς η καύση – πυρόλυση – αεριοποίηση συμβάλλουν πολύ περισσότερο στην παραγωγή αερίων του θερμοκηπίου. Ακόμη και η «καλύτερη» καύση (με συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας) υπολείπεται σημαντικά της ανακύκλωσης και φυσικά της μείωσης στην πηγή. Συγκεκριμένα στην περίπτωση υποκατάστασης λιγνίτη ή άνθρακα, η καύση ενός τόνου ανάμικτων ανακυκλώσιμων με συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας μειώνει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) κατά 95 κιλά στην καλύτερη περίπτωση ενώ η ανακύκλωση ίδιου βάρους ανάμικτων ανακυκλώσιμων μειώνει κατά 760 κιλά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

 

Η περίπτωση της Μηχανικής Βιολογικής Επεξεργασίας (ΜΒΕ): Η πρόσφατη τεχνολογία ΜΒΕ, που προτείνεται για Αττική και Θεσσαλονίκη, και που επεξεργάζεται μηχανικά – βιολογικά τα απορρίμματα, μειώνοντας τον όγκο τους και παράγοντας καύσιμο SRF (περιέχει πλαστικό, χαρτί, ξύλο, ξηρή οργανική ύλη κ.α. καύσιμα υλικά), εξακολουθεί να έχει το πρόβλημα του τι θα κάνουμε το παραγόμενο SRF. Οι λύσεις που υπάρχουν είναι α) η ταφή σε ΧΥΤΑ με περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος, β) η χρήση σαν εναλλακτικό καύσιμο σε υπάρχουσες μονάδες, όπως μονάδες παραγωγής ενέργειας ή τσιμεντάδικα, λύση που είναι ακριβή και προϋποθέτει ότι δεν δημιουργούνται πρόσθετα περιβαλλοντικά και κοινωνικά προβλήματα στις τοπικές κοινωνίες, γ) καύση του σε ειδικές μονάδες, που επίσης θα χρειαστεί να κατασκευαστούν και που θα έχουν παραπλήσια μειονεκτήματα με τα αμιγώς εργοστάσια καύσης απορριμμάτων. Η άποψη της ΟΕΑ και της Greenpeace είναι ότι μπορούμε να επιλέξουμε την κομποστοποίηση των οργανικών σε ειδικές μονάδες αντί της ΜΒΕ, που δεν έχουν αυτά τα προβλήματα και που είναι και πιο οικονομικές από τις μονάδες ΜΒΕ (εάν συνυπολογίσουμε και το κόστος διάθεσης του SRF, που κυμαίνεται κατ’ ελάχιστο 30-50 €/τόνο για την ταφή ή την ενεργειακή του αξιοποίηση σε τσιμεντάδικα ή/και μονάδες παραγωγής ενέργειας και κατ’ ελάχιστο 100-150 €/τόνο για την περίπτωση της καύσης του).

• Το παράδειγμα του προτεινόμενου εργοστασίου καύσης στην Ρόδο είναι αντιπροσωπευτικό για τον τρόπο που προωθείται η καύση. Στην περίπτωση της Ρόδου πρέπει να απαντηθούν από αυτούς που τη σχεδιάζουν πολλά ερωτήματα μεταξύ των οποίων και τα εξής: α) Έχουν ενημερωθεί όλοι οι εμπλεκόμενοι και ενδιαφερόμενοι φορείς για τα μειονεκτήματα της καύσης; β) Πόσο θα πρέπει να αυξηθούν τα δημοτικά τέλη στους ΟΤΑ που θα εξυπηρετούνται από την καύση; γ) Πιο θα είναι το κόστος για κάθε τόνο απορριμμάτων που θα καταλήγει στην καύση; δ) Έχουν συναινέσει οι τοπικοί φορείς των άλλων νησιών, που σχεδιάζεται να στέλνουν τα απορρίμματά τους στη Ρόδο για καύση κατά την διάρκεια μόνο του χειμώνα; Ξέρουν πόσο θα τους κοστίζει και τι θα κάνουν με τα απορρίμματά τους το καλοκαίρι; ε) Γνωρίζουν οι τοπικοί φορείς ότι όλο το κόστος της ανακύκλωσης για το 60% κ.β. των απορριμμάτων (χαρτί, πλαστικά, γυαλί, μέταλλα, ηλεκτρικές συσκευές, οχήματα τέλους ζωής κ.α.) μπορεί να καλυφθεί από τα εθνικά συστήματα ανακύκλωσης και το υπόλοιπο 40% (οικιακά οργανικά) μπορούν να το διαχειριστούν με συνδυασμό οικιακής κομποστοποίησης και κομποστοποίησης σε ειδικές μονάδες (συνδυασμένη κομποστοποίηση); στ) Έχει διερευνηθεί το κόστος της συνδυασμένης κομποστοποίησης στη Ρόδο; και εάν όχι γιατί; ζ) Η ΟΕΑ (από την εμπειρία σχεδιασμού της συνδυασμένης κομποστοποίησης στην περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης) εκτιμά ότι το συνολικό κόστος των υποδομών για τη διαχείριση του συνόλου των απορριμμάτων στην Ρόδο μπορεί να μειωθεί από τα 100 εκατομμύρια € (που προϋπολογίζεται αρχικά με την καύση) σε λιγότερο από 8 εκατομμύρια € και με πολύ μικρότερο λειτουργικό κόστος και ταυτόχρονα χωρίς την ανάγκη δημιουργίας ΧΥΤΑ τοξικών. Η επιλογή της καύσης είτε έγινε λόγω έλλειψης πληροφόρησης είτε για άλλους λόγους, που θα πρέπει να διευκρινισθούν.

Με αφορμή τις συζητήσεις για δημιουργία μονάδας καύσης απορριμμάτων στη Ρόδο, η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης (ΟΕΑ) και η Greenpeace έδωσαν στη δημοσιότητα στοιχεία που αποδεικνύουν πως τα εργοστάσια καύσης είναι καταστροφικά για την οικονομία, την υγεία και το περιβάλλον. Αντιθέτως, ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων (πρόληψη – ανάκτηση – ανακύκλωση – εναλλακτική διαχείριση – κομποστοποίηση) έχει το 1/12 του κόστους λύσεων που περιλαμβάνουν την καύση, προσφέρει εντυπωσιακά περισσότερες θέσεις εργασίας ενώ προστατεύσει την υγεία και το περιβάλλον από επικίνδυνες τοξικές ουσίες αλλά και αέρια του θερμοκηπίου.

Σημειώσεις προς συντάκτες

 
 
 
 
 
 

 

[1] Η χώρα μας ενδεχομένως να υποστεί πρόστιμα από την Ε.Ε. για τους Χώρους Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων (ΧΑΔΑ) που έπρεπε να κλείσουν μέχρι 31/12/2008 και από την μη συμμόρφωση με τους ποσοτικούς στόχους που πρέπει να επιτύχουμε για την ανακύκλωση (τουλάχιστον 55% για τις συσκευασίες μέχρι 31/12/2011) και την μείωση των βιοαποδομήσιμων υλικών (κατά 25% μέχρι το 2010 και κατά 50% μέχρι το 2013).

 
 
 
 
 
 

 

[2] Τι περιλαμβάνει ο όρος «Θερμική επεξεργασία»

 
 
 
 
 
 

 

Στον όρο «Θερμική Επεξεργασία» συμπεριλαμβάνονται η τεχνολογία της καύσης και όλες οι εναλλακτικές εκδοχές της, όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση, οι τεχνολογίες πλάσματος και τα καύσιμα RDF ή SRF. Επιγραμματικά επισημαίνουμε κάποιες τεχνικές και διαφορές τους.

 
 
 
 
 
 

 

Καύση (θέρμανση παρουσία οξυγόνου και φλόγας): Η διεργασία, σε υψηλές θερμοκρασίες και με περίσσεια αέρα, που μετατρέπει τις σύνθετες οργανικές ενώσεις σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό.

 
 
 
 
 
 

 

Πυρόλυση (θέρμανση απουσία οξυγόνου): Η θερμική αποσύνθεση, σε χαμηλότερες από την καύση θερμοκρασίες (400-600 βαθμούς Κελσίου), των οργανικών υλικών απουσία οξυγόνου ή σε ατμόσφαιρα φτωχή σε οξυγόνο. Τα αέρια και ελαιώδη κατάλοιπα της πυρόλυσης χρησιμοποιούνται σαν καύσιμα, ενώ τα στερεά κατάλοιπα οδηγούνται συνήθως για διάθεση.

 
 
 
 
 
 

 

Θερμική αεριοποίηση: Η πυρόλυση σε θερμοκρασίες στην περιοχή των 800 βαθμών Κελσίου.

 
 
 
 
 
 

 

Αεριοποίηση (θέρμανση με λίγο οξυγόνο): Η θερμική διεργασία κατά την οποία ο άνθρακας που εμπεριέχεται στα απορρίμματα μετατρέπεται σε αέρια μορφή με μερική καύση των αποβλήτων με αέρα ή οξυγόνο, είτε με εμπλουτισμένο σε οξυγόνο αέρα, είτε παρουσία ατμού. Οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται είναι 900-1.100 βαθμοί (με αέρα) ή 1.000-1.400 (με οξυγόνο). Όπως και στην πυρόλυση, τα αέρια και ελαιώδη κατάλοιπα της αεριοποίησης χρησιμοποιούνται σαν καύσιμα, ενώ τα στερεά κατάλοιπα οδηγούνται για διάθεση. Η αεριοποίηση εκπέμπει περισσότερες διοξίνες & φουράνια και οξείδια του αζώτου από την καύση και λιγότερο μόλυβδο, διοξείδιο του θείου και μονοξείδιο του άνθρακα (Blue Ridge Environmental Defense League, 2002)*.

 
 
 
 
 
 

 

Τεχνολογίες πλάσματος: Διεργασίες σε εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες (μεγαλύτερες των 10.000 βαθμών) κατά τις οποίες γίνεται επεξεργασία των αποβλήτων. Το πλάσμα δημιουργείται με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε δύο αντίθετα φορτισμένους πόλους και αποτελεί ένα θερμό ιονισμένο αέριο. Στις συνθήκες αυτές, υποτίθεται ότι καταστρέφονται όλες οι τοξικές ουσίες και συνεπώς δεν υπάρχουν τα προβλήματα που συνοδεύουν την καύση. Παρόλα αυτά και οι τεχνολογίες πλάσματος εκπέμπουν διοξίνες, έστω και λιγότερες από την καύση, και βαρέα μέταλλα. Επίσης, δεν έχουν δοκιμαστεί επί μακρόν σε μεγάλη κλίμακα και έχουν φυσικά πολύ μεγάλο επενδυτικό και εξαιρετικά υψηλό λειτουργικό κόστος.

 
 
 
 
 
 

 

Καύσιμο RDF (Refuse Derived Fuel): Περιλαμβάνει τα καύσιμα κλάσματα των απορριμμάτων, που διαχωρίζονται σε μονάδες μηχανικής επεξεργασίας. Αποτελείται κυρίως από χαρτί (~50%), πλαστικά (~10%), άλλα καύσιμα υλικά (~30% π.χ. ξύλο και κάποιες οργανικές ενώσεις) και μη καύσιμα υλικά (~10%). Το παραγόμενο υλικό συμπυκνώνεται είτε σε μορφή σφαιριδίων είτε σε μορφή μπρικετών, που μπορούν να καούν σε ένα συμβατικό λέβητα στερεών καυσίμων, όταν αναμιχθούν με ικανές ποσότητες κάρβουνου ή άλλου συμβατικού καυσίμου. Το RDF μπορεί να καεί είτε σε ειδικές μονάδες (ρευστοποιημένης κλίνης), είτε σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, είτε τέλος σε τσιμεντοβιομηχανίες. Κατά την καύση του το RDF παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα, όπως και η καύση του συνόλου των απορριμμάτων, καθώς επίσης η αποθήκευση του RDF μπορεί να επηρεασθεί αρνητικά από το αρχικό ποσοστό υγρασίας των απορριμμάτων.

 
 
 
 
 
 

 

Καύσιμο SRF: Είναι κάτι ανάλογο με το RDF μαζί όμως με οργανικά υλικά. Περιλαμβάνει τα καύσιμα κλάσματα των απορριμμάτων, που διαχωρίζονται σε μονάδες μηχανικής – βιολογικής επεξεργασίας. Όπως και στην περίπτωση του RDF αποτελείται από τα ίδια υλικά και επιπροσθέτως περιέχει και ξηρή οργανική ύλη από την διαχείριση των βιοαποικοδομήσιμων. Η διαχείριση του SRF είναι ανάλογη με αυτή του RDF.

 
 
 
 
 
 

 

* Blue Ridge Environmental Defense League (2002). Incineration and gasification: a toxic comparison, 12 April 2002. http://www.bredl.org

 
 
 
 
 
 

 

[3] http://www.greenpeace.org/raw/content/greece/press/118523/264982.pdf
& http://www.ecorec.gr & περιοδικό ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ Νο 55