Επειδη παμε ολοταχως προς την καυση ξεκιναμε μια διαδικασια ενημερωσης πανω στο θεμα.

Ζητησα και παλι την βοηθεια του κ Γκατσου.Οι τοποθετησεις του ειναι σαφεις περιεκτικες και τεκμηριωμενες .

Τα ερωτηματα

1.Ποτε ξεκινησε στην Ευρωπη η λυση της καυσης απορριμματων και σε ποιο μερος.

2.Ειναι οικονομικα λειτουργικη η καυση ;

3.Περιβαλλοντικες επιπτωσεις και τροποι αντιμετωπισης.

4.Ποια ειναι η κατασταση στην Ευρωπη σημερα.

Και οι απαντησεις του κ Γκατσου. (τον ευχαριστω για τον χρονο του )

Η εγκατάσταση καύσης απορριμμάτων γεννήθηκε κυρίως στη Γερμανία που είναι βιομηχανικό κράτος. Τα απορρίμματα τότε ήταν περίπου σαν τα σημερινά ελληνικά. Δηλαδή αποφάγια μαζί με ξύλα, πανιά, στουπιά, χαρτί, πλαστικό κ.λ.π. Σκέφτηκαν λοιπόν να σχεδιάσουν μια ειδική εγκατάσταση που να τα καίει νομίμως με σκοπό να απαλλαγούν από τα απορρίμματα και όχι γιατί ήταν ένας καλός και οικονομικός, οικολογικός τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Απλά η καύση ήταν φυσικό να μπορεί να συντηρήσει μια μονάδα παραγωγής ρεύματος που θα κάλυπτε μέρος του λειτουργικού κόστους της εγκατάστασης.

Όταν λοιπόν λειτούργησαν οι πρώτες μονάδες καύσης τα απορρίμματα είχαν μέσα τους αρκετό καύσιμο δηλαδή ξύλο, πλαστικό, πανί έτσι η καύση έδινε θερμική ενέργεια για να κινηθεί μια μηχανή παραγωγής ρεύματος ή ζεστού νερού. Τα απορρίμματα όμως είτε έτσι ως έχουν, είτε κατόπιν επεξεργασίας, δηλαδή ξήρανσης για να φύγει το νερό τους, είναι ένα πολύ φτωχό καύσιμο, σε σχέση με το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο ή τον άνθρακα, ακόμη δε και τον λιγνίτη.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η καύση των απορριμμάτων δεν είναι εύκολη, και η ύπαρξη πλαστικών υλικών κάθε είδους, χρωμάτων, υπολειμμάτων λαδιών κ.λ.π. παράγει καυσαέρια πολύ επικίνδυνα για την υγεία μας αλλά και για το σύνολο του φυσικού κόσμου. Καμία σχέση με τα καυσαέρια από καύση πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άνθρακα.

Έτσι η κύρια επένδυση σε μια εγκατάσταση, δηλαδή τα πολλά λεφτά, πηγαίνουν για να καθαριστούν τα καυσαέρια. Γιατί στη Γερμανία πήγε ο νόμος και είπε ότι θα βάλλετε ειδικά όργανο καταγραφής αερίων ρύπων (βαριά μέταλλα, οργανικές ενώσεις) και σκόνης στην καμινάδα του εργοστασίου και θα πρέπει να μην περνάτε τα αυστηρά όρια που προβλέπουν οι νόμοι.

Εδώ πρωτοπαρουσιάσθηκε και το πρόβλημα παραγωγής και εκπομπής διοξινών και φουρανίων. Οι ουσίες αυτές παράγονται δηλαδή σχηματίζονται κατά την καύση ιδιαίτερα των απορριμμάτων και δεν προϋπάρχουν στα απορρίμματα.

Οι διοξίνες και τα φουράνια είναι μια ομάδα συγγενών χημικών ενώσεων που σε ελαχιστότατη ποσότητα είναι επικίνδυνες για την υγεία και το περιβάλλον. Όμως δεν είναι μόνον αυτό. Οι ενώσεις αυτές έχουν δύο παράξενες ιδιότητες:

  1. Παράγονται αλλά αν καταφέρεις να υψώσεις πολύ την θερμοκρασία των καυσαερίων διασπόνται. Μόλις όμως κρυώσουν φυσιολογικά τα καυσαέρια ξανασχηματίζονται!
  2. Έχουν μεγάλο χρόνο υποδιπλασιασμού. Δηλαδή αν από την καύση μέσα σε ένα χρόνο θα παραχθούν 2 γραμμάρια διοξίνες (για τόσο μικρές ποσότητες μιλάμε) θα σκορπίσουν στο περιβάλλον θα ταξιδέψουν στον αέρα στα νερά στο έδαφος και μετά από 300 χρόνια το ένα γραμμάριο θα έχει διασπαστεί σε άλλες αθώες ενώσεις, ενώ το άλλο γραμμάριο θα κυκλοφορεί ανέπαφο. Και μετά από άλλα 300 χρόνια θα έχει μείνει το μισό γραμμάριο και μετά από άλλα 300 το μισό του μισού γραμμαρίου.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν όργανα που να μπορούν να μετράνε σε μια καμινάδα καυσαερίων συνέχεια την περιεκτικότητα σε διοξίνες και φουράνια. Πρέπει να γίνει ειδική δειγματοληψία από ειδικό συνεργείο με ειδικά εργαλεία και χημικά αντιδραστήρια. Το δείγμα να πάει σε ειδικά εργαστήρια (στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμη) και να βγουν τα αποτελέσματα μετά από 15 μέρες. Το κόστος; Γύρω στα 4000 ευρώ το δείγμα!

Αντίθετα, η ανάλυση διοξινών σε στερεά, π.χ. τρόφιμα, είναι πολύ πιο εύκολη και οικονομική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οδηγία που βάζει όρια εκπομπών μόνον για καμινάδες καυσαερίων εγκαταστάσεων καύσης απορριμμάτων. Για καμία άλλη καμινάδα εργοστασίου δεν υπάρχουν όρια και αν μπαίνει κάποιο όριο αυτό υποχρεωτικά είναι αυτό που έχουν οι καμινάδες της καύσης απορριμμάτων. Άρα η Ευρωπαϊκή ένωση αναγνώρισε το πρόβλημα των διοξινών από την καύση απορριμμάτων. Και οι εγκαταστάσεις αυτές ουσιαστικά είναι εργοστάσια καθαρισμού των καυσαερίων τους και πολύ λιγότερο παραγωγής ενέργειας.

Για αυτόν το λόγο δεν υπάρχουν μικρές μονάδες καύσης. Γιατί το κόστος του καθαρισμού των λίγων καυσαερίων τους είναι τόσο μεγάλο που τις καθιστά οικονομικά ασύμφορες.

Και πώς καθαρίζουν τα καυσαέρια από διοξίνες; Απλά υψώνουν πολύ την θερμοκρασία τους και μετά τα ψύχουν απότομα με καταιονισμό νερού. Τότε παράγονται λιγότερες διοξίνες αλλά και ένα μέρος αυτών περνά στο νερό που απορρίπτεται ως έχει, γιατί ακόμη δεν υπάρχει οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που να βάζει όρια διοξινών στα απορριπτόμενα νερά.

Οι Γερμανοί γρήγορα κατανόησαν ότι η μαζική συλλογή των απορριμμάτων και η επεξεργασία τους ώστε να μπορούν να καούν είναι απολύτως ασύμφορη και κατέληξαν (και τελικά έχουν επιβάλλει σε όλη την Ευρώπη) ως μοναδικό τρόπο διαχείρισης των απορριμμάτων την πλήρη διαλογή στην πηγή (στο σπίτι, στο κατάστημα) και την συγκέντρωση των καθαρών υλικών σε βιομηχανικές μονάδες που τα χρησιμοποιούν σαν πρώτη ύλη. Με την επιτυχία αυτής της πολιτικής στις εγκαταστάσεις καύσης πηγαίνανε μόνο αποφάγια που έχουν μέσα τους 90% νερό και θερμική αξία μηδαμινή. Μάλιστα επειδή γρήγορα αναπτύσσεται και η κομποστοποίηση – λιπασματοποίηση για τα αποφάγια, οι εγκαταστάσεις καύσης δεν έχουν πια τι να κάψουν και κλείνουν. Άλλωστε είναι στα σκαριά πολύ πιο αυστηρές οδηγίες για τα όρια εκπομπής διοξινών για όλα πλέον τα εργοστάσια αλλά και τα όρια για απορριπτόμενα νερά αλλά και στερεά υλικά, οδηγίες που ούτως ή άλλως καθιστούν τις εγκαταστάσεις καύσης ακόμη πιο ασύμφορες.

Όπως συμβαίνει πάντα, τις υπάρχουσες στην Γερμανία εγκαταστάσεις, αλλά και άλλες υπό κατασκευή, γίνεται προσπάθεια να τις πασάρουν σε χώρες που ακόμη βρίσκονται στα πρώτα βήματα της διαχείρισης απορριμμάτων. Σε αυτές προπαγανδίζονται τα πλεονεκτήματα των εγκαταστάσεων, αποσιωπούνται τα μειονεκτήματα, δίνεται μια αίσθηση του «τι ασχολιόσαστε με διαλογή στη πηγή κ.λ.π. αφού τελικά με την καύση λύνεται μια και καλή το πρόβλημα και μάλιστα και με ισχυρή οικονομική ευρωπαϊκή βοήθεια» (αυτό ταιριάζει και με τη φύση του Έλληνα).

Πλήρης διαλογή στην πηγή αλλά και ελαχιστοποίηση των απορριμμάτων είναι η μοναδική λύση σήμερα και για πολλά πολλά χρόνια. Την αποδέχεται και την υποστηρίζει όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα αλλά και η κοινή λογική.

Αυτό ήδη εφαρμόζεται στην ελληνική βιομηχανία όπου τα πράγματα είναι πιο εύκολα, γιατί υπάρχει διοίκηση που αποφασίζει. Το να πείσεις και οργανώσεις χιλιάδες νοικοκυριά, καταστήματα και μικροβιοτεχνίες να κάνουν διαλογή στην πηγή είναι το πολύ δύσκολο, γιατί κατά κανόνα δεν υπάρχει ουσιαστικό κέρδος. Όμως τα κράτη το δημιουργούν…..από την ανάποδη. Βάζουν πρόστιμα, βάζουν ειδικά πριμ, ώστε να δημιουργήσουν και κίνητρο οικονομικό.